30.4.15

Τούμπα Θεσσαλονίκης

Η Τούμπα αποτελεί μια διευρυμένη οικιστική περιοχή της πόλης της Θεσσαλονίκης και αυτοδιοικητικά αποτελεί δημοτική κοινότητα (επίσης παλαιότερα Δ' δημοτικό διαμέρισμα) του δήμου Θεσσαλονίκης.
Η Τούμπα πήρε το όνομά της από τον ομώνυμο λόφο της Τούμπας, που βρίσκεται τοποθετημένος στα βορειοδυτικά της περιοχής, στα όριά της με την δημοτική ενότητα της Τριανδρίας και δίπλα από το ομώνυμο ρέμα της. Ο λόφος της Τούμπας αποτελεί αρχαιολογικό χώρο, καθώς η αρχαιολογική έρευνα αποκάλυψε ένα πόλισμα της περιοχής που αποτελεί τούμπα πολλών φάσεων οικοδόμησης, όπου η παλαιότερη από αυτή τοποθετείται χρονικά στην στα τέλη της πρώιμης Εποχής του Χαλκού (2200 π.Χ.). Η θέση του οικισμού φαίνεται να εγκαταλείφθηκε, μετά την ίδρυση της Θεσσαλονίκης από τον Κάσσανδρο το 324 π.Χ.
Ιστορία

Στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου και στην ενδοχώρα του, λόγω της σημασίας που διέθετε, αναπτύχθηκαν πολλοί οικισμοί πριν την ίδρυση της Θεσσαλονίκης. Οι αρχαίοι οικισμοί ονομάζονται σήμερα τούμπες, καθώς τα επάλληλα στρώματα από την αρχαιότητα σχημάτισαν κωνικούς ή τραπεζιόσχημους λόφους. Στα ανατολικά της πρωτεύουσας του Βορρά εκτείνεται ο αρχαιολόγικός χώρος της Τούμπας Θεσσαλονίκης. Οι πρώτες εγκαταστάσεις στη συγκεκριμένη περιοχή χρονολογούνται στη νεολιθική εποχή. Το αρχαίο πόλισμα που βρέθηκε εκεί ταυτίζεται πιθανότατα με την αρχαία Θέρμη ή τμήμα της. Ο οικισμός χαρακτηρίζεται, όπως αποδεικνύουν οι πρόσφατες ανασκαφές από στοιχεία της τοπικής παράδοσης και επιρροές των κέντρων του Αιγαίου και των κύριων ελληνικών πόλεων των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, ιδιαίτερα μάλιστα της Αθήνας.

Κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού ο πληθυσμός των οικισμών που απλώνονταν στο Θερμαϊκό κόλπο, στην περιοχή της Θεσσαλονίκης πρέπει να αυξάνεται, καθώς αυξάνει σημαντικά η ποσότητα της κεραμικής που έχει ανακαλυφτεί. Στις επόμενες δύο περιόδους (Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού) γνωρίζουν σημαντική ανάπτυξη οικισμοί που βρίσκονται στα παράλια του κόλπου. Σιγά σιγά ξεκινούν και οι επαφές με τη νότια Ελλάδα, οι οποίες από τον 14ο ως και τον 11ο αι. π.Χ. εντείνονται σημαντικά και εξελίσσονται σε εμπορική επικοινωνία.

Οι τομές και αλλαγές που εμφανίζονται στον ελληνικό χώρο με το πέρασμα από τη δεύτερη στην πρώτη χιλιετία (πρώιμοι ιστορικοί χρόνοι) διακόπτουν τις επαφές με τη νότια Ελλάδα για ένα διάστημα περίπου τριών αιώνων. Ωστόσο, η εξέλιξη των πόλεων-κρατών στη νότια Ελλάδα και η γρήγορη ανάπτυξη τους οδηγεί σε μεταναστευτικά ρεύματα και στην ίδρυση αποικιών στις ακτές της Πιερίας και της Χαλκιδικής από το τέλος του 8ου αι. π.Χ. Μια νέα περίοδος επαφών, ανταλλαγών και επιρροών με το Νότο και τις ιωνικές πόλεις της Μικράς Ασίας ξεκινά πλέον και οδηγεί στην άνθιση των πόλεων, που βρίσκονται στα παράλια του Θερμαϊκού κόλπου. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει η εισηγμένη από άλλα μέρη της Ελλάδας κεραμική, η οποία όμως δεν εκτοπίζει τελείως τη ντόπια.

Σημαντικότερο ρόλο από τους πολλούς οικισμούς της περιοχής πριν την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, φαίνεται ότι έπαιξαν στα παράλια οι οικισμοί στην Τούμπα Θεσσαλονίκης, στο Καραμπουρνάκι, στην Πολίχνη, ενώ στην ενδοχώρα οι οικισμοί της Νέας Αγχιάλου, του Σέδες, της Γκόνα και της Αινείας. Όλοι αυτοί αποτέλεσαν τον πυρήνα και έδωσαν το ανθρώπινο δυναμικό για τη νεόκτιστη πόλη της Θεσσαλονίκης από τον Κάσσανδρο το 316 - 315 π.Χ. (Στράβων VII 21 και 24).

Ο αρχαιολογικός χώρος της Τούμπας Θεσσαλονίκης είναι γνωστός από το 1895. Οι ανασκαφές στον αρχαίο οικισμό και το νεκροταφείο του στην Τούμπα Θεσσαλονίκης προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα της έρευνας σε άλλες γειτονικές θέσεις, στο Καραμπουρνάκι, στη σημερινή Θέρμη (Σέδες), στην Πολίχνη (Λεμπέτ), στην Αγχίαλο (Σίνδος) και φωτίζουν μια άγνωστη σε μεγάλο βαθμό περίοδο των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων στην Κεντρική Μακεδονία και το Θερμαϊκό κόλπο.

Περιγραφή / Μνημεία

Η Θέρμη είναι (πιθανότατα) το πόλισμα που ήρθε στο φως στον αρχαιολογικό χώρο στην Τούμπα Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για έναν κωνικό λόφο ύψους 23 μ. πάνω σε τράπεζα ύψους 15 μ. και μήκους 350 μ. που στα βορειοδυτικά περιβάλλεται από χείμαρρο. Περιλαμβάνει τον κωνικό λοφίσκο (tell) με αρχαίες επιχώσεις που έχουν πάχος 14 - 18 μ. και χρονολογούνται στην Εποχή του Χαλκού, Εποχή του Σιδήρου και στα ιστορικά χρόνια και τον τραπεζοειδή χώρο γύρω από το λοφίσκο, με στρώματα του οικισμού από την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου μέχρι τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Η ανασκαφική έρευνα κατά τη δεκαετία του 1980 έφερε στο φως αναλημματικούς περιφερειακούς τοίχους και πλινθόκτιστα κτήρια της Ύστερης Εποχής του Χαλκού με λευκό επίχρισμα στο εσωτερικό τους. Από την άλλη πλευρά, τα κτίσματα της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου είχαν λίθινες θεμελιώσεις. Έξω από τα όρια του αρχαίου οικισμού έχουν εντοπιστεί υπολείμματα σποραδικών εγκαταστάσεων διαφόρων εποχών και εκτεταμένο νεκροταφείο που χρονολογείται από τον 10ο ως και τον 4ο αι. π.Χ.

Ο οικισμός των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων που εκτεινόταν σε μια επιφάνεια που ξεπερνάει τα 95.000 τ.μ., αποκάλυψε ενδιαφέρουσα για την ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας στρωματογραφία από τον 11ο ως και τον 3ο αι. π.Χ. Η θέση του ήταν υπερυψωμένη και οριζόταν στη βόρεια πλευρά από μεγάλη ρεματιά, όπου το νερό κυλούσε από ανατολικά προς δυτικά. Οι πρόσφατες ανασκαφές στο βόρειο αυχένα της τράπεζας αποκάλυψαν τμήματα του πολεοδομικού ιστού ενός πολίσματος. Ένας χωματόδρομος πλάτους 2,5 μ. περιβάλλεται από σπίτια με τετράγωνα δωμάτια, δάπεδα από πατημένο πηλό και λιθόστρωτα κατώφλια. Το επιφανειακό στρώμα παρουσιάζει ίχνη βίαιης καταστροφής με γκρεμισμένους τοίχους, οι οποίοι είχαν καταστρέψει και σκεπάσει αγγεία καθημερινής χρήσης. Το γεγονός αυτό οδηγεί στη σκέψη, ότι ο συγκεκριμένος οικισμός καταστράφηκε εσκεμμένα, ώστε να αναγκαστούν οι κάτοικοί του να μετοικίσουν στη νεόκτιστη Θεσσαλονίκη.
Το νεκροταφείο του πολίσματος, γνωστό κατά ένα μικρό τμήμα του από το 1920, εκτείνεται δυτικά και νότια του οικισμού. Από το 1994 οι ανασκαφές έφεραν στο φως ταφές από το 10ο ως και τον 3ο αι. π.Χ. Ο συνήθης τύπος είναι ο επιμήκης (μακρόστενος) λάκκος, σκαμμένος στο φυσικό έδαφος, με πλάκες για επικάλυψη. Σε λίγες περιπτώσεις η τάφη είχε γίνει σε κιβωτιόσχημο τάφο ή πέτρινη σαρκοφάγο. Η τοποθέτηση των νεκρών γινόταν σε ύπτια θέση ενώ βρέθηκαν και καύσεις σε περιορισμένο αριθμό. Τα κτερίσματα αποτελούσαν ένα, δύο ή τρία αγγεία, ελάσματα χρυσού (επιστόμια), εγχειρίδια και μαχαίρια από σίδηρο ή χάλκινα και χρυσά νομίσματα.


Greek only : here
Πηγές / Βιβλιογραφία / Φωτογραφίες
Η πανεπιστημιακή ανασκαφή στη Τούμπα Θεσσαλονίκης, 2008, AEMΘ 22, Ανδρέου & Ευκλείδου
http://www.wikipedia.org/
Urbanism in the Aegean Bronze Age by Keith Branigan 
cf Tiverios, M. 1996. “Επτά χρόνια (1990–1996) αρχαιολογικών ερευνών στη διπλή τράπεζα Αγχιάλου-Σίνδου. Ο αρχαίος οικισμός”. AEMT 10 A: 407–425.
http://195.251.117.186
Kosm1fent http://commons.wikimedia.org/wiki/User:Kosm1fent
K. Kotsakis & S. Andreou 1999. “Mycenaean presence? Mycenaean periphery?; Toumba Thessalonikis, Bronze Age site in Macedonia” The periphery of the Mycenaean World (in Greek). Lamia.
Geometric Greece: 900-700 BC by John Nicolas Coldstream
http://www.academia.edu
http://odysseus.culture.gr
Archaeology of burial mound at Toumba(Toumba at Lefkandi in Euboea).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

loading...

Popular Posts Of The Week

Top best cpc cpm ppc ad network for publisher

Αναγνώστες

Translate

loading...
...
loading...
---------------------------------------------------------------------------