13.5.16

Πολιτική και Επιστήμη

Χρονογραφία|Ιστοριογραφία|Γεωγραφία|Πολιτική και Επιστήμη|Κουλτούρα|Κληρονομιά

Η Αθήνα από τις αρχές του 5ου αι. κυριάρχησε στρατιωτικά και πολιτικά σε ένα μεγάλο μέρος του Αιγαίου. Η ηγεμονία της τής έδωσε τη δυνατότητα για υψηλή καλλιτεχνική, θρησκευτική και οικονομική ανάπτυξη, που την κατέστησε για δύο περίπου αιώνες το πιο ζωντανό πνευματικό κέντρο του ελληνικού κόσμου. Το θέατρο, η ιστορία, η φιλοσοφία, οι φυσικές επιστήμες, η ρητορική, η πολιτική σκέψη βρήκαν στην πόλη αυτή τις κατάλληλες συνθήκες για μια ραγδαία και χωρίς προηγούμενο ανάπτυξη. 

Στην Αθήνα βρέθηκαν όλοι εκείνοι, Αθηναίοι και ξένοι, που είχαν κάτι να εκφράσουν. Στην Αθήνα επίσης, και μόνο εκεί, αναπτύχθηκε ένα πολιτικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο η κυριαρχία ανήκε στο σύνολο των μελών της πολιτικής κοινότητας. Για πρώτη φορά στην ιστορία διατυπώθηκε η αρχή της ισηγορίας και της ισονομίας και αγνοήθηκε το προνόμιο της καταγωγής ή του πλούτου. Η Αθήνα έγινε η κοιτίδα της δημοκρατίας. 

Τρεις ήταν οι κύριοι λόγοι για τους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες θεσμοθέτησαν την πόλη-κράτος: η ενότητα, η αυτονομία και η αυτάρκεια. Η αυτονομία, βέβαια, είχε την έννοια που αποδίδουμε σήμερα με την λέξη ανεξαρτησία. Εξ  αυτών των λόγων κυριότερος ήταν η αυτονομία, διότι η αυτάρκεια και η ενότητα μπορούν να θεωρηθούν σε μεγάλο βαθμό προϋποθέσεις για την αυτονομία.

Γι' αυτό θεωρούμε ως κύριο κριτήριο για την διαμόρφωση της κοινωνικής διαστρωματώσεως των πολιτών στις πόλεις κράτη της αρχαιότητας, το μέγεθος της συμβολής τους στην διατήρηση αυτής της αυτονομίας/ανεξαρτησίας. Για τον λόγο αυτό αυτομάτως απεκλείοντο από την συμμετοχή στα κοινά της πόλεως οι ανήλικοι και οι γυναίκες καθώς και οι ξένοι και δούλοι. Οι μεν ως μη δυνάμενοι να υπερ-ασπισθούν, οι δε ως ύποπτοι να υπονομεύσουν την ανεξαρτησία της πόλεως. Και εκ των ελευθέρων ανδρών μιας πόλεως, όσο πιο σημαντική ήταν η συμβολή κάποιου στην διαφύλαξη αυτού του αγαθού (της ανεξαρτησίας της πατρίδος) τόσο περισσότερα πολιτικά δικαιώματα είχε, ή θεωρούσε ότι εδικαιούτο να έχει.

Η θέση αυτή διαφαίνεται από τα παραδείγματα της Αθήνας και της Σπάρτης που θα εξετάσουμε στη συνέχεια. Διευκρινίζουμε ότι όταν αναφερόμαστε σε κοινωνικές τάξεις, αυτές αφορούν μόνο τον ενήλικο και ανδρικό πληθυσμό των πόλεων, που μπορούσε (για τους λόγους που προαναφέραμε) να είναι φορέας πολιτικών δικαιωμάτων.

 Α. Το Παραδειγμα των Αθηνων

1. Κατά τον 7ο αιώνα
Οι κάτοικοι στην Αθήνα τον 7ο αιώνα διακρίνονται σε ελεύθερους και δούλους. Οι πρώτοι είναι μεγαλογαιοκτήμονες, μικροκαλλιεργητές (γεωμόροι - αγροίκοι) και βιοτέχνες (δημιουργοί). Την εξουσία έχουν οι μεγαλοϊδιοκτήτες της γης, οι οποίοι ήταν ταυτόχρονα και αριστοκράτες (ευπατρίδες) . Οι δούλοι είναι κυρίως υποδουλωμένοι Αθηναίοι λόγω χρεών.

Το ότι οι μεγαλογαιοκτήμονες ήταν ταυτόχρονα και ευγενείς αναδεικνύει ως ένα κριτήριο για τα πολιτικά δικαιώματα την καταγωγή. Ταυτόχρονα θα μπορούσε να θεωρηθεί και οικονομικό το κριτήριο, διότι οι αριστοκράτες ήταν πλούσιοι λόγω της ακίνητης περιουσίας που είχαν. Κάποιος όμως που είχε πλούτο δίχως να διαθέτει κτήματα δεν είχε πρόσβαση στην εξουσία. Η γαιοκτησία, λοιπόν,  ήταν το κύριο κριτήριο για τα πολιτικά δικαιώματα. Αυτό ήταν και το τεκμήριο της αριστοκρατικής καταγωγής.

Αν αναλύσουμε όμως σε βάθος τα παραπάνω, θα διαπιστώσουμε πως οι αριστοκράτες – γαιοκτήμονες είχαν την δυνατότητα να εκτρέφουν ίππους. Γι' αυτό και η προσηγορία «ιππείς». Το ιππικό ήταν το ισχυρό όπλο της εποχής, το οποίο εξασφάλιζε την ανεξαρτησία της πόλεως. Γι' αυτό δεν θα πρέπει να δούμε την γαιοκτησία ως οικονομικό κριτήριο, αλλά μάλλον ως πολιτικό. Η πόλις ήθελε να διαχειρίζονται την εξουσία αυτοί που εξασφάλιζαν σ' αυτήν την ελευθερία. Γι' αυτό την εξουσία την είχαν οι ιππείς. Αυτοί μόνο είχαν πρόσβαση στα ανώτατα αξιώματα. Μπορούσαν να γίνουν άρχοντες (υπήρχαν εννέα άρχοντες με ετήσια θητεία), ιερείς και μέλη του Αρείου Πάγου (ανώτατο δικαστήριο με ισόβιους δικαστές).

Οι υπόλοιποι ελεύθεροι Αθηναίοι που υπηρετούσαν στον στρατό ήταν οι ζευγίτες (υπηρετούσαν ως οπλίτες) και ήταν μάλλον (ταυλάχιστον κάποιοι εξ αυτών) δεύτερης κατηγορίας ευγενείς και οι θήτες (υπηρετούσαν ως ψιλοί, δηλ. ελαφρώς οπλισμένοι), οι οποίοι μπορούσαν να είναι γεωμόροι ή δημιουργοί. Πολλοί μικροϊδιοκτήτες γης λόγω της κακής οικονομικής τους κατάστασης και των χρεών περιέπιπταν στην κατάσταση του δούλου. Αυτό άρχισε να δημιουργεί κοινωνική κρίση.

Προς το τέλος του αιώνα κάνει την εμφάνισή της η φάλαγγα των οπλιτών. Το γεγονός αυτό θα σημάνει αλλαγές στην αθηναϊκή κοινωνία. Λίγο πριν το 620 ο Δράκοντας με την γραπτή νομοθεσία του ενίσχυσε αφενός τον ρόλο του Αρείου Πάγου (και άρα των ευγενών), αφετέρου έδωσε πολιτικά δικαιώματα και σε άλλες τάξεις πλουσίων «τοις όπλα παρεχομένοις». Προφανώς πρίκειται για τους ζευγίτες που υπηρετούσαν ως οπλίτες, διότι ακριβώς εκτιμήθηκε η αξία των οπλιτών στην υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της πόλεως. Το δικαίωμα συμμετοχής στην φάλαγγα των οπλιτών ήταν αρχικά προνόμιο των μελών της αριστοκρατίας και από τον Δράκοντα επεκτάθηκε σε όσους μπορούσαν να αγοράσουν την πανοπλία.



2. Κατά τον 6ο αιώνα
Στα τέλη του 7ου αιώνα διαπιστώσαμε την ύπαρξη κοινωνικού προβλήματος λόγω της αύξησης των υποδουλωμένων Αθηναίων λόγω χρεών, και της συσσωρεύσεως της ακινήτου περιουσίας σε λίγους. Στις αρχές του 6ου αιώνα ο Σόλωνας εκλέγεται επώνυμος άρχοντας (ένας από τους 9 άρχοντες) και αναλαμβάνει να επιλύσει το πρόβλημα. Κατήργησε την δυνατότητα του «δανείζειν επί σώμασι» αναδρομικώς. Έτσι απελευθερώθηκαν οι Αθηναίοι που είχαν γίνει δούλοι λόγω χρεών. Με την «σεισάχθεια» κατήργησε όλα τα χρέη προς το δημόσιο και απέδωσε στους γεωργούς πίσω τους δημευμένους κλήρους. Διαίρεσε τους ελεύθερους Αθηναίους σε τέσσερις εισοδηματικές τάξεις: πεντακοσιομεδίμνους, ιππείς (τριακοσιομεδίμνους), ζευγίτες (διακοσιομεδίμνους) και θήτες, ανάλογα με το εισόδημα του καθενός.

Ο πλούτος αποδεσμευμένος από την γαιοκτησία ήταν πλέον το κριτήριο της κοινωνικής διαστρωματώσεως. Νομικά κατοχυρώθηκε το δικαίωμα του ελεύθερου πολίτη να μένει πάντα ελεύθερος και να μη περιέρχεται στην κατάσταση της δουλείας. Η καταγωγή από ελεύθερους Αθηναίους γίνεται αναγκαία προϋπόθεση για  απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων.

Τα πολιτικά δικαιώματα της κάθε εισοδηματικής τάξεως γενικώς ήταν: Όλοι οι άνω των 20 ετών ελεύθεροι Αθηναίοι μετείχαν στη συνέλευση του δήμου, η οποία εξέλεγε τους άρχοντες οι οποίοι προέρχονταν από την τάξη των πεντακοσιομεδίμνων. Στην ίδια ανώτατη τάξη ανήκαν και τα μέλη του Αρείου Πάγου. Ιδρύθηκε η Βουλή των 400, τα μέλη της οποίας επιλέγονταν με κλήρωση από αυτούς που ανήκαν στις τρεις ανώτερες τάξεις, και το λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας στο οποίο μπορούσαν να κληρωθούν πολίτες και των τεσσάρων τάξεων.

Από τα μέσα του 6ου αιώνα  μέχρι το 510 π.Χ. μεσολαβεί η τυραννία του Πεισιστράτου και των γιων του, και το 507 π.Χ.  αναλαμβάνει ο Κλεισθένης την αναδιοργάνωση του πολιτεύματος. Ο Κλεισθένης διατήρησε την τετραμερή διαίρεση των πολιτών σε εισοδηματικές τάξεις. Ανασυγκρότησε το πολιτικό σώμα αυξάνοντας τον αριθμό των πολιτών, θεσμοθετώντας τους δήμους και δίνοντας σ' αυτούς το δικαίωμα της πολιτογράφησης, αναδιοργάνωσε τις φυλές ιδρύοντας 10 νέες φυλές στην θέση των 4 που υπήρχαν πριν, θεσμοθέτησε την Βουλή των 500 στην θέση της Βουλής των 400 από την οποία αποκλείονταν οι θήτες. Πάλι όλοι οι πολίτες είχαν δικαίωμα ψήφου στην Εκκλησία του Δήμου, η οποία συνεδρίαζε τακτικότερα και λάμβανε τις σοβαρότερες αποφάσεις. Πρόσβαση στα ανώτατα αξιώματα είχαν τα μέλη των δύο ανωτέρων οικονομικών τάξεων.

Κατά τον αιώνα αυτό συρρέουν στην Αθήνα αρκετοί ξένοι που εγκαθίστανται και απασχολούνται σε μη γεωργικές ασχολίες (έμποροι, τεχνίτες, τραπεζίτες). Για να ξεχωρίζουν από τους εντόπιους ονομάσθηκαν –την εποχή του Κλεισθένη-μέτοικοι. Ξένοι (μη Αθηναίοι) ήταν επίσης και οι δούλοι.

3. Κατά τον 5ο αιώνα
      Κατά τον 5ο αιώνα η κοινωνική διαστρωμάτωση στην Αθήνα είναι: πολίτες, μέτοικοι και δούλοι.  Πολιτικά δικαιώματα είχαν μόνον οι πολίτες. Οι μέτοικοι ήταν ξένοι που κατοικούσαν στην Αθήνα απασχολούμενοι ως τεχνίτες και έμποροι και δεν είχαν δικαίωμα γαιοκτησίας. Οι τρεις αυτές κατηγορίες δεν αποτελούσαν κοινωνικές τάξεις αλλά νομικές κατηγορίες. Αθηναίος που έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα περιέπιπτε στην κατάσταση του μετοίκου. Μέτοικος που δεν μπορούσε να πληρώσει τα χρέη του γινόταν δούλος. Δούλος που απελευθερώνονταν γινόταν μέτοικος.


Όπως ειπώθηκε παραπάνω πολιτικά δικαιώματα έχουν μόνο οι πολίτες, οι οποίοι διαιρούνται στις τέσσερις οικονομικές τάξεις που προαναφέραμε στη προηγούμενη υποενότητα. Βασικό κριτήριο για την απόκτηση της ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη ήταν η καταγωγή από πολίτη, ενώ από το 451 π.Χ.  ήταν η καταγωγή και από τους δύο γονείς Αθηναίους (πολίτη πατέρα και αστή μητέρα). Οι γυναίκες βέβαια δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Οι κόρες όμως των πολιτών (αστές) ήταν φορείς της ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη και την μετέδιδαν στα άρρενα τέκνα τους από νόμιμο γάμο με Αθηναίο πολίτη.


Στις αρχές του αιώνα ο ρόλος του πολέμαρχου, ενός από τους 9 άρχοντες, ατονεί και την ηγεσία του στρατού αναλαμβάνουν οι 10 στρατηγοί με ετήσια θητεία αλλά με απεριόριστη δυνατότητα επανεκλογής, σε αντίθεση με τα άλλα αξιώματα. Μέχρι το 457 π.Χ.  πρόσβαση στα ανώτατα αξιώματα έχουν τα μέλη των τριών ανωτέρων οικονομικών τάξεων. Από τότε και μετά θεωρητικώς όλοι οι πολίτες και των τεσσάρων εισοδηματικών τάξεων έχουν πρόσβαση στα ανώτατα αξιώματα. Για το αξίωμα του στρατηγού έπρεπε όμως να διαθέτουν ακίνητη περιουσία στην Αττική[.

            Το ότι περί τα μέσα του αιώνος οι θήτες απέκτησαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα οφείλεται στην εκτίμηση της συνεισφοράς τους ως κωπηλάτες του στόλου στις νίκες κατά των Περσών. Εκπλήρωναν λοιπόν το βασικό κριτήριο της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας της πατρίδος όπως και οι οπλίτες.

            Στο δικαστήριο της Ηλιαίας και στην Βουλή μπορούσαν να μετάσχουν όλοι οι πολίτες έπειτα από κλήρωση. Στα άλλα δημόσια αξιώματα με εκλογή. Γενικώς οι αρχαίοι πολιτικοί στοχαστές θεωρούσαν την εκλογή χαρακτηριστικό της ολιγαρχίας (διότι οι εκλογές ευνοούν εκείνους που είναι περισσότερο γνωστοί) και την κλήρωση πιο δημοκρατικό σύστημα.

            Πολιτικά δικαιώματα σε μετοίκους μπορούσαν να δοθούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις λόγω της μεγάλης τους συμβολής στην εξυπηρέτηση της ανεξαρτησίας της πόλεως, όπως στην περίπτωση των μετοίκων που βοήθησαν στην απελευθέρωση του φρουρίου της Φυλής.

Β. Το Παραδειγμα της Σπαρτης

Στο παράδειγμα της Σπάρτης δεν θα διακρίνουμε διαφοροποιήσεις ανά χρονική περίοδο. Έχουμε από τον 7ο αιώνα την διαμόρφωση και την παγίωση της κοινωνικής διαστρωματώσεως. Όταν η φάλαγγα των ομοίων θα κατακτήσει την Μεσσηνία, θα μοιρασθούν τα κατακτημένα εδάφη σε ίσες μερίδες μεταξύ των οπλιτών (ομοίων). Οι κοινωνικές ομάδες που διαμορφώνονται είναι οι όμοιοι, οι περίοικοι και οι είλωτες. Αυτή η τριμερής διαίρεση της κοινωνίας παρέμεινε η ίδια και στους αιώνες που ακολούθησαν. Το χαρακτηριστικό αυτό της ακαμψίας και της ελλείψεως προσαρμογής στις κοινωνικές μεταβολές αποτελεί μία διαφορά του παραδείγματος της Σπάρτης από αυτό των Αθηνών.
Περίοικοι ήταν οι κάτοικοι της Λακωνίας, γύρω από την Σπάρτη, ήταν ελεύθεροι, δίχως πολιτικά δικαιώματα εκτός από κάποιον βαθμό αυτοδιοίκησης. Οι είλωτες ήταν οι παλαιοί κάτοικοι της Μεσσηνίας. Ήταν δημόσιοι δούλοι, χωρίς –φυσικά- πολιτικά δικαιώματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλη η σπαρτιατική πολιτική ήταν βασισμένη στην ασφάλεια έναντι των ειλώτων (ήταν πάντοτε σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσουν μία εξέγερση των ειλώτων).
Πολιτικά δικαιώματα είχε μόνον η τάξη των ομοίων, οι οποίοι ήταν και οι οπλίτες. Στην Σπάρτη λοιπόν οι πολίτες ταυτίζονταν με τους οπλίτες. Από την πρώτη στιγμή ίσχυσε το απόλυτο κριτήριο της καταγωγής. Ο όμοιος έπρεπε να είναι Σπαρτιάτης «ἐξ ἀμφοῖν», δηλαδή και από τους δύο γονείς του. Ήταν ένα νομικό κριτήριο διότι αυτό απεδείκνυε ότι ήταν κληρονόμος των ομοίων εκείνων που είχαν καταλάβει την Μεσσηνία και συνεπώς είχε κληρονομικό δικαίωμα να είναι όμοιος. Δεύτερο κριτήριο ήταν η συμμετοχή του ομοίου στα κοινά συσσίτια. Ήταν ένα οικονομικό κριτήριο. Το τρίτο ήταν να έχει ολοκληρώσει την αγωγή των Σπαρτιατών, δηλαδή έπρεπε να ήταν ένας εκπαιδευμένος οπλίτης.
Όποιος δεν κατάφερνε να εκπληρώσει κάποιο από τα κριτήρια αυτά, εξέπιπτε από την τάξη των ομοίων. Και τα τρία κριτήρια αποδεικνύουν ότι πολιτικά δικαιώματα είχαν όσοι μπορούσαν αποδεδειγμένα να προστατεύσουν την ανεξαρτησία της Σπάρτης.
Το πολιτικά δικαιώματα των Σπαρτιατών περιορίζονται στην δια βοής έγκριση ή απόρριψη των προτάσεων που κατατίθενται στην Απέλλα (Εκκλησία του Δήμου) και τα οποία επεξεργαζόταν η Γερουσία. Το σώμα της Γερουσίας αποτελείτο από είκοσι οκτώ ισόβιους αριστοκράτες, τους γέροντες και δύο κληρονομικούς βασιλείς. Όμως από τον 5ο αιώνα (κατά προσέγγιση) θεσμοθετήθηκε ο θεσμός των πέντε εφόρων που εκλεγόταν από την Απέλλα με ετήσια θητεία και με σημαντικές εξουσίες. Μπορούσαν να ελέγξουν τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας από τους βασιλείς και τους γέροντες. Θεωρητικά μπορούσε να εκλεγεί ο οποιοσδήποτε όμοιος ως έφορος. Ο έφοροι γενικώς θεωρούνταν ως εκπρόσωποι της πόλεως. Έφορος σημαίνει επόπτης, και είχαν δικαίωμα να επιτηρούν τα πάντα. Όμως, ο μικρός αριθμός τους σήμαινε ότι ελάχιστοι  μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε αυτό και το ετήσιο της θητείας τους ήταν περιοριστικός παράγοντας της εξουσίας τους, διότι αν είχαν δυσαρεστήσει σε κάτι τους γέροντες ως έφοροι, μετά τη θητεία τους θα είχαν να τους αντιμετωπίσουν δίχως την προστασία του αξιώματος.
Προς το τέλος του 5ου αιώνα πολλοί όμοιοι χάνουν τους κλήρους τους και δημιουργούνται υποκατηγορίες μέσα στην τάξη των ομοίων (οι οποίοι τελικώς είχαν πολλές ανομοιότητες μεταξύ τους). Αυτοί που είχαν ξεπέσει οικονομικώς και δεν μπορούσαν να συνεισφέρουν στα κοινά συσσίτια λέγονταν υπομείονες (=κατώτεροι). Όσοι είχαν δειλιάσει στον πόλεμο λέγονταν τρέσαντες (=αυτοί που έτρεμαν). Και αυτοί δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Αντίθετα, δικαιώματα είχαν οι νεοδάμονες ή νεοδαμώδεις (=νέοι δημότες) που ήταν απελευθερωμένοι είλωτες έπειτα από επιλογή καθώς και οι μόθακες, τέκνα πτωχών πολιτών που τα έξοδα της αγωγής του τα κατέβαλαν πλούσιοι προστάτες.


Από τα παραδείγματα των δύο πόλεων παρατηρούμε ότι και στις δύο περιπτώσεις ουσιαστικώς κυβερνούσε μια μειοψηφία, η οποία στην περίπτωση των Αθηνών ήταν πολύ ευρύτερη. Από τον όλο πληθυσμό που κατοικούσε στις πόλεις, πολιτικά δικαιώματα είχαν μόνον οι ενήλικες ελεύθεροι εντόπιοι άνδρες και από αυτούς όχι όλοι. Η ιδεολογία και στις δύο περιπτώσεις ήταν κοινή. Ο πολίτης ήταν αυτό που είχε την δυνατότητα να υπερασπισθεί την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πόλεως. Ο στρατιωτικός παράγοντας λοιπόν ήταν ο κυριότερος και αυτός που είχε αποφασιστικό ρόλο στην παροχή πολιτικών δικαιωμάτων. Τον στρατιωτικό παράγοντα τον ταυτίζουμε στην περίπτωση των αρχαίων ελληνικών πόλεων με τον πολιτικό.

Όσο εγγυητές της νεοσχηματισμένης πόλεως  ήταν οι αριστοκράτες πολεμιστές που κατείχαν τα άλογα και τα όπλα που εξασφάλιζαν την ελευθερία της πατρίδος, αυτοί μόνον είχαν μερίδιο στην εξουσία. Όταν διαπιστώθηκε η ανάγκη να αποκτήσει κάθε πόλη μεγαλύτερα σώματα οπλιτών, πολιτικά δικαιώματα δόθηκαν σε όσους μπορούσαν να αποκτήσουν την πανοπλία.  Η ισότητα στην διανομή των λαφύρων μεταξύ των οπλιτών συνετέλεσε στην ανάπτυξη της ιδέας της ισότητας μεταξύ των πολιτών στην διανομή της πολιτικής εξουσίας. Μέχρι εδώ η πορεία όλων των ελληνικών πόλεων ήταν κοινή. Στην Σπάρτη ιδιαίτερα, ήταν πιο χαρακτηριστική η ταύτιση πολίτη-οπλίτη.

Στα μέσα του 5ου αιώνα στην Αθήνα οι θήτες-κωπηλάτες του νικηφόρου στόλου των Αθηναίων, απέκτησαν πλήρη δικαιώματα εκλέγειν – εκλέγεσθαι όπως και οι οπλίτες.

Απ' όλα –λοιπόν- τα κριτήρια με τα οποία γινόταν η κοινωνική διαστρωμάτωση σε Αθήνα και Σπάρτη, κύριο ήταν σε όλες τις εποχές το πολιτικό-στρατιωτικό: η παροχή και η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων όφειλε να είναι συνάρτηση της συνεισφοράς μιας ομάδας κατοίκων στην εξασφάλιση της αυτονομίας/ανεξαρτησίας της. Όλα τα λοιπά (οικονομική κατάσταση, καταγωγή) απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση αυτού του βασικού κριτηρίου.

Οι δούλοι στην αρχαία Αθήνα 

.Η άποψη των αρχαίων για τη δουλεία Ελάχιστοι  συγγραφείς  της  αρχαιότητας  καταφέρονται  κατά της  δουλείας.  Για τον Όμηρο και  τους  προκλασικούς  συγγραφείς,  η  δουλεία  ήταν  αναπόφευκτη συνέπεια  του πολέμου. Ο Ηράκλειτος λέει χαρακτηριστικά: «Ο πόλεμος είναι ο πατέρας όλων, ο βασιλιάς όλων... μετατρέπει ορισμένους σε δούλους και σε άλλους χαρίζει την ελευθερία».  Κατά  την  κλασική  εποχή,  την  ύπαρξη  της  δουλείας  δικαιολογούσαν  οι  οικονομικές συνθήκες. Από ηθικής πλευράς, ταυτόχρονα ξεπηδούσε και η ιδέα της «φυσικής δουλείας». 

Ο Αισχύλος αναφέρει στους «Πέρσες» πως «οι Έλληνες δεν αποκαλούνται από κανέναν δούλοι ή υποτελείς», ενώ οι Πέρσες, όπως αναφέρει ο Ευριπίδης στην «Ελένη», είναι «όλοι τους δούλοι με εξαίρεση έναν», εννοώντας το Μεγάλο Βασιλιά. Την ιδέα αυτή μελετά ο Ιπποκράτης στα τέλη  του 5ου  αιώνα  π.Χ. Ο  τελευταίος  ήταν  της  άποψης  ότι  το εύκρατο  κλίμα της Ανατολίας παρήγαγε  ανθρώπους  φιλήσυχους  και  δουλοπρεπείς. Την  εξήγηση  αυτή  υιοθετεί ο Πλάτων,  αλλά  και  ο Αριστοτέλης στα  «Πολιτικά»  του, όπου  και  αναλύει  την  ιδέα  της «φυσικής δουλείας» καθώς, «εκείνος που μπορεί να δει μακρυά με το μυαλό του είναι από τη φύση του ηγεμόνας και από τη φύση του αφέντης, και εκείνος που μπορεί να πραγματοποιήσει πράγματα με το σώμα είναι υποτακτικός και από τη φύση του δούλος». Σε αντίθεση με τα ζώα, ο δούλος αντιλαμβάνεται πράγματα με τη λογική, αλλά δεν μπορεί να τα αμφισβητεί και να τα επεξεργάζεται.  

Παράλληλα, η ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι, είτε ήταν Έλληνες είτε βάρβαροι, άνηκαν στην ίδια φυλή αναπτύχθηκε από τους σοφιστές. Κατ’ επέκταση ορισμένοι άνθρωποι ήταν δούλοι ενώ είχαν την ψυχή ελεύθερου ανθρώπου και αντιστρόφως. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης αναγνώριζε αυτή τη λογική και θεωρούσε πως η δουλεία δεν μπορούσε να επιβληθεί παρά μόνον όταν ο κύριος ήταν καλύτερος του υποτακτικού του, σε αρμονία με τη θεωρία του για τη «φυσική δουλεία». 

Οι  σοφιστές  κατέληγαν πως  η  πραγματική  δουλεία δεν  είχε  να  κάνει  με  την κοινωνική  θέση, αλλά  ήταν  θέμα  καθαρά του  πνεύματος.  Έτσι,  όπως  το  έθεσε ο Μένανδρος, «να είσαι ελεύθερος στο πνεύμα, παρόλο που είσαι δούλος: κι έτσι  απλά θα πάψεις να είσαι δούλος». Αυτή η ιδέα, την οποία επανέλαβαν οι στωικοί και οι επικούρειοι, δεν ήταν τόσο απόρριψη της πρακτικής της δουλείας όσο εκλογίκευσή της. \

Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να αντιληφθούν μια κοινωνία δίχως δούλους. Οι τελευταίοι υπάρχουν ακόμη και στη Νεφελοκοκκυγία στις  «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, όπως και στην ιδανική  πολιτεία  που  περιγράφει  ο  Πλάτων  στους «Νόμους» και  την «Πολιτεία» του. Οι ουτοπικές  πόλεις  που  περιγράφουν  οι Φαλέας  ο  Χαλκηδόνιος και  ο Ιππόδαμος  ο 
7 Μιλήσιος βασίζονται  στην  ίση  κατανομή  της  περιουσίας,  αλλά  οι  δημόσιοι  δούλοι χρησιμοποιούνται ως τεχνίτες  και αγρότες. Οι «ανεστραμμένες κοινωνίες» έθεταν τις γυναίκες στην εξουσία ή ευαγγελίζονταν την ίση κατανομή των αγαθών, όπως στη «Λυσιστράτη» και τις «Εκκλησιάζουσες», αλλά δεν εμφανίζουν ποτέ τους δούλους κύριους των αφεντάδων τους. Οι μόνες κοινωνίες χωρίς δούλους ήταν αυτές του Χρυσού Αιώνος όπου όλες οι ανάγκες είχαν καλυφθεί. Στο είδος αυτό της κοινωνίας, όπως εξηγεί ο Πλάτων, ο καθένας μάζευε γενναιόδωρα καρπούς χωρίς να σπέρνει.  

Η απελευθέρωση των δούλων Η  πρακτική  της  απελευθέρωσης  δούλων  αποδεδειγμένα  ακολουθήθηκε  στη Χίο από τον 6ο αιώνα π.Χ.  Ίσως και να ανάγεται σε παλαιότερη περίοδο, μιας και δεν περιελάμβανε γραφειοκρατία, αλλά γινόταν προφορικά. Ανεπίσημες απελευθερώσεις έλαβαν επίσης χώρα και κατά την κλασική περίοδο. Αρκούσε να υπάρχουν μάρτυρες, που θα συνόδευαν τον πολίτη στη δημόσια  απελευθέρωση  του  δούλου  του,  είτε  σε  κάποιο  θέατρο  είτε  μπροστά  σε  κάποιο δικαστικό σώμα. Αυτή η πρακτική απαγορεύτηκε στην Αθήνα για λόγους κοινωνικής ηρεμίας. Ωστόσο σαν φαινόμενο έγινε σύνηθες κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. όπως μαρτυρούν επιγραφές που βρέθηκαν στους ∆ελφούς και τη ∆ωδώνη. Οι περισσότερες χρονολογούνται τον 2ο και τον 1ο αιώνα π.Χ., καθώς και τον 1ο αιώνα μ.Χ. 

Η ομαδική απελευθέρωση ατόμων ήταν επίσης εφικτή. Γνωστό παράδειγμα είναι μια σχετική περίπτωση στη Θάσο κατά τον 2ο αιώνα π.Χ. Κατά  πάσα  πιθανότητα  έλαβε  χώρα  ενώ  μαινόταν πόλεμος,  με  στόχο  την  ανταμοιβή  των δούλων  εκείνων  για  την  πίστη  τους. Εντούτοις  οι περισσότερες μαρτυρίες  αφορούν απελευθέρωση κάποιου δούλου σύμφωνα με επιθυμία του αφέντη του (άνδρα κυρίως, αλλά και γυναίκας κατά την ελληνιστική περίοδο). Συνήθως απαιτούταν από το δούλο να καταβάλλει ένα χρηματικό ποσό ίσο με την αξία πώλησής του. Για να το πράξει μπορούσε να κάνει οικονομίες ή να πάρει δάνειο («ἔρανος») από τον κύριό του ή ένα φίλο ή αν επρόκειτο για παλακκίδα από κάποιον πελάτη, με διάσημο παράδειγμα την εταίρα Νέαιρα. Η απελευθέρωση επίσης μπορεί να είχε θρησκευτικό χαρακτήρα, οπότε και θεωρούταν ότι ο δούλος πωλήθηκε σε κάποια θεότητα, συχνά στον Απόλλωνα στους ∆ελφούς, ή αφιερωνόταν μετά την απελευθέρωσή του. Ο ναός θα λάμβανε  μέρος  της  χρηματικής  συναλλαγής  και  θα  εγγυόταν για  τη  συμφωνία.  Επίσης  η συναλλαγή μπορούσε να μην έχει καμία σχέση με το θείο, οπότε και οι άρχοντες της πόλης έπαιζαν το ρόλο του εγγυητή.  

Η νέα αυτή ελευθερία του ατόμου μπορούσε να είναι ολική ή μερική, ανάλογα με την επιθυμία του πρώην αφέντη. Στην πρώτη περίπτωση, ο απελεύθερος ήταν προστατευμένος από το  νόμο  απέναντι  σε  κάθε  προσπάθεια  νέας  υποδούλωσης  –  για  παράδειγμα  από  τους 
8 κληρονόμους του πρώην κυρίου. Στη δεύτερη περίπτωση, ο απελεύθερος είχε μια σειρά από υποχρεώσεις  απέναντι  στον  αφέντη  του.  Το  πιο  δεσμευτικό  συμβόλαιο  ήταν  αυτό  της «παραμονής»,  ένα  είδος  δουλείας  περιορισμένης  διάρκειας  κατά  την  οποία  ο  κύριος εξακολουθούσε να έχει πρακτικά καθολικά δικαιώματα.  Από την πλευρά του κράτους, ο απελεύθερος δούλος απείχε πολύ σε θέση από εκείνον τον πολίτη   που   γεννήθηκε   ελεύθερος.   Όπως   διαφαίνεται   από   τις   προτάσεις στους «Νόμους» του Πλάτωνα, είχε διάφορα είδη υποχρεώσεων: παρουσία τρεις φορές το μήνα στο σπίτι του παλαιού κυρίου, απαγόρευση του να γίνει πλουσιότερος από εκείνον κ.ά. Στην πραγματικότητα  οι  απελεύθεροι  ήταν  εγγύτερα  στους μετοίκους,  τους  ξένους  δηλαδή  που διέμεναν στην πόλη, οι οποίοι ήταν μεν ελεύθεροι αλλά δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα.


ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ

Οι κοινωνικοί θεσμοί αποτελούν για κάθε κοινωνία το βασικότερο ίσως συστατικό στοιχείο της. Η δομή τους, οι λειτουργίες που επιτελούν και οι κοινωνικοί ρόλοι που απορρέουν απ' αυτούς σχετίζονται με την επίτευξη ση- μαντικών κοινωνικών σκοπών, γι' αυτό και συνήθως έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα. Η μελέτη των κοινωνικών θεσμών της αρχαίας Ελλάδας επιτρέπει να κατανοήσουμε βαθύτερα τη μορφή και τη λειτουργία της κοινωνίας. Στο κεφάλαιο που ακολουθεί εξετάζεται η οικογένεια, η εκπαίδευση, ο στρατός και η θρησκεία, ως αντιπροσωπευτικά δείγματα θεσμών της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας.

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Ο χαρακτήρας και η εξέλιξη του θεσμού

Το γένος, ως τμήμα ευρύτερων συγγενικών συνόλων, της φατρίας και της φυλής, από την ομηρική εποχή, αποτελούσε έναν εκτεταμένο τύπο οικογένειας. Ο τύπος αυτός συναντάται περισσότερο σε αγροτικές κοινωνίες που έχουν ως κύρια πηγή πλούτου την κτηνοτροφία και περιλαμβάνει τον πρεσβύτερο πρόγονο με τα παιδιά του και τα εγγόνια του. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της οικογένειας του Πριάμου, που περιλάμβανε τον ίδιο, τους 50 γιους, τις 12 κόρες του και τα παιδιά τους. Τα μέλη του γένους συνδέονταν με άρρηκτους δεσμούς πίστης και ο γάμος αποτελούσε μέσο για την ενίσχυση των δεσμών αλληλεγγύης μεταξύ των γενών και την απόκτηση γοήτρου, ή μέσο για την επιβεβαίωση σχέσεων εξάρτησης και υποταγής.

Όταν οι μετακινήσεις των ελληνικών φύλων ολοκληρώθηκαν και άρχισε να δίνεται προτεραιότητα στη γεωργική παραγωγή, η οικογένεια διαφοροποιήθηκε. Καταλυτικό ρόλο τον περιορισμό των λειτουργιών της οικογένειας είχε η ανάπτυξη της πόλης και η εξέλιξη άλλων κοινωνικών θεσμών, όπως για παράδειγμα του στρατού και της δικαιοσύνης. Στην αρχαϊκή εποχή φυλές, φρατρίες και γένη εξακολούθησαν να υπάρχουν, εφόσον τα αριστοκρατικά καθεστώτα έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην καταγωγή, ως κριτήριο για τη συμμετοχή στα ανώτερα πολιτικά αξιώματα. Στην περίοδο αυτή, ο οίκος, δηλαδή ο χώρος που ζει και παράγει η οικογένεια, αποτελούσε για την κοινωνική οργάνωση τη βασική μονάδα, βαθμιαία όμως η σπουδαιότητα του περιορίστηκε. Οι παραδοσιακές δομές του γένους άρχισαν να κλονίζονται, ενώ παράλληλα απόκτησε μεγαλύτερη σημασία η οργάνωση της πόλης.

Στην κλασική και ελληνιστική περίοδο την οικογένεια αποτελούσαν ο άνδρας, η σύζυγος του και τα παιδιά τους. Κοντά τους ζούσαν και όσοι εργάζονταν στο πλαίσιο του οίκου, συνήθως μερικοί δούλοι. Στις δημοκρατικές πόλεις οι άνδρες-πολίτες θεωρούσαν ως κύριο έργο τους τις υποθέσεις της πολιτείας, και ελάχιστα ασχολούνταν με τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειας. Τη φροντίδα γι' αυτές την άφηναν στις γυναίκες. Ωστόσο, ο θεσμός της οικογένειας εθεωρείτο ακόμη ιερός. Στη μάχη των Θερμοπυλών, οι 300 Σπαρτιάτες που έμειναν να πολεμήσουν μέχρι θανάτου, είχαν επιλεγεί από εκείνους που είχαν ήδη αποκτήσει γιους, ώστε να μη σβήσει καμιά σπαρτιατική οικογένεια.

Ο θεσμός της οικογένειας συνδέεται στενά με τη σημασία που αποδίδεται στην κατοχή ακίνητης περιουσίας, μια αντίληψη που σχετίζεται με τους μικρούς γεωργικούς κλήρους της ελληνικής υπαίθρου. Η ακίνητη περιουσία δεν

κληροδοτείται στον πρωτότοκο γιο αλλά μοιράζεται σε ίσα μέρη, με κλήρο, σε όλους τους γιους. Έτσι όμως, αναπόφευκτα ο κλήρος της γης περιορίζεται σε έκταση και δεν είναι δυνατόν να αποδώσει την απαιτούμενη γεωργική παραγωγή. Γι' αυτό, έντονη παραμένει σε όλη την περίοδο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας η πεποίθηση ότι η περιουσία πρέπει να μένει στην οικογένεια, ακόμα και με γάμους μεταξύ συγγενικών προσώπων.

Ο γάμος

Παρόλο που ο γάμος δεν είναι υποχρεωτικός, επιβάλλεται έμμεσα, λόγω της έντονης κοινωνικής κριτικής που ασκείται στους άγαμους. Στη Σπάρτη, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, υπήρχαν τελετές στις οποίες οι άγαμοι παραδίδονταν στη δημόσια χλεύη, περιφερόμενοι γυμνοί και τραγουδώντας άσματα στα οποία παραδέχονταν ότι δίκαια τιμωρούνταν, γιατί παραβίασαν τους νόμους. Η δημιουργία οικογένειας εξυπηρετεί δύο τουλάχιστον βασικούς σκοπούς: Την απόκτηση απογόνων που θα υπηρετήσουν την πόλη και την εξασφάλιση της περίθαλψης των γονέων στα δύσκολα χρόνια πριν απ' το θάνατο.Η εξασφάλιση της διαδοχής όμως προϋποθέτει την ύπαρξη των απαραίτητων οικονομικών όρων, που σχετίζονται απόλυτα με την οικογενειακή περιουσία.

Το μονογαμικό σύστημα. Σ' όλες τις ελληνικές πόλεις, κάθε πολίτης είχε δικαίωμα να έχει μία μόνο σύζυγο. Παρά το γεγονός ότι για τον άνδρα οι εξωσυζυγικές σχέσεις θεωρούνταν νόμιμες, η μονογαμία αποτελούσε θεμελιώδη αρχή για το θεσμό του γάμου και τη δημιουργία οικογένειας. Για τους άνδρες κατάλληλη ηλικία για γάμο θεωρούσαν τα 24-30 χρόνια, ενώ για τις γυναίκες τα 12-16'. Στην Αθήνα, σύμφωνα με νόμο του Περικλή (451 π.Χ.), απαγορευόταν ο γάμος μεταξύ ενός Αθηναίου πολίτη και μιας γυναίκας που δεν ανήκε σε οικογένεια Αθηναίων πολιτών. Η παράβαση του νόμου είχε ως συνέπεια να μην αναγνωρίζονται ως πολίτες τα παιδιά που προέρχονταν απ' αυτό το γάμο και ουσιαστικά να αποκλείονται από την

πολιτική ζωή της Αθήνας. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, παρόμοιες ρυθμίσεις ίσχυαν και στις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως τον 4ο αιώνα π.Χ., ο νόμος δεν εφαρμοζόταν αυστηρά, όταν τα δημογραφικά προβλήματα ήταν εντονότερα και ο αριθμός των γνήσιων πολιτών περιοριζόταν σημαντικά.

Η εγγύη. Το ιδεώδες της ανατροφής των κοριτσιών στην Αθήνα αλλά και σε πολλές άλλες πόλεις της Ελλάδας ήταν η απουσία κάθε επαφής με το άλλο φύλο, μέχρι την ημέρα που θα παντρεύονταν. Έτσι, ο κανόνας για την επιλογή της νύφης ήταν το συνοικέσιο, στο οποίο σχεδόν πάντα έπαιρναν μέρος οι προξενήτρες. Η απόφαση για την τελική επιλογή της νύφης ανήκε αποκλειστικά στον πατέρα του γαμπρού, που αναλάμβανε να συναντηθεί με τον πατέρα της νύφης για να συμφωνηθεί ενώπιον μαρτύρων ο γάμος, χωρίς να είναι απαραίτητη η παρουσία των άμεσα ενδιαφερομένων. Η συμφωνία αυτή, γνωστή ως εγγύη, κάτι ανάλογο με το σημερινό αρραβώνα, παρόλο που ήταν προφορική, είχε το χαρακτήρα μιας σημαντικής νομικής πράξης και αποτελούσε βασική προϋπόθεση για τη σύναψη του γάμου.

Η προίκα. Το βασικότερο αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο της εγγύης ήταν η προίκα, που αποτελούσε το κύριο γνώρισμα ενός νόμιμου γάμου. Ο πατέρας ήταν υποχρεωμένος να δώσει στην κόρη του τουλάχιστον το 1/10 της περιουσίας του ως προίκα, συνήθως σε χρήμα, οικιακά σκεύη, ρούχα, έπιπλα και κοσμήματα. Η ακίνητη περιουσία προοριζόταν για τα αγόρια, και με τον τρόπο αυτό περιοριζόταν, όσο ήταν δυνατό, ο κατακερματισμός της. Η προίκα δεν αποτελούσε ιδιοκτησία του γαμπρού μετά το γάμο. Αντίθετα, σε περίπτωση που αποφάσιζε να χωρίσει από τη σύζυγο του, είχε την υποχρέωση να την επιστρέψει στην οικογένεια της. Έτσι, η προίκα λειτουργούσε και ως μέσο αποτροπής του διαζυγίου. Στη Σπάρτη, σε περίπτωση διαζυγίου ή χηρείας, η προίκα δεν επιστρεφόταν στην οικογένεια της νύφης, αλλά παρέμενε στην ίδια. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τον 4ο αιώνα π.Χ. τα 2/5 της λακωνικής γης ανήκαν σε γυναίκες, κάτι που θεωρείται απαράδεκτο από το μεγάλο φιλόσοφο.

Η γαμήλια τελετή. Στην Αθήνα οι γάμοι γίνονταν συνήθως χειμώνα, όταν ήταν πανσέληνος, το μήνα Γαμηλιώνα (Ιανουάριο), που ήταν αφιερωμένος στην Ήρα, θεά που προστάτευε το γάμο. Οι τελετές κρατούσαν τρεις μέρες. Την πρώτη μέρα γίνονταν προσφορές στους θεούς από τον πατέρα της νύφης. Η ίδια η νύφη πρόσφερε στην Άρτεμη τα παιδικά της παιχνίδια και έτσι δηλωνόταν συμβολικά η αποκοπή από την προηγούμενη ζωή της. Οι μελλόνυμφοι λούζονταν με νερό από μια ιερή πηγή ή ποτάμι2. Τη δεύτερη μέρα ο πατέρας της νύφης παρέθετε γαμήλιο γεύμα και στη συνέχεια οδηγούσαν τη νύφη, πάνω σε άμαξα, στο νέο της σπίτι. Την τρίτη ημέρα η νύφη δεχόταν στο σπίτι τα γαμήλια δώρα. Στη Σπάρτη, στα πλαίσια της γαμήλιας τελετής, προβλεπόταν η διαδικασία της αρπαγής της νύφης από το γαμπρό και η αντίσταση από τη νύφη. Ο Πλούταρχος σημειώνει ότι στην πόλη αυτή, μετά το γάμο, για αρκετό χρονικό διάστημα οι συζυγικές σχέσεις των νεόνυμφων διατηρούσαν ένα χαρακτήρα παρανομίας. Η σύζυγος, μέχρι να αποκτήσει παιδί, έμενε στο πατρικό της σπίτι. Ο σύζυγος την επισκεπτόταν τα βράδια κρυφά και επέστρεφε γρήγορα στο στρατώνα. Έτσι, δεν είναι περίεργο ότι υπήρξαν μερικοί που απέκτησαν παιδιά πριν καλά-καλά να δουν το πρόσωπο της συζύγου τους στο φως της μέρας.

Το διαζύγιο. Στην Αθήνα, όταν οι απιστίες του συζύγου γίνονταν προκλητικές ή η κακομεταχείριση της συζύγου έφτανε σε αφόρητο σημείο, η σύζυγος είχε το δικαίωμα να ζητήσει από τον επώνυμο άρχοντα την απόλειψιν, δηλαδή την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης, χωρίς όμως να είναι βέβαιη η λύση του γάμου. Όταν η Ιππαρέτη, σύζυγος του ονομαστού για τις απιστίες του Αλκιβιάδη, έφτασε στο σημείο να ζητήσει διαζύγιο, ο Αλκιβιάδης την άρπαξε και, περνώντας μέσα από την αγορά, την υποχρέωσε να επιστρέψει στο σπίτι, χωρίς κανένας να τολμήσει να επέμβει. Πιο συχνός όμως τρόπος διάλυσης του γάμου ήταν η έκπεμψις, η αποπομπή της γυναίκας από το σπίτι με πρωτοβουλία του συζύγου, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. Ο γάμος μπορούσε να λυθεί επίσης και από τον πατέρα της νύφης, με την αφαίρεσιν, δηλαδή την επιστροφή της στο πατρικό σπίτι. Πάντως η αφαίρεσις δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί παρά μόνο αν μέχρι τότε δεν είχε γεννηθεί αρσενικό παιδί από το ζευγάρι. Στη Σπάρτη οι περιπτώσεις διαζυγίου ήταν σπάνιες, γιατί η ατεκνία αποτελούσε το μοναδικό λόγο για τη λύση του γάμου.

Η χηρεία. Η γυναίκα που έμενε χήρα, ως κάτοχος της πατρικής αλλά και της συζυγικής περιουσίας, ονομαζόταν επίκληρος και δύσκολα έμενε ελεύθερη για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμα κι' αν η ηλικία της ήταν μεγάλη3. Σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να δεχθεί να γίνει σύζυγος του πιο κοντινού συγγενή της. Πολλές φορές, όταν η περιουσία της ήταν σεβαστή, δεν ήταν λίγοι αυτοί που τη διεκδικούσαν. Το ζήτημα τότε καλούνταν να διευθετήσουν τα δικαστήρια. Έτσι, η περιουσία επέστρεφε στην οικογένεια. Και επειδή ο νόμος απαγόρευε τη διγαμία, αν ο διεκδικητής της χήρας (και της περιουσίας της) που τον δικαίωναν τα δικαστήρια ήταν έγγαμος, υποχρεωνόταν να χρησιμοποιήσει την έκπεμψιν, δηλαδή να πάρει διαζύγιο από τη μέχρι τότε σύζυγο του, ώστε να είναι ελεύθερος για τον καινούριο γάμο.

Η συζυγική πίστη. Στην αθηναϊκή κοινωνία η συζυγική απιστία εκ μέρους της γυναίκας αποτελούσε, σύμφωνα με το νόμο, ανεπανόρθωτο αδίκημα που στρεφόταν όχι μόνο εναντίον του συζύγου και της οικογενείας της, αλλά και εναντίον της πόλης, αφού έτσι δεν παρεχόταν η βεβαιότητα ότι τα παιδιά που γεννιούνται είναι γνήσια. Η τιμωρία για τη γυναίκα στην περίπτωση της μοιχείας περιοριζόταν στην αποπομπή της από το συζυγικό σπίτι ή και στην απαγόρευση της συμμετοχής της στις θρησκευτικές τελετές. Αντίθετα, ο άνδρας-μοιχός αντιμετώπιζε πολύ πιο σοβαρές κυρώσεις. Ο νόμος του Δράκοντα επέτρεπε τη θανάτωσή του από το σύζυγο, στην περίπτωση που συλλαμβανόταν επ' αυτοφώρω, ωστόσο, κατά τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ., το ζήτημα μπορούσε να διευθετηθεί με μια ικανοποιητική χρηματική αποζημίωση. Σε άλλες πόλεις, η τιμωρία του μοιχού μπορούσε να είναι πληρωμή προστίμου, διαπόμπευση ή ακόμα και τύφλωση. Ίσως να φαίνεται περίεργη η επιείκεια με την οποία αντιμετωπίζεται η γυναίκα στην περίπτωση της μοιχείας. Η εξήγηση βρίσκεται στη μειονεκτική

θέση που είχε στην πόλη-κράτος: η γυναίκα δεν είχε πολιτικά δικαιώματα, και επομένως έπρεπε να θεωρείται ανεύθυνη. Ο άνδρας ήταν αυτός στον οποίο έπρεπε να καταλογίζονται όλες οι ευθύνες. Στη Σπάρτη δεν φαίνεται ότι δινόταν ιδιαίτερη σημασία σε θέματα συζυγικής απιστίας. Για τους Σπαρτιάτες ο πιο σημαντικός σκοπός του γάμου ήταν η γέννηση υγιών παιδιών, άξιων υπερασπιστών της πόλης.

Η συζυγική στοργή. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανιχνεύσουμε τις διαθέσεις και τα συναισθήματα μεταξύ των συζύγων και γενικότερα το χαρακτήρα των συζυγικών σχέσεων, κυρίως μέσα από γραπτές πηγές, που κατά κύριο λόγο αφορούν τη νομική θέση των συζύγων και αναγνωρίζουν στις συζύγους περιορισμένους ρόλους. Όμως, πολλά αρχαιολογικά ευρήματα ανασκευάζουν την απόλυτα ωφελιμιστική αντιμετώπιση της γυναίκας ως συζύγου. Σε πολλές επιγραφές επιτύμβιων μνημείων, που βρέθηκαν στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, οι σύζυγοι εκφράζουν με πολλή τρυφερότητα την αγάπη τους για τη σύζυγο που πέθανε και τα συναισθήματα εγκατάλειψης και μοναξιάς που τους άφησε ο θάνατος της4.

Η έκθεσις των βρεφών, δηλαδή η εγκατάλειψή τους σ' ένα σημείο της πόλης, παρόλο που δεν ήταν γενικευμένο και συχνό φαινόμενο, και οι περισσότερες αναφορές γι' αυτό απαντώνται στους ελληνιστικούς χρόνους, αποτελούσε ωστόσο για τους Έλληνες ένα νόμιμο μέσο για να περιορίσουν τα μέλη της οικογενείας τους5. Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε ότι το βάρος της ανατροφής των παιδιών σε κάποιες περιπτώσεις θα ήταν μεγάλο, για να υποχρεώνονται οι γονείς να πάρουν μια τόσο σκληρή απόφαση. Η στενοχώρια οδηγούσε τους Έλληνες στον περιορισμό των γεννήσεων και ο Ησίοδος φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι ο δρόμος προς την ευημερία για μια οικογένεια είναι να έχει μόνο ένα γιο. Όπως ήταν φυσικό, τα βρέφη που υφίσταντο την έκθεσιν ήταν στην πλειονότητά τους κορίτσια. Έτσι ο πατέρας απαλλασσόταν από την υποχρέωση να τα αποκαταστήσει με την

παροχή προίκας και απέφευγε τη συρρίκνωση της περιουσίας του. Η έκθεσις εξάλλου βοηθούσε ώστε να υπάρχει κάποια ισορροπία στον αριθμό των εκπροσώπων κάθε φύλου στο πλαίσιο της πόλης-κράτους, ώστε να μην είναι περισσότερες οι γυναίκες και να μένουν ανύπαντρες. Έτσι, με την έκθεσιν περιορίζονταν οι γυναίκες, όπως με τους πολέμους περιορίζονταν οι άνδρες. Η τύχη του εκτιθεμένου βρέφους ήταν προκαθορισμένη: εφόσον η πατρότητα παρέμενε άγνωστη, όποιος το διέσωζε από το θάνατο τού πρόσφερε τη ζωή ενός δούλου.

Στη σπαρτιατική κοινωνία η έκθεσις των βρεφών δεν είχε ως στόχο τον έλεγχο του αριθμού αγοριών και κοριτσιών αλλά τη φυλετική βελτίωση του σπαρτιατικού λαού. Τα νεογέννητα, αγόρια και κορίτσια, παρουσιάζονταν σε εκπρόσωπους της σπαρτιατικής γερουσίας και, εφόσον κρίνονταν ως ανάπηρα ή ασθενικά, τα εγκατέλειπαν στους Αποθέτες, ένα βάραθρο κοντά στον Ταΰγετο, όπου πέθαιναν αβοήθητα.

Η θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία

Η πολιτική οργάνωση της αρχαίας Ελλάδας, πριν και μετά τη δημιουργία της πόλης-κράτους, περιόριζε τη γυναίκα στην άσκηση συγκεκριμένων οικογενειακών ρόλων και, κατά κανόνα, της παρείχε ελάχιστες ευκαιρίες συμμετοχής στη δημόσια ζωή. Η γυναίκα-σύζυγος ενός άνδρα με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, κλεισμένη τις περισσότερες μέρες του χρόνου μέσα στο σπίτι, είχε ως κύριες ασχολίες της το νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών. Ένας τέτοιος περιορισμός είχε και κάποια διαλείμματα, όταν στην πόλη γίνονταν γιορτές και θρησκευτικές τελετές, ή όταν η οικογένεια συμμετείχε στις συνηθισμένες κοινωνικές εκδηλώσεις. Η γυναίκα δεν αποκλείστηκε ποτέ από τη θρησκευτική ζωή6.

Στην ομηρική κοινωνία, αν και οι γυναίκες είχαν τη δυνατότητα να κινούνται σχετικά ελεύθερα, να συζητούν και να έχουν γνώμη, βρίσκονταν στην απόλυτη δικαιοδοσία του συζύγου τους. Η ομορφιά, η ευαισθησία, η αξιοπρέπεια, η προκοπή και, προ πάντων, η συζυγική πίστη είναι τα χαρίσματα που τους αναγνωρίζονταν και, ως ένα βαθμό, τους επιβάλλονταν. Είναι φανερό ότι στην ομηρική κοινωνία, όπως άλλωστε και στις μεταγενέστερες συντηρητικές κοινωνίες της αρχαίας Ελλάδας, επιβίωσαν ορισμένα στοιχεία παλαιότερων μορφών κοινωνικής οργάνωσης η οποία στηριζόταν στη διαδοχή με βάση το γένος της μητέρας και όχι του πατέρα. Αν και τα ιστορικά τεκμήρια για την αποδοχή αυτής της υπόθεσης σπανίζουν, υπάρχουν ενδείξεις, όπως η αμαζονομαχία ή η εκτεταμένη λατρεία της θεάς της γονιμότητας, που είναι πιθανό να σχετίζονται με κάποια παλαιότερη προνομιακή θέση της γυναίκας. Με τη δημιουργία της πόλης-κράτους οι περιορισμοί στη ζωή των γυναικών αυξήθηκαν προοδευτικά, μέχρι την κλασική εποχή. Μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο και μέχρι την ελληνιστική περίοδο, παρατηρείται μια χαλάρωση στους περιορισμούς αυτούς, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ουσιαστικές αλλαγές στη ζωή των γυναικών7.

Την καθιέρωση αυστηρών κανόνων στη συμπεριφορά των γυναικών δεν μπορούμε να την κατανοήσουμε, παρά μόνο στο πλαίσιο της ιδεολογίας της πόλης-κράτους, της κοινωνικής οργάνωσης και της παραγωγής η οποία βασίζεται στην εργασία των δούλων και άλλων ομάδων, που δεν αναγνωρίζονται ως πολίτες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Για να εξασφαλίζεται η νόμιμη διαδοχή στην οικογένεια, μια διαδοχή που παρείχε όχι μόνο οικονομικά αλλά κυρίως κοινωνικά και πολιτικά προνόμια, έπρεπε να διασφαλίζεται η πατρότητα των απογόνων. Οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί στη ζωή των γυναικών,

Σκηνή αμαζονομαχίας από τη ζωφόρο του μαυσωλείου της Αλικαρνασσού (350 π.Χ., Βρετανικό μουσείο). Ο μύθος των αμαζόνων ενδεχομένως υποδηλώνει ότι σε παλαιότερες εποχές η θέση της γυναίκας στην κοινωνία ήταν διαφορετική.
Σκηνή αμαζονομαχίας από τη ζωφόρο του μαυσωλείου της Αλικαρνασσού (350 π.Χ., Βρετανικό μουσείο). Ο μύθος των αμαζόνων ενδεχομένως υποδηλώνει ότι σε παλαιότερες εποχές η θέση της γυναίκας στην κοινωνία ήταν διαφορετική.
ο αποκλεισμός τους από την κοινωνική ζωή, στόχευαν κυρίως στην προληπτική άσκηση ενός αυστηρού κοινωνικού ελέγχου που διασφάλιζε την περιφρούρηση αυτού που σήμερα θα λέγαμε "συζυγική πίστη".

Η νομική θέση της γυναίκας. Στις περισσότερες ελληνικές πόλεις, κυρίως κατά τους κλασικούς χρόνους, υπάρχει ένα διαμορφωμένο νομικό καθεστώς, που επιβεβαιώνει την εξάρτηση της γυναίκας από κάποιον κύριο. Μέχρι την ημέρα του γάμου της κύριος της είναι ο πατέρας της και μετά απ' αυτόν ο σύζυγος της. Αν ο πατέρας της πέθαινε πριν αυτή παντρευτεί, τότε τη θέση του έπαιρνε ο κληρονόμος του. Αν ο σύζυγος της πέθαινε και η ίδια είχε παιδιά, τότε μπορούσε να παραμείνει στην οικογένεια του συζύγου της, οπότε κύριος της γινόταν ο νόμιμος κληρονόμος του. Αν επέστρεφε στην πατρική οικογένεια είχε ως κύριο τον πατέρα της ή τον κληρονόμο του. Αν ο κύριος μιας γυναίκας επρόκειτο να ταξιδέψει και να λείψει για μεγάλο χρονικό διάστημα από την πόλη, μπορούσε να διορίσει άλλον ως κύριο της συζύγου του για το διάστημα της απουσίας του. Στην Αθήνα μια γυναίκα φαίνεται ότι δεν μπορούσε να είναι ποτέ ανεξάρτητη, δηλαδή χωρίς κανένα κύριο. Μόνο μια γυναίκα-μέτοικος που δεν είχε συγγενείς στην Αθήνα μπορούσε να είναι κύριος του εαυτού της, ήταν όμως υποχρεωμένη να έχει έναν προστάτη, όπως και κάθε μέτοικος, που την αντιπροσώπευε στις νομικές υποθέσεις της.

Η ζωή των ελεύθερων γυναικών

Η ανατροφή. Στην Αθήνα των κλασικών χρόνων αλλά και στις περισσότερες ελληνικές πόλεις, αγόρια και κορίτσια μεγάλωναν με τους ίδιους όρους μέσα στην οικογένεια, μέχρι την ηλικία των επτά χρόνων. Ενώ όμως μετά απ' αυτό το χρονικό όριο η εκπαίδευση των αγοριών γινόταν συστηματικά, την αγωγή των κοριτσιών αναλάμβαναν οι μητέρες τους, μέσα στο σπίτι. Εκτός από τη στοιχειώδη ανάγνωση και γραφή, τα κορίτσια μάθαιναν συστηματικά να υφαίνουν, να πλένουν, να κεντούν, να μαγειρεύουν και να διευθύνουν το νοικοκυριό με αυστηρότητα απέναντι στις δούλες. Ένα τέτοιο σύστημα αγωγής των κοριτσιών αποσκοπούσε στην προετοιμασία τους για τα καθήκοντα της συζύγου-οικονόμου του σπιτιού, που επρόκειτο να αναλάβουν αργότερα. Σε ελάχιστες περιοχές της Ελλάδας, κυρίως στη Σπάρτη, η εκπαίδευση των κοριτσιών δεν διέφερε απ' αυτή των αγοριών. Οι νεαρές Σπαρτιάτισσες γυμνάζονταν μαζί με τα αγόρια, και μάλιστα τα συναγωνίζονταν στο ακόντιο και στο δίσκο, και εμφανίζονταν γυμνές, όπως κι' αυτά, στις θρησκευτικές τελετές. Σύμφωνα με τη νομοθεσία του Λυκούργου η ενασχόληση με τις δουλειές του σπιτιού δεν έπρεπε να είναι έργο των γυναικών της Σπάρτης, αφού και οι δούλοι μπορούσαν να τις κάνουν. Το σπουδαιότερο έργο για τις Σπαρτιάτισσες

ήταν να φέρνουν στον κόσμο γερά παιδιά, και γι' αυτό η σωματική άσκηση ήταν απαραίτητη.Η έγγαμη ζωή. Αν οι γυναίκες στην ομηρική εποχή είχαν κάποιες ελευθερίες, μέχρι το σημείο να παίρνουν το λόγο δημόσια, στην Ελλάδα της κλασικής περιόδου τα δικαιώματα των γυναικών ήταν εξαιρετικά περιορισμένα. Οι παντρεμένες γυναίκες όφειλαν να παραμένουν μέσα στο σπίτι, όπου τους είχε παραχωρηθεί ειδικός χώρος, ο γυναικωνίτης. Παρά τις μικρές διαφορές που μπορεί να υπήρχαν ανάμεσα σε διάφορες πόλεις-κράτη, στις αγροτικές και αστικές περιοχές, στα ανώτερα και κατώτερα στρώματα, το γεγονός ότι οι γυναίκες παρέμεναν στο περιθώριο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής είναι αναμφισβήτητο. Ήταν προορισμένες να εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή, χωρίς να τους αναγνωρίζεται κανένα ουσιαστικό δικαίωμα στη ζωή της πόλης8. Οι δουλειές του σπιτιού και η ανατροφή των παιδιών αποτελούσαν τις βασικές καθημερινές ασχολίες τους. Στην περίπτωση που υπήρχαν δούλες στο σπίτι, η γυναίκα αναλάμβανε να τις καθοδηγεί και να τις ελέγχει. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, η γυναίκα πρέπει να επιθεωρεί τις δούλες, να ανατρέφει τα παιδιά, να ετοιμάζει το φαγητό, να κλώθει, να γνέθει και να υφαίνει στον αργαλειό, ή τουλάχιστον να παρακολουθεί αν γίνονται αυτές οι εργασίες. Στις αγροτικές περιοχές οι γυναίκες βοηθούσαν κατά κανόνα το σύζυγο τους στην καλλιέργεια της γης.

Στις πόλεις, η έξοδος από το σπίτι μιας γυναίκας που ανήκε στα μεσαία ή ανώτερα στρώματα, ήταν φαινόμενο σχετικά ασυνήθιστο, που σε κάθε περίπτωση γινόταν με τη συνοδεία τουλάχιστον μιας υπηρέτριας. Στο σπίτι η παρουσία του άνδρα στη διάρκεια της μέρας ήταν σπάνια. Η φροντίδα για το φαγητό και τις άλλες ανάγκες του σπιτιού έμενε σχεδόν αποκλειστικά στη γυναίκα.

Στη Σπάρτη η ζωή των ανδρών στο στρατώνα και στα πεδία των μαχών δεν ευνοούσε τις συζυγικές σχέσεις ούτε όμως και την τήρηση αυστηρών κανόνων στον περιορισμό της γυναίκας. Στη σπαρτιατική κοινωνία η γυναίκα διατήρησε ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ελληνική περιοχή τη θέση που είχε στην ομηρική κοινωνία και τα προνόμια που επιβίωσαν από την παλαιότερη μητριαρχική κοινωνική οργάνωση. Ο Πλούταρχος παρουσιάζει τις Σπαρτιάτισσες τολμηρές, αρρενωπές και καθόλου υποταγμένες στους συζύγους τους, να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή και να μιλούν ελεύθερα, ακόμα και για σοβαρά ζητήματα.

Δούλες, παλλακίδες και εταίρες
Στο βασικό καθήκον της διαχείρισης του σπιτιού, που απασχολούσε καθημερινά τη σύζυγο, οι δούλες πρόσφεραν αδιαμαρτύρητα τη βοήθειά τους, εκτελώντας συγκεκριμένες εργασίες η κάθε μία. Ιδιαίτερα καθήκοντα μέσα στο σπίτι ασκούσε η οικονόμος, που συνήθως ήταν μεγαλύτερης ηλικίας και έμπιστη δούλη, ενώ υπήρχαν περιπτώσεις που περιστασιακά φιλοξενούνταν και άλλες γυναίκες, οι οποίες ασκούσαν επαγγέλματα όπως αυτό της τροφού ή της μαίας. Οι παλλακίδες ήταν συνήθως δούλες από τις οποίες ο σύζυγος απαιτούσε την ίδια συζυγική πίστη που απαιτούσε και από τη νόμιμη σύζυγο του. Τα παιδιά που προέρχονταν απ' αυτές τις σχέσεις δεν μπορούσαν να αναγνωρισθούν ως νόμιμα, με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, ωστόσο όμως είχαν κάποια δικαιώματα στην πατρική κληρονομιά. Η οργάνωση της οικογενειακής ζωής με τέτοιους όρους, όπου συνυπήρχαν κάτω από την ίδια στέγη οι παλλακίδες και η νόμιμη σύζυγος, φαίνεται ότι γινόταν αποδεκτή από τις γυναίκες χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις, ως απόλυτα φυσική.
Οι εταίρες χρησίμευαν ως συντροφιά των ανδρών στις καθημερινές τους συναναστροφές και στα συμπόσια, από τη στιγμή που οι νόμιμες σύζυγοι έμεναν περιορισμένες στο σπίτι. Η σωματική και πνευματική επαφή με τις εταίρες εξυπηρετούσε ίσως πιο εκλεκτικές ανάγκες των αρχαίων Ελλήνων, γι' αυτό και πολλές εταίρες έχουν συνδέσει το όνομά τους με σημαντικούς άνδρες της αρχαιότητας. Η Ασπασία, διάσημη εταίρα της αρχαιότητας, άσκησε μεγάλη επιρροή στον Περικλή, τον πιο φημισμένο ίσως πολιτικό άνδρα της αρχαίας Ελλάδας, και η Φρύνη στον Πραξιτέλη, έναν από τους σημαντικότερους γλύπτες της κλασικής εποχής.

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Οι ρίζες της ελληνικής 
εκπαίδευσης

Οι αρχές της εκπαιδευτικής παράδοσης που διαμορφώνεται στην Ελλάδα της κλασικής και της ελληνιστικής περιόδου ανάγονται στην ομηρική εποχή. Στην αριστοκρατική κοινωνία που περιγράφει ο Όμηρος καταγράφονται δραστηριότητες, οι οποίες θα αποτελέσουν κύρια στοιχεία της εκπαίδευσης, όπως διαμορφώθηκε στις μεταγενέστερες περιόδους της ιστορίας του Ελληνισμού. Πρόκειται για τη μουσική, τους αθλητικούς αγώνες και την ικανότητα στο χειρισμό του λόγου. Ο Αχιλλέας, μετά τη σύγκρουσή του με τον γαμέμνονα, αποτραβηγμένος στη σκηνή του τραγουδά συνοδευόμενος από τη φόρμιγγα. Οι Αχαιοί, για να τιμήσουν τον Πάτροκλο, οργανώνουν μετά το θάνατο του αθλητικούς αγώνες και ο Όμηρος περιγράφει την πυγμαχία (αγώνισμα αγαπητό και στους Μινωίτες), την πάλη, το τρέξιμο, την τοξοβολία και το κατεξοχήν αριστοκρατικό αγώνισμα, την αρματοδρομία. Οι ομηρικοί ήρωες δεν είναι μόνο σκληροί πολεμιστές. Οι δραστηριότητες και η συμπεριφορά τους αντανακλούν ένα αξιόλογο πολιτιστικό επίπεδο, που εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους σε ποικίλες εκφάνσεις της ζωής, π.χ. απέναντι στις γυναίκες ή στους αντιπάλους.

Δύο είναι τα δομικά στοιχεία της παιδείας των ευγενών, σύμφωνα με την περιγραφή του Ομήρου: το πνευματικό-καλλιτεχνικό και το αθλητικό-πολεμικό.

Ο σοφός κένταυρος Χείρων, δάσκαλος του Αχιλλέα, θα τον διδάξει τον αθλητισμό, το κυνήγι, την ιππασία, το ακόντιο, τη λύρα και ακόμα τη χειρουργική και τη φαρμακευτική. Ένας άλλος δάσκαλος του Αχιλλέα, ο Φοίνιξ, ίσως η ιστορική εκδοχή του Χείρωνα, θα μας παρουσιάσει τη δική του συμβολή στη διαπαιδαγώγηση του ήρωα. Είναι αυτός που τον κατέστησε ικανό στο λόγο, αλλά και στη δράση, "μύθων τε ρητήρα, πρηκτήρα τε έργων", ρήτορα δηλαδή και πολεμιστή.

Το ιδεώδες των ομηρικών ηρώων είναι μια ηρωική ηθική, ηθική της τιμής, η οποία τους ωθεί σε μεγάλα έργα και συμπυκνώνεται στους λόγους του Ιππολόχου στο γιο του Γλαύκο: "αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων", να είσαι πάντα ο άριστος και να ξεπερνάς τους άλλους. Αυτή η ηθική του έρωτα προς τη δόξα, την ατομική διάκριση και την αρετή, δίνει το νόημα στη ζωή και αποτελεί το βασικό παιδευτικό στοιχείο των ομηρικών επών1.

Η εκπαίδευση της ομηρικής εποχής αντανακλά τις αξίες που η συγκεκριμένη κοινωνία υιοθετεί. Ο περιορισμός της στους ευγενείς υποδηλώνει ότι είναι σύστοιχη με την κοινωνική δομή: παιδεία αριστοκρατική σε μια κοινωνία καθαρά αριστοκρατική.

Η Σπαρτιατική εκπαίδευση

Η πορεία της σπαρτιατικής εκπαίδευσης. Η Σπάρτη της αρχαϊκής εποχής, από τον 8ο μέχρι περίπου τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., είναι κέντρο πολιτισμού, όπως φανερώνουν τόσο τα αρχαιολογικά ευρήματα (ναός της Ορθιας Αρτέμιδος) όσο και οι φιλολογικές μαρτυρίες (αποσπάσματα των λυρικών ποιητών Αλκμάνος και Τυρταίου). Η πολιτιστική αυτή ακμή συνδέεται ως ένα βαθμό με την αγωγή των νέων, στοιχεία της οποίας αποτελούν ο αθλητισμός και η μουσική. Η άνθηση του αθλητισμού αποδεικνύεται από τον αριθμό των Σπαρτιατών που καταγράφονται ως νικητές σε ολυμπιάδες. Από το 720 έως το 576 π.Χ., σε σύνολο 81 γνωστών νικητών των Ολυμπιακών αγώνων, οι 46 είναι Σπαρτιάτες. Η αθλητική αγωγή, τουλάχιστον από το πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ., δεν περιορίζεται μόνο στους νέους, αλλά επεκτείνεται και στις νέες Σπαρτιάτισσες.

Σ' ολόκληρο τον 7ο και στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. η Σπάρτη είναι η μουσική πρωτεύουσα της Ελλάδας. Η παρουσία στην πόλη μεγάλων μουσικών και ποιητών (Τέρπανδρος, Θαλήτας, Αλκμάν, Τυρταίος) και η σύνδεση της μουσικής-χορικής καλλιτεχνικής έκφρασης που λαμπρύνει τις θεσμοποιημένες συλλογικές εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν των θεών της πόλης (Υακίνθεια, Κάρνεια, Γυμνοπαιδιές) αποδεικνύουν ότι στη Σπάρτη υπάρχει ένα κοινό το οποίο ενδιαφέρεται για τη μουσική. Οι μεγάλοι δάσκαλοι έρχονται να τη διδάξουν. Το κύριο ωστόσο στοιχείο της αγωγής στη Σπάρτη της αρχαϊκής εποχής και σ' ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο είναι η στρατιωτική εκπαίδευση. Ο Τυρταίος (7ος αιώνας π.Χ.) στις ελεγείες του θα εξυμνήσει τη στρατιωτική αρετή, την οποία θεωρεί ως το ύψιστο ιδεώδες για τον άνθρωπο. Το ιδεώδες αυτό έχει διαφορετικό περιεχόμενο σε σύγκριση με την ομηρική εποχή και σχετίζεται με τη δημιουργία της οπλιτικής φάλαγγας και την αλλαγή στη στρατιωτική τακτική. Με τη νέα τακτική η νίκη είναι αποτέλεσμα όχι της ατομικής ανδραγαθίας αλλά της συλλογικής δράσης2. Οι νέες αυτές αντιλήψεις αντανακλώνται στην εκπαίδευση των νέων, οι οποίοι πρέπει

πλέον να είναι έτοιμοι να υπηρετήσουν το σύνολο, δηλαδή την πόλη τους. Αυτό θα γίνει η κύρια επιδίωξη της εκπαίδευσης.

Από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. περίπου, η Σπάρτη αναδιπλώνεται σε κατεξοχήν συντηρητικές θέσεις και γίνεται μια "κλειστή" κοινωνία. Το καθαρά αθλητικό και καλλιτεχνικό στοιχείο στην αγωγή υποτάσσονται στο κύριο αίτημα που είναι η απόκτηση της πολεμικής αρετής με επίπονη άσκηση και σκληραγωγία. Οι νέοι πρέπει να είναι ικανοί να περιφρουρήσουν το κοινωνικοπολιτικό σύστημα και την ακεραιότητα του σπαρτιατικού κράτους, το οποίο αναλαμβάνει ολοκληρωτικά πλέον την ευθύνη για την αγωγή.

Δομή και περιεχόμενο της σπαρτιατικής εκπαίδευσης. Η αγωγή των Σπαρτιατών αρχίζει στο 7ο έτος της ηλικίας τους και διαρκεί μέχρι το 20ό, έχει συλλογικό χαρακτήρα και βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο ειδικού αξιωματούχου, του παιδονόμου. Μέχρι το 20ό έτος εντάσσονται σε ομάδες (αγέλαι, βούαι) και ασκούνται στην πειθαρχία και στην ανάπτυξη συλλογικού πνεύματος, υπό τη διοίκηση των ικανοτέρων1. Από το 12ο έτος εγκαταλείπουν την οικογένεια και ζουν σε στρατώνες διατρεφόμενοι με λιτότητα, υποκείμενοι σε συνεχή σκληρή εκπαίδευση και υφιστάμενοι δοκιμασίες, όπως μαστιγώσεις, που ενισχύουν την αντοχή και τη στρατιωτική τους ικανότητα.

Σε αντίθεση με το ενδιαφέρον για τη στρατιωτική αγωγή, η πρόνοια για την πνευματική καλλιέργεια αφορά μόνο τα στοιχειώδη, δηλαδή την εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής. Η παλαιά μουσική αγωγή διατηρείται, ως ένα βαθμό, προσαρμοσμένη όμως στους σκοπούς της νέας αγωγής, δηλαδή στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και στην τόνωση της μαχητικής ικανότητας. Η μουσική συνοδεύει το βήμα των στρατιωτών και υπό τους ήχους του αυλού η τρομερή σπαρτιατική φάλαγγα προχωρεί στην επίθεση.

Ανάλογη είναι και η αγωγή των κοριτσιών. Η γυμναστική και οι αθλητικές δραστηριότητες

αποτελούν το κύριο μέρος της αγωγής τους, ενώ η μουσική, ο χορός και το τραγούδι έρχονται σε δεύτερη μοίρα.

Το ιδεώδες της σπαρτιατικής εκπαίδευσης είναι να δημιουργήσει πολίτες με τέλεια στρατιωτική κατάρτιση, απόλυτα προσηλωμένους στην ιδέα της πατρίδας, στα κελεύσματα της οποίας πρέπει να υποτάσσονται μέχρι την υπέρτατη θυσία. Η Σπάρτη δεν αποβλέπει στον ήρωα, αλλά επιδιώκει να δημιουργήσει μια πόλη ηρώων. Υπηρετώντας τις ανάγκες της συγκεκριμένης κοινωνίας, η εκπαίδευση της Σπάρτης επιδιώκει να διαπλάσει έναν ενιαίο τύπο πολιτών που χαρακτηρίζονται από απόλυτη ομοιομορφία.

Η Αθηναϊκή εκπαίδευση

Ο χαρακτήρας και η εξέλιξη της αθηναϊκής εκπαίδευσης. Ενώ στη Σπάρτη η αγωγή των νέων προσαρμόζεται αποκλειστικά στο ιδεώδες της δημιουργίας πολεμιστών, απόλυτα αφοσιωμένων στην υπηρεσία του μεγαλείου της πατρίδας τους, και μένει ανεξέλικτη, στην Αθήνα ακολουθεί μια εξελικτική πορεία. Παράλληλα με την καλλιέργεια του πατριωτικού φρονήματος, η αθηναϊκή εκπαίδευση αποκτά πολυμέρεια και γίνεται πρότυπο για όλη την Ελλάδα, απευθύνεται προς το σύνολο του κοινωνικού σώματος των ελεύθερων πολιτών και,ως ένα βαθμό, παύει πλέον να είναι αποκλειστικό προνόμιο των αριστοκρατών, όπως κατά την ομηρική εποχή.

Το αυξανόμενο ενδιαφέρον για εκπαίδευση δεν είναι πλέον δυνατόν να ικανοποιηθεί με το παραδοσιακό αριστοκρατικό καθεστώς του προσωπικού δασκάλου. Κάτω από την κοινωνική αυτή αναγκαιότητα η εκπαίδευση αρχίζει να γίνεται συλλογική και έτσι εμφανίζεται ο θεσμός του σχολείου.

Ο Αριστοφάνης στις "Νεφέλες" του, αναφερόμενος στην εκπαίδευση της γενιάς των μαραθωνομάχων, επικαλείται την αρχαία παιδεία και σημειώνει ότι, με ελαφρό ντύσιμο κάτω από το χιόνι, οι μαθητές πήγαιναν στον κιθαριστή για να παρακολουθήσουν μαθήματα μουσικής. Η αρχαία παιδεία του Αριστοφάνη αφορά την πρώτη περίοδο της ιστορίας της αθηναϊκής εκπαίδευσης,

που καλύπτει την αρχαϊκή εποχή μέχρι τα μέσα περίπου του 5ου π.Χ. αιώνα4. Η δεύτερη περίοδος εγκαινιάζεται με την εμφάνιση των σοφιστών και του Σωκράτη. Στη διάρκειά της η αθηναϊκή εκπαίδευση θα αποκτήσει την οριστική της διαμόρφωση με την ίδρυση των φιλοσοφικών σχολών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

Εκπαιδευτικές αλλαγές κατά την κλασική εποχή. Οι εκπαιδευτικές αξίες αρχίζουν να διαφοροποιούνται κατά το δεύτερο ήμισυ του 5ου π.Χ. αιώνα. Το πνευματικό-επιστημονικό στοιχείο αποκτά τώρα κυρίαρχη θέση στην εκπαιδευτική δραστηριότητα και την εμπλουτίζει σημαντικά. Παράλληλα μ' αυτό, το αθλητικό στοιχείο συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό μέρος της αγωγής. Είναι αλήθεια ότι το πνευματικό-επιστημονικό στοιχείο εμφανίζεται ως αντικείμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας ήδη από το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. με την ίδρυση των φιλοσοφικών σχολών του Πυθαγόρα και του Ξενοφάνη στη Μεγάλη Ελλάδα και των ιατρικών σχολών στον Κρότωνα και την Κυρήνη.

Οι σοφιστές, δάσκαλοι ανώτερης παιδείας, θα διδάξουν διαλεκτική, ρητορική καθώς και το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων της εποχής5. Με τη διδασκαλία τους, την οποία παρέχουν με αμοιβή σε πλούσιους νέους, επιδιώκουν να τους καταστήσουν ικανούς για την άσκηση της εξουσίας και τη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων, πράγμα το οποίο προϋποθέτει τη διαμόρφωση καλλιεργημένων και υπεύθυνων πολιτών. Η πολιτική λοιπόν αρετή που αποκτάται με την πνευματική καλλιέργεια αποτελεί για τους φιλόδοξους νέους το παιδευτικό ιδεώδες. Το περιεχόμενο της σοφιστικής διδασκαλίας, καθώς και της διδασκαλίας του αντιπάλου των σοφιστών Σωκράτη, ο οποίος διδάσκει ότι η γνώση κατακτάται με το λόγο (λογική) και οδηγεί στην ηθική συμπεριφορά, καθιστά την εκπαίδευση πιο σύνθετη και πιο φιλόδοξη.

Από τον 5ο αιώνα π.Χ. η Αθήνα γίνεται το πνευματικό και εκπαιδευτικό κέντρο της Ελλάδας. Πέρα από την παραδοσιακή στοιχειώδη παιδεία της γυμναστικής για το σώμα και της μουσικής για την ψυχή, ο Πλάτων θεωρεί απαραίτητη τη διδασκαλία της αριθμητικής, της γεωμετρίας, της αστρονομίας και της αρμονίας ως προπαρασκευή για τη διδασκαλία της φιλοσοφίας που είναι η κορωνίδα της εκπαίδευσης. Τα μαθηματικά είναι και για τον Ισοκράτη απαραίτητα ως προπαρασκευαστικό μάθημα, αλλά για τη διδασκαλία της ρητορικής, την οποία θεωρεί ως επιστέγασμα της εκπαιδευτικής δραστηριότητας. Τα προπαρασκευαστικά αυτά μαθήματα θα μπορούσαμε να τα θεωρήσουμε ως ένα είδος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία θα συστηματοποιηθεί κατά την ελληνιστική περίοδο.

Το περιεχόμενο και τα ιδεώδη της αθηναϊκής εκπαίδευσης. Μέχρι το 7ο έτος της ηλικίας τους τα παιδιά στην Αθήνα ανατρέφονται στο σπίτι με παραμύθια και παιχνίδια. Από το 7ο έτος αρχίζει για τα αγόρια η σχολική αγωγή, που περιλαμβάνει τρεις κλάδους: τη γυμναστική, τη μουσική και τα γράμματα7. Οι μαθητές θα φοιτήσουν πρώτα στο γραμματιστή, για να διδαχθούν ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Γράφουν με αιχμηρό αντικείμενο σε ξύλινα πινάκια αλειμμένα με κερί ή με μελάνι σε παπύρους. Παράλληλα αποστηθίζουν αποσπάσματα από τον Όμηρο και από άλλους ποιητές όπως τον Ησίοδο και τον Σόλωνα, με σκοπό την ηθική τους καλλιέργεια. Η θέσπιση του νόμου του οστρακισμού (τέλη 6ου π.Χ. αιώνα) αποτελεί ένδειξη ότι το σώμα των Αθηναίων πολιτών, στην πλειονότητά του τουλάχιστον, πρέπει να γνώριζε, κατά την εποχή αυτή, να γράφει. Μετά το γραμματιστή ακολουθεί η φοίτηση στον κιθαριστή, ο οποίος θα διδάξει τη μουσική που είναι οργανική (κιθάρα ή αυλός) και φωνητική (τραγούδι) σε στίχους λυρικών ποιητών. Μέρος της καλλιτεχνικής παιδείας αποτελεί και ο χορός που διδάσκεται από χοροδιδασκάλους οι οποίοι με έξοδα του χορηγού προετοιμάζουν τους χορούς των νέων για τις εορτές της πόλης..

Η εκπαίδευση ολοκληρώνεται με την φοίτηση στον παιδοτρίβη, δάσκαλο της γυμναστικής που ασκεί τα παιδιά στις παλαίστρες, ενώ οι νέοι ασκούνται στα δημόσια γυμνάσια της Ακαδημίας, του Λυκείου και του Κυνοσάργους. Με τη διδασκαλία της γυμναστικής οι νέοι ετοιμάζονται για τους αθλητικούς αγώνες, η νίκη στους οποίους αποτελεί μεγάλη τιμή. Τα σχολεία είναι ιδιωτικά και η αμοιβή των δασκάλων καταβάλλεται από τους γονείς αλλά και από την πολιτεία, για τα παιδιά εκείνων που έπεσαν για την πατρίδα. Όπως είναι φυσικό, σε αντίθεση με τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, τα παιδιά πλούσιων γονέων έχουν τη δυνατότητα να συνεχίζουν τις σπουδές τους σε ανώτερο επίπεδο και για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η αρχαία αθηναϊκή εκπαίδευση έχει ως βασικά της στοιχεία τη γυμναστική και τη μουσική και το περιεχόμενο της συνεπώς είναι περισσότερο αθλητικό και καλλιτεχνικό, παρά πνευματικό. Το ιδεώδες της παιδείας αυτής είναι να καταστούν οι νέοι καλοί καγαθοί. Να ασκήσουν δηλαδή το σώμα τους, ώστε να αποκτήσει ευρωστία και σωματική ωραιότητα (καλοί), και την ψυχή τους με τη μουσική και την ποίηση, ώστε να γίνουν ενάρετοι (αγαθοί). Πρόκειται για ιδεώδες αθλητικό-ηθικό, που προσιδιάζει μάλλον στους ευγενείς. Οι εκπαιδευτικές εξελίξεις θα διαμορφώσουν το ανθρωπιστικό ιδεώδες της κλασικής παιδείας που συνίσταται στην πνευματική, ηθική, αισθητική και αθλητική καλλιέργεια του ανθρώπου. Οι φιλοσοφικές σχολές του Πλάτωνα στην Ακαδημία, του Αριστοτέλη στο Λύκειο, των

Κυνικών στο Κυνόσαργες και η ρητορική σχολή του Ισοκράτη κοντά στο Λύκειο, αποτελούν ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης. Ακαδημία και Λύκειο θα επηρεάσουν καταλυτικά την πνευματική πορεία της ανθρωπότητας.

Η Ελληνιστική εκπαίδευση

Ο χαρακτήρας της ελληνιστικής εκπαίδευσης

Η ελληνιστική εκπαίδευση είναι η εκπαίδευση ολόκληρου του ελληνικού κόσμου όπως διαμορφώθηκε με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου. Παντού όπου εγκαθίστανται οι Έλληνες αναπτύσσεται η λειτουργία των εκπαιδευτικών τους θεσμών, δηλαδή σχολεία και γυμνάσια. Ως συνέχεια της αθηναϊκής εκπαίδευσης αποτελεί τη συστηματοποίηση και την τελική της σύνθεση, μέσα στο πλέγμα και κάτω από την επίδραση των νέων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που διαμορφώνονται. Οι μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές (πολιτιστική ενοποίηση του ευρύτερου χώρου της ανατολικής Μεσογείου, παρακμή των πόλεων-κρατών, δημιουργία μεγάλων κρατικών οντοτήτων) οδηγούν σε χαλάρωση των σχέσεων πολίτη και κράτους. Μέσα στη γενική αστάθεια το άτομο στρέφεται στον αυτό του, συνειδητοποιεί και διεκδικεί τα δικαιώματά του και την ολοκλήρωσή του. Η εκπαίδευση, λοιπόν, τώρα γίνεται μέσο για πολύπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου και αποκτά σημαντική θέση στις ελληνιστικές κοινωνίες.

Το ιδεώδες της ελληνιστικής εκπαίδευσης είναι το ανθρωπιστικό ιδεώδες της κλασικής εποχής. Ο τύπος του ανθρώπου στον οποίο η εκπαίδευση αποβλέπει είναι ο αυτός που θα συνδυάζει την πνευματική και αισθητική καλλιέργεια με την αθλητική αγωγή και έναν τρόπο ζωής βασισμένο σε κώδικα ηθικών αξιών9. Τα σχολικά προγράμματα αποτυπώνουν το ιδεώδες αυτό, που γονιμοποιεί την εκπαίδευση μέχρι σήμερα.

Για τους ανθρώπους της εποχής η παιδεία είναι το πολυτιμότερο από τα αγαθά που μπορεί να αποκτήσει το άτομο10. Για τους Έλληνες που βρίσκονται μακριά από το μητροπολιτικό ελληνικό χώρο έχει και έναν άλλο ρόλο: να τους βοηθήσει να διατηρήσουν την ελληνικότητά τους, τα ήθη, τον τρόπο ζωής που ξεχωρίζει τον καλλιεργημένο άνθρωπο από τον αμόρφωτο, τον Έλληνα από τον "βάρβαρο", και παράλληλα να καταλάβουν κάποια αξιόλογη θέση στη διοίκηση τους κράτους.

Η ελληνιστική εκπαίδευση λειτουργεί στα πλαίσια της ελληνιστικής πόλης, στην οποία η κεντρική εξουσία έχει εκχωρήσει σημαντικές αρμοδιότητες. Στα πλαίσια αυτά διαμορφώνεται η οργάνωση των σχολείων (δάσκαλοι, μαθήματα κ.ά.). Τα σχολεία είναι συνήθως ιδιωτικά, αλλά πολλές φορές ευκατάστατοι πολίτες παρέχουν δωρεές για συντήρηση σχολείων στοιχειώδους ή μέσης εκπαίδευσης. Οι δωρητές είναι οι λεγόμενοι ενεργέται και τα σχολεία αυτά ελέγχονται από τις αρχές της πόλης.

Σκηνή αθλητικών δραστηριοτήτων από αττική κύλικα (6ος αι. π.Χ., Μουσείο Βερολίνου). 
Η αθλητική αγωγή, από τα αρχαϊκά μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια, έχει αγωνιστικό χαρακτήρα.

Αθλητική και καλλιτεχνική αγωγή. Από την παλαιά εκπαιδευτική παράδοση παραμένει ως σημαντικό μέρος της εκπαιδευτικής δραστηριότητας η φυσική αγωγή. Όπως και κατά το παρελθόν, η φυσική αγωγή προετοιμάζει το νέο για τους αθλητικούς αγώνες και έχει χαρακτήρα αγωνιστικό. Δάσκαλος είναι ο αρχαίος παιδοτρίβης, ο οποίος όμως εκτός από τα διάφορα αθλήματα, γνωρίζει επίσης τους κανόνες υγιεινής και όλες τις κατακτήσεις της ιατρικής σχετικά με την ανάπτυξη του σώματος, όπως και ο γυμναστής, ο δάσκαλος των "επαγγελματιών" αθλητών.

Η μουσική εκπαίδευση ακολουθεί επίσης τα παραδοσιακά πρότυπα", δηλαδή τη διδασκαλία της λύρας, του τραγουδιού και του χορού, ενώ η διδασκαλία του αυλού υποχωρεί και σταδιακά εξαφανίζεται. Προοδευτικά όμως η διδασκαλία της μουσικής υποχωρεί, καθώς οι τεχνικές πρόοδοι την καθιστούν μια εξειδικευμένη μάθηση που δεν απευθύνεται πλέον στο σύνολο των μαθητών αλλά σε ορισμένους απ' αυτούς. Η έκρηξη της καλλιτεχνικής δραστηριότητας στη γλυπτική και τη ζωγραφική είναι ο λόγος για τον οποίο εισάγεται στην εκπαίδευση η διδασκαλία του σχεδίου.

Οι βαθμίδες της εκπαίδευσης. Η συστηματοποίηση της εκπαίδευσης μας επιτρέπει να διακρίνουμε τις τρεις βαθμίδες της: τη στοιχειώδη, που αντιστοιχεί στην ηλικία των 7-14 ετών, τη μέση, που αντιστοιχεί στην ηλικία των 14-18 ετών και την ανώτερη, που απευθύνεται στους έφηβους και τους νέους.
Πινάκιο γραφής (των πρώτων αιώνων μ.Χ., Βρετανικό Μουσείο). Ανάλογα πινάκια χρησιμοποιούνται και στην ελληνιστική εποχή. Ο μαθητής έχει αντιγράψει φράση ηθικοδιδακτικού περιεχομένου, που έχει προηγουμένως γράψει υποδειγματικά ο δάσκαλος.

Σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης υπάρχουν σ' ολόκληρο τον ελληνιστικό κόσμο, όπου υπάρχουν εγκαταστάσεις Ελλήνων. Στις καθαρά ελληνικές περιοχές όλα τα παιδιά που ανήκουν στην κατηγορία των ελευθέρων φοιτούν στα σχολεία, ανεξαρτήτως φύλου. Ο δάσκαλος τους ονομάζεται γραμματιστής και τα διδάσκει ανάγνωση, γραφή, ορθογραφία και αριθμητική. Στους μαθητές αναθέτει επίσης να αποστηθίζουν αποσπάσματα ποιητών και να τα απαγγέλλουν. Οι μαθητές χρησιμοποιούν βιβλία από πάπυρο και πινάκια από ξύλο, για τις σχολικές εργασίες τους. Η παιδαγωγική είναι αυταρχική και οι σωματικές τιμωρίες συνηθισμένο φαινόμενο.

Στη μέση εκπαίδευση σημαντική θέση κατέχουν οι φιλολογικές σπουδές. Το γραμματιστή διαδέχεται ο γραμματικός, δηλαδή, με σημερινούς όρους, ο φιλόλογος, ειδικευμένος στη διδασκαλία των γραμμάτων. Ο γραμματικός θα διδάξει τη γλώσσα, δηλαδή την αττική διάλεκτο, και την ερμηνεία ποιητικών κειμένων. Για τις ανάγκες της διδασκαλίας οι γραμματικοί δημιουργούν ανθολογίες από τα ποιητικά έργα των κλασικών12. Στις ανθολογίες αυτές οφείλουμε τη διάσωση του μεγαλύτερου μέρους της τραγικής ποίησης. Οι φιλολογικές σπουδές είναι μέρος μόνο του προγράμματος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που συμπληρώνεται από την "εγκύκλιο παιδεία", δηλαδή τη γενική μόρφωση, η οποία περιλαμβάνει την αριθμητική, τη γεωμετρία, την αστρονομία και τη μουσική. Η γυμναστική και ο αθλητισμός είναι αυτονόητο ότι είναι ενταγμένα στο πρόγραμμα τόσο της μέσης όσο και της στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Η ανώτερη εκπαίδευση αρχίζει με την είσοδο των νέων στην εφηβεία, κατά την οποία, στα πλαίσια του ομώνυμου θεσμού, η πολιτεία αναλαμβάνει την παροχή σ' αυτούς πολιτικής και στρατιωτικής αγωγής, ώστε να καταστούν ικανοί να ανταποκριθούν στα καθήκοντα του πολίτη-στρατιώτη. Με την πάροδο του χρόνου ο θεσμός θα χάσει το στρατιωτικό του περιεχόμενο και θα εξελιχθεί σε θεσμό παροχής αθλητικής, φιλοσοφικής και επιστημονικής παιδείας στους εφήβους. Για τις σπουδές τους οι έφηβοι έχουν ήδη στη διάθεσή τους βιβλιοθήκες. Η περιφημότερη και αξιολογότερη ήταν η βιβλιοθήκη του μουσείου της Αλεξάνδρειας με 700.000 βιβλία στα χρόνια του Ιουλίου Καίσαρα. Η παρεχόμενη στους νέους φιλοσοφική και ρητορική παιδεία μπορεί να θεωρηθεί ως ανώτερη καθώς αποτελεί συνέχεια και επιστέγασμα της εγκυκλίου παιδείας και της παιδείας του γραμματικού, πάνω στις οποίες οικοδομείται.

Κέντρα ανώτερης παιδείας. Μεγάλα κέντρα παροχής ανώτερης παιδείας υψηλού επιπέδου είναι η Αθήνα και η Αλεξάνδρεια. Σε ό,τι αφορά την Αθήνα, στις παραδοσιακές σχολές του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των Κυνικών των οποίων η λειτουργία συνεχίζεται, προστίθενται από τα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα οι σχολές που ίδρυσαν ο Επίκουρος (Κήπος) και ο Ζήνων (Στοά), που άνοιξαν νέους δρόμους στη φιλοσοφική σκέψη. Στην Αλεξάνδρεια το Μουσείο, που θα λειτουργήσει υπό την αιγίδα των Πτολεμαίων, θα συγκεντρώσει πολλούς από τους σοφούς της εποχής

και θα αποτελέσει κέντρο επιστημονικής έρευνας και πιθανότατα εκπαιδευτικής δραστηριότητας. Σε πολλές περιπτώσεις εφεξής η λέξη μουσείο θα έχει την έννοια του ανώτερου εκπαιδευτικού ιδρύματος.

Σε ό,τι αφορά τις εφαρμοσμένες επιστήμες πολύ οργανωμένη είναι η ιατρική εκπαίδευση, καθώς η επιστήμη της ιατρικής έχει σημειώσει τεράστιες προόδους. Περίφημες ιατρικές σχολές λειτουργούν στην Αλεξάνδρεια, Έφεσο, Πέργαμο και Κω. Αντιθέτως, δεν μαρτυρούνται σχολές για εκπαίδευση νομικών, μηχανικών κ.λπ. και, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει, η κατάρτιση στους κλάδους αυτούς αποκτάται με την εμπειρία και τη μαθητεία στους ειδικούς. Τέλος, ονομαστές είναι οι γραμματικές και ρητορικές σχολές της Ρόδου που, με την οικονομική της ανάπτυξη, γίνεται και αξιόλογο εκπαιδευτικό κέντρο.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ

Η εξέλιξη της στρατιωτικής οργάνωσης

Η εξελικτική πορεία της πολεμικής τέχνης των αρχαίων Ελλήνων συνδέεται άμεσα με την αντίστοιχη κοινωνικοοικονομική και πολιτική κατάσταση των πόλεων-κρατών ή βασιλείων. Στην ιστορία της, με αφετηρία τον 11ο αιώνα π.Χ., μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διαδοχικές φάσεις. Αρχικά η στρατιωτική δύναμη βρίσκεται συγκεντρωμένη στους ηγεμόνες και τους λίγους εκλεκτούς συντρόφους τους. Αυτοί μετακινούνται με άρματα, αλλά συνήθως μάχονται πεζοί. Οι άτακτοι οπλίτες που τους ακολουθούν παίζουν δευτερεύοντα ρόλο.

Η δεύτερη φάση αρχίζει στα μέσα περίπου του 7ου αιώνα π.Χ. με την εμφάνιση της φάλαγγας των οπλιτών, που συνεπάγεται συλλογική μαχητική προσπάθεια. Ο πόλεμος παύει πια να είναι προνόμιο των εκλεκτών, μια και ο λαός τώρα παίρνει ενεργά μέρος στις μάχες. Οι οπλίτες χωρίζονται σε συντάγματα κατά φυλή (5 στη Σπάρτη, 10 στην Αθήνα) και έχουν ομοιόμορφο οπλισμό. Οι λίγοι ιππείς και οι ελαφρά οπλισμένοι πεζοί συνεπικουρούν τη φάλαγγα, η οποία αποτελεί πλέον τη βασική μονάδα του στρατού. Οι μάχες ακολουθούν κάποιο τελετουργικό και διέπονται από ένα είδος αθλητικού πνεύματος.
Οπλιτική φάλαγγα από πρωτοκορινθιακό αγγείο (7ος αι. π.Χ., Villa Giulia, Ρώμη). Η εμφάνιση της οπλιτικής φάλαγγας αποτελεί σπουδαία στρατιωτική καινοτομία με σοβαρότατες πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες

Η τρίτη φάση έρχεται μετά τα Μηδικά. Στην περίοδο αυτή η τεχνική του πολέμου είναι περισσότερο εξελιγμένη. Το ιππικό, οι ψιλοί και το νέο σώμα των πελταστών αναλαμβάνουν ρόλους εξίσου σημαντικούς μ' αυτούς των οπλιτών της φάλαγγας. Παράλληλα αναπτύσσονται νέες τακτικές στην οχύρωση των πόλεων και στους τρόπους πολιορκίας. Η περισσότερο ευέλικτη μακεδόνικη φάλαγγα και το βαρύ ιππικό αλλάζουν ουσιαστικά την τακτική του πολέμου. Το παλιό τελετουργικό και ο αθλητικός χαρακτήρας σταδιακά εξαφανίζονται. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. μάλιστα, κάνουν την εμφάνισή τους και στρατεύματα καθαρά μισθοφορικά.

Ο σπαρτιατικός στρατός

Στο σύνολο των κατοίκων της Λακωνικής οι Σπαρτιάτες πολίτες αποτελούσαν μειονότητα. Έμοιαζαν με στρατό στρατοπεδευμένο σε εχθρική χώρα και ήταν υποχρεωμένοι παράλληλα με τους εξωτερικούς εχθρούς να αντιμετωπίζουν και τους εσωτερικούς. Η ιδιαίτερη, κατά συνέπεια, φροντίδα τους για τα στρατιωτικά ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την κοινωνική τους συγκρότηση. Ήταν πρώτα στρατιώτες και μετά πολίτες, σε αντίθεση με τους άλλους Έλληνες που ήταν πρώτα πολίτες και μετά στρατιώτες. Η αγωγή των νέων και η ζωή των μεγαλυτέρων προσαρμόζονταν στα πλαίσια αυτά. Όλοι οι άνδρες από τα δεκαοκτώ τους χρόνια έως στα εξήντα βρίσκονταν σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα.

Αρχηγός του στρατού ήταν ένας από τους δύο βασιλείς, ενώ οι έφοροι ασκούσαν ένα είδος εποπτείας. Το βαρύ πεζικό (οπλίτες) αποτελούσε το κύριο στρατιωτικό σώμα και ήταν χωρισμένο αρχικά σε τρεις μονάδες, όσες δηλαδή και οι παραδοσιακές φυλές, και αργότερα σε πέντε, όσες και οι κώμες της Σπάρτης. Τις διοικούσαν πολέμαρχοι, λοχαγοί, πεντηκόνταρχοι και ενωμοτάρχαι. Οι στρατιώτες φορούσαν κόκκινο χιτώνα, για να μη φαίνεται το αίμα σε περίπτωση τραυματισμού, και είχαν μακριά μαλλιά, τα οποία συνήθιζαν να χτενίζουν πριν από κάθε μάχη. Ένα επίλεκτο τμήμα 300 ανδρών, οι ιππείς, που αποτελούσε τη φρουρά των βασιλέων, μόνο κατ' όνομα ήταν ιππείς, μια και πολεμούσαν πεζοί. Κανονικό ιππικό δημιουργήθηκε μόλις το 425 π.Χ. και σταδιακά έφτασε τους 600 ιππείς. Το διοικούσε ο ιππαρμοστής και ήταν χωρισμένο σε 6 μόρας. Τα σκληρά γυμνάσια, η αυστηρή πειθαρχία και οι τιμωρίες για κάθε παράπτωμα, που κλιμακώνονταν από απλό ραβδισμό έως το θάνατο ή τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, συνόδευαν τους Σπαρτιάτες στρατιώτες σε όλη τους τη ζωή. Η κατά καιρούς μείωση του αριθμού των ομοίων αποτελούσε μεγάλο πρόβλημα. Συνήθης λύση ήταν η στρατολόγηση περιοίκων και η ένταξή τους σε μονάδες οπλιτών. Αυτό έγινε μετά τον καταστροφικό σεισμό του 464 π.Χ. και τον εξίσου καταστροφικό σε απώλειες Γ ' μεσσηνιακό πόλεμο. Ο μεγαλύτερος αριθμός οπλιτών που παρέταξε ποτέ η Σπάρτη ήταν το 479 π.Χ. στη μάχη των Πλαταιών (5.000 Σπαρτιάτες, 5.000 περίοικοι και 30.000 ελαφρά οπλισμένοι είλωτες). Βασική μονάδα του σπαρτιατικού στρατού ήταν η ενωμοτία, την οποία αποτελούσαν 32 άνδρες που παρατάσσονταν συνήθως σε τετράδες, ώστε είχε βάθος οκτώ ανδρών. Δύο ενωμοτίαι συγκροτούσαν μία πεντηκοστύα, δύο πεντηκοστύαι ένα λόχο και τέσσερις λόχοι την μόραν (512 οπλίτες).


Ο αθηναϊκός στρατός
Ο Αθηναίος από τα 18-20 χρόνια του ως έφηβος υπηρετούσε την κανονική του στρατιωτική θητεία, από τα 20-50 ως οπλίτης ή ιππεύς καταλόγου έπαιρνε μέρος στις εκστρατείες, όταν η πατρίδα τον καλούσε, και από τα 50-60 ως πρεσβύτατος, φρόντιζε μαζί με τους εφήβους και τους μετοίκους την άμυνα της πόλης (εθνοφρουρά). Με άλλα λόγια για 42 χρόνια ήταν στη διάθεση του κράτους. Γυμναζόταν όχι μόνο για να γίνει καλός πολεμιστής αλλά και γιατί θεωρούσε τη γυμναστική κύριο συστατικό του εύ ζην, και εκπαιδευόταν για να γίνει καλός πολίτης της και καλός στρατιώτης ταυτόχρονα. Στην αρχή κάθε αττικού έτους οι έφηβοι γράφονταν ως δημότες στο δήμο του πατέρα τους. Αφού περνούσαν τη γραφειοκρατική διαδικασία πήγαιναν στο ναό της Αγλαύρου Αθηνάς και έδιναν πάνω στο βωμό της το γνωστό όρκο1. Μετά τον πρώτο χρόνο περνούσαν από επιθεώρηση, παρελαύνοντας μπροστά στο λαό, ο οποίος και έκρινε κατά πόσο ήταν επιτυχής η εκπαίδευση. Το κράτος παραχωρούσε στον καθένα μια ασπίδα και ένα δόρυ. Με τα εφόδια αυτά άρχιζε το δεύτερο έτος, κατά το οποίο συνήθως φρουρούσαν διάφορα μέρη της Αττικής. Η παραμονή των εφήβων στα απομακρυσμένα φρούρια ήταν διττά ωφέλιμη για τους κατοίκους των γειτονικών δήμων. Από το ένα μέρος έβρισκαν καλούς πελάτες για τα προϊόντα τους και από το άλλο εκπολιτίζονταν από την επαφή τους με φορείς ενός νέου, πρωτόγνωρου ίσως γι' αυτούς, πνεύματος2.

Η Αθήνα γενικά ως ναυτική δύναμη ποτέ δεν είχε μεγάλο αριθμό στρατιωτών ξηράς. Το 431 π.Χ. μπορούσε να παρατάξει 13.000 πεζούς, 1.000 ιππείς, 1.400 εφήβους, 2.500 παλαίμαχους για τη φύλαξη των συνόρων και 9.500 μέτοικους. Οι οπλίτες ήταν χωρισμένοι σε δέκα μονάδες, όσες δηλαδή και οι αθηναϊκές φυλές, τις οποίες διοικούσαν οι ταξίαρχοι, που εκλέγονταν από την εκκλησία του δήμου, και οι λοχαγοί. Το γενικό πρόσταγμα από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. είχαν οι δέκα στρατηγοί, εκλεγμένοι ένας από κάθε φυλή, για ένα χρόνο. Ο πολέμαρχος προέδρευε στα συμβούλιά τους και ήταν τυπικά αρχιστράτηγος.

Καθημερινά πολέμαρχος γινόταν και άλλος στρατηγός. Το πολυπρόσωπο της στρατιωτικής ηγεσίας, το ενιαύσιο της θητείας των στρατηγών και η καθημερινή εναλλαγή τους στην ανώτατη στρατιωτική εξουσία εξηγείται μόνο αν συναρτηθεί με το φόβο και την αποστροφή που ένιωθαν οι Αθηναίοι για την τυραννίδα. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. άρχισε να γίνεται κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των στρατηγών.

Όπλα και στρατιωτικά σώματα

1. Οι οπλίτες (βαρύ πεζικό) της φάλαγγας, που ήταν το κύριο σώμα κάθε στρατού και για τους οποίους έγινε λόγος προηγουμένως, χρησιμοποιούσαν ως αμυντικά όπλα το θώρακα, το κράνος (περικεφαλαία) και την ασπίδα και ως επιθετικά το δόρυ και το ξίφος. Το θώρακα αποτελούσαν δυο πλάκες, κατά κανόνα ορειχάλκινες, που κάλυπταν το στήθος και την πλάτη, και ενώνονταν με διάφορους τρόπους. Η περικεφαλαία στα ομηρικά χρόνια ήταν βαριά και στολισμένη με λοφίο, ενώ στα μετέπειτα χρόνια έγινε πιο ελαφριά. Η ασπίδα ήταν συνήθως στρογγυλή με κυρτή μεταλλική εξωτερική επιφάνεια και διάμετρο γύρω στα 90 εκατοστά. Το δόρυ ήταν ένα ξύλινο κοντάρι γύρω στα δύο μέτρα με μεταλλική αιχμή στη μια ή και στις δύο άκρες. Τέλος, το ξίφος ήταν ένα μακρύ εγχειρίδιο (γύρω στα 60 εκατοστά) με διπλή κόψη.

2. Το ελαφρύ πεζικό (ψιλοί) το αποτελούσαν κυρίως σφενδονήτες, ακοντιστές και τοξότες, που προέρχονταν από τα κατώτερα οικονομικά στρώματα και δεν χρησιμοποιούσαν, συνήθως, αμυντικά όπλα. Αποστολή τους ήταν να καλύπτουν τη φάλαγγα των οπλιτών ή να παρενοχλούν από μακριά τον εχθρό. Πριν από την εμφάνιση της φάλαγγας ή σε περιοχές όπου για διάφορους λόγους η ανάπτυξη φάλαγγας ήταν αδύνατη, οι ψιλοί αποτελούσαν βασική δύναμη και σε πολλές περιπτώσεις είχαν αποκτήσει μεγάλη φήμη (π.χ. οι Κρητικοί ως τοξότες, οι Θράκες ως ακοντιστές και οι Ροδίτες ως σφενδονήτες). Σε πολλές περιπτώσεις οι τοξότες πολεμούσαν και έφιπποι (ιπποτοξότες).

3. Το σώμα των πελταστών διαμορφώθηκε ουσιαστικά από τον Αθηναίο στρατηγό Ιφικράτη κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.. Οι πελταστές ήταν ελαφρά οπλισμένοι οπλίτες. Η ασπίδα που κρατούσαν (πέλτη) ήταν μικρή και κυρτή. Δεν φορούσαν θώρακα και πολεμούσαν με δόρυ και ξίφος. Ανάλογο σώμα είχαν χρησιμοποιήσει οι Βοιωτοί παλιότερα, στη μάχη του Δηλίου, αλλά με περιορισμένο αριθμό ανδρών. Ο Ιφικράτης θέλησε να συνδυάσει στους πελταστές του τον οπλισμό των οπλιτών και την ευελιξία των ψιλών3. Τα αποτελέσματα ήταν ικανοποιητικά. Ο ίδιος νίκησε με το σώμα αυτό ακόμα και Σπαρτιάτες οπλίτες. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και άλλες ελληνικές πόλεις.

Μακεδόνικη φάλαγγα (αναπαράσταση). Το κύριο επιθετικό όπλο της μακεδόνικης φάλαγγας ήταν η σάρισα που ως καινοτομία επηρέασε τη στρατιωτική τακτική.

4. Η μακεδόνικη φάλαγγα ήταν επινόηση του Φιλίππου Β '. Υπήρξε ο σπουδαιότερος νεωτερισμός από την εποχή της εμφάνισης της φάλαγγας των οπλιτών (7ος π.Χ. αιώνας) και οι επιδράσεις της στην ελληνική και παγκόσμια ιστορία είναι πολλές και ποικίλες. Ο Μακεδόνας βασιλιάς, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ιφικράτη, προσπάθησε να ρίξει το βάρος στον επιθετικό οπλισμό των οπλιτών (πεζεταίρων) και να ελαφρώσει τον αμυντικό. Έτσι ο θώρακας έπαψε να είναι μεταλλικός, η διάμετρος της ασπίδας περιορίστηκε σε 60 περίπου εκατοστά, ενώ παράλληλα το δόρυ (σάρισα) αυξήθηκε σε μήκος δύο ή και τρεις φορές. Η ελαφριά ασπίδα μπορούσε τώρα να κρεμιέται στον αριστερό ώμο των πεζεταίρων και έτσι αυτοί είχαν την ευχέρεια να χειρίζονται τη σάρισα και με τα δυο τους χέρια.

Παρατάσσονταν συνήθως σε 16 ζυγούς. Όταν προχωρούσαν στη μάχη οι οπλίτες των πέντε πρώτων σειρών κρατούσαν με τα δυο τους χέρια τη σάρισα στραμμένη προς τον εχθρό. Έτσι δημιουργούσαν ένα τείχος από αιχμές αδιαπέραστο και τρομακτικό. Ακόμα και ο νικητής στη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) Αιμίλιος Παύλος, σύμφωνα με τον Πολύβιο, είχε τρομάξει με το θέαμα: "..μηδέν εωρακέναι φοβερώτερον καί δεινότερον φάλαγγος μακεδόνικης." Με το κινούμενο δάσος και τείχος αιχμών οι Μακεδόνες πλεονεκτούσαν στο πρώτο ιδίως χτύπημα, εφόσον χτυπούσαν πολλοί ζυγοί μαζί και επειδή κρατούσαν σε απόσταση τους αντιπάλους τους, λόγω του μήκους της σάρισας. Δεν επιδίωκαν να τρέξουν με ορμή για να διασπάσουν την εχθρική παράταξη με τα πρώτα χτυπήματα. Στόχος τους ήταν να βρίσκονται σε διαρκή προς τα εμπρός κίνηση και να απωθούν τον εχθρό έως ότου τον υποχρεώσουν σε υποχώρηση. Σε εδάφη ορεινά και ανώμαλα η αποτελεσματικότητα της μακεδονικής, όπως εξάλλου και κάθε άλλης φάλαγγας, ήταν περιορισμένη.

Πόλεμος και θρησκευτική πίστη

Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να δίνουν θρησκευτική χροιά στις πολεμικές τους επιχειρήσεις. Ο φόβος της ήττας και του θανάτου που τους διακατείχε μόνο με μεταφυσικές προσδοκίες μπορούσε να υπερνικηθεί. Δεν αποφάσιζαν πόλεμο χωρίς να ρωτήσουν κάποιο μαντείο, δεν άρχιζαν τις εχθροπραξίες χωρίς επίσημη κήρυξη του πολέμου (με κήρυκα που θεωρούσαν ιερό πρόσωπο) και δεν ξεκινούσαν από την πόλη τους για εκστρατεία χωρίς να τηρήσουν κάποιο καθιερωμένο τελετουργικό. Το γεγονός ότι οι χρησμοί των μαντείων ήταν πολλές φορές ασαφείς, αμφίσημοι ή κατευθυνόμενοι, ώστε και σύγχυση να προκαλούν και να αποπροσανατολίζουν τους ενδιαφερόμενους, μπορεί να έκανε κάποιους ηγέτες δύσπιστους, αλλά κανένας δεν τολμούσε δημόσια να αμφισβητήσει τη βαρύτητά τους. Οι Σπαρτιάτες δεν πρόφτασαν να πολεμήσουν στο Μαραθώνα, γιατί περίμεναν να γίνει πανσέληνος για να ξεκινήσουν από την πόλη τους. Και στις Πλαταιές, όταν οι Πέρσες είχαν ήδη αρχίσει να βαδίζουν εναντίον τους, αυτοί παρέμεναν αδρανείς, περιμένοντας τους καλούς οιωνούς, για να αντεπιτεθούν4. Οι Αθηναίοι, πάλι, συνήθιζαν να αποδίδουν την καταστροφή τους, κατά τη σικελική εκστρατεία, στο ότι είχαν ξεκινήσει κάποια αποφράδα ημέρα. Η πίστη ότι στις μάχες συμμετείχαν θεοί και ήρωες, που διακρίνουμε στα ομηρικά έπη, διατηρήθηκε και στις επόμενες περιόδους. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, οι Αθηναίοι στρατιώτες έβλεπαν στο Μαραθώνα το Θησέα να πολεμά μαζί τους5. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, την κάθε νίκη τους την απέδιδαν σε συγκεκριμένους θεούς, τους οποίους και τιμούσαν στήνοντας τρόπαια (σωρό από εχθρικά όπλα) στα πεδία των μαχών ή προσφέροντας το 1/10 των λαφύρων ως ανάθημα στο ναό τους. Τέλος, όταν υπέγραφαν συνθήκη ειρήνης ή όταν αποφάσιζαν κάποια εφήμερη ανακωχή, τους θεούς καλούσαν ως εγγυητές. Κάθε παραβίαση των ιερών αυτών συμφωνιών τη θεωρούσαν περιφρόνηση προς τους θεούς και την απέφευγαν.

Στρατηγική και τακτική στην ξηρά

Από την εποχή του Ομήρου έως τα κλασικά χρόνια η στρατηγική του πολέμου ελάχιστα διαφοροποιήθηκε. Οι βαριά οπλισμένοι ομηρικοί ήρωες πολεμούσαν συνήθως πεζοί κατά των αντιπάλων τους. Οι μάχες είχαν μορφή μονομαχιών. Οι επίσης βαριά οπλισμένοι οπλίτες της μετέπειτα φάλαγγας βάδιζαν όσο το δυνατόν γρηγορότερα προς την αντίπαλη παράταξη, από το ένα μέρος για να αποφεύγουν τα βέλη και τα ακόντια που έριχναν εναντίον τους οι "ψιλοί" και από το άλλο για να τη διασπάσουν χτυπώντας την με δύναμη και ορμή. Πολλές φορές επιχειρούσαν παραπλανητικές κινήσεις πριν φτάσουν στον τελικό σχηματισμό για επίθεση και άλλες φορές, ακόμα και κατά τη διάρκεια της μάχης, προέβαιναν, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, σε αλλαγές τακτικής. Πάντα βέβαια η κατάληξη ήταν οι ατομικές συγκρούσεις, που λίγο διέφεραν από τις ομηρικές μονομαχίες. Ως πρώτη καινοτομία μπορεί να θεωρηθεί η έμπνευση του Μιλτιάδη στη μάχη του Μαραθώνα να πυκνώσει τις πτέρυγες της παράταξης και να αραιώσει το κέντρο. Σοβαρές εξελίξεις στρατηγικής παρουσιάζονται στην εποχή του Ιφικράτη, του Επαμεινώνδα και του Φιλίππου.

Οι πελταστές του Ιφικράτη κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα ανέτρεψαν άρδην την επικρατούσα πολεμική τακτική. Οι επιθέσεις τους εναντίον της εχθρικής φάλαγγας έμοιαζαν με καταδρομικές επιχειρήσεις. Χτυπούσαν ορμητικά, εκμεταλλευόμενοι το μακρύτερο δόρυ τους και τη δυνατότητα ευελιξίας που είχαν λόγω της έλλειψης αμυντικού οπλισμού και υποχωρούσαν όταν συναντούσαν αντίσταση, για να επιτεθούν ευθύς αμέσως. Εφάρμοζαν δηλαδή ένα είδος κλεφτοπόλεμου, έφθειραν τον εχθρό και τον ανάγκαζαν να υποχωρήσει.

Η λοξή φάλαγγα , δηλαδή η πύκνωση του ενός κέρατος της παράταξης (με 25 ζυγούς βάθος) και η συνακόλουθη εξασθένηση του κέντρου και του άλλου κέρατος, δοκιμάστηκε για πρώτη ίσως φορά από τους Θηβαίους στη μάχη του Δηλίου το 425 π.Χ. και απέδωσε αποτελέσματα (νίκησαν τους Αθηναίους). Ακολούθησαν και άλλες επιτυχείς εφαρμογές της, πάντοτε όμως με τη συνεργασία του ισχυρού βοιωτικού ιππικού. Ο Επαμεινώνδας τελειοποίησε τη λοξή φάλαγγα στα Λεύκτρα (371 π.Χ.), όταν βρέθηκε απέναντι σε πολυπληθέστερους αντιπάλους. Πύκνωσε (με 50 ζυγούς) την αριστερή πτέρυγα της παράταξής του, για να πλήξει το δεξιό της αντίπαλης φάλαγγας, όπου είχαν παραταχθεί οι Σπαρτιάτες με το βασιλιά τους Κλεόμβροτο. Ταυτόχρονα ανέθεσε στο ιππικό του να χτυπήσει το αντίπαλο ιππικό και άφησε τον επίλεκτο Ιερό Λόχο σε εφεδρεία, με εντολή να επιτεθεί μόνο σε περίπτωση που οι εχθροί θα επιχειρούσαν κυκλωτική κίνηση προς την αριστερή πτέρυγα με την οποία έκανε την επίθεση. Το ίδιο σχεδόν στρατηγικό σχέδιο εφάρμοσε και στη Μαντινεία (362 π.Χ.). Η στρατηγική του Φιλίππου ήταν σαφώς επηρεασμένη από αυτήν του Επαμεινώνδα. Εφάρμοζε και αυτός τη λοξή φάλαγγα και τη μη ταυτόχρονη επίθεση όλων των τμημάτων της παράταξης, αλλά απέφευγε το υπερβολικό βάθος της πτέρυγας που έκανε την επίθεση και ανέθετε

διαφορετικούς ρόλους στα υπόλοιπα σώματα του στρατεύματος. Την πρωτοβουλία, για παράδειγμα, δημιουργίας ρήγματος στην αντίπαλη παράταξη αναλάμβανε πρώτιστα το βαρύ ιππικό του. Επίσης δεν απέφευγε να μετακινεί το σύνολο της φάλαγγας ακόμα και προς τα πίσω, προκειμένου να οδηγεί τον εχθρό στον κατάλληλο γι' αυτόν χώρο και ταυτόχρονα να διασπά τη συνοχή της αντίπαλης παράταξής.

Το ναυτικό και η ναυτική στρατηγική

Οι πεντηκόντοροι έως τον 5ο π.Χ. αιώνα και οι τριήρεις στη συνέχεια αποτελούσαν τα κύρια πολεμικά πλοία των Ελλήνων κατά την αρχαιότητα. Η πεντηκόντορος είχε μια σειρά με 50 κουπιά, που τραβούσαν ισάριθμοι κωπηλάτες. Η τριήρης διέθετε τρεις σειρές κουπιά. Το μήκος της ήταν γύρω στα 50 μέτρα και το πλάτος της γύρω στα 7. Η πλώρη της κατέληγε σε έμβολο, ενώ η πρύμνη της σε καμπύλη. Εκτός από τους απαραίτητους 170 κωπηλάτες, στην τριήρη υπηρετούσαν και λίγοι ναύτες, λίγοι οπλίτες για περίπτωση σύγκρουσης με εχθρό, ο κυβερνήτης (τριήραρχος) και λίγοι αξιωματικοί, συνολικά περίπου 30.

Για τη στρατηγική που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες στους ναυτικούς αγώνες τους χαρακτηριστικά δείγματα μας δίνει ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας την πολιορκία των Συρακουσών από τους Αθηναίους. Γενικά, ο κυβερνήτης κάθε πολεμικού πλοίου προσπαθούσε να εμβολίσει στο πλευρό το εχθρικό πλοίο, για να το βυθίσει, ή να το πλευρίσει πλέοντας με ταχύτητα και υψωμένα τα κουπιά, για να συντρίψει τα κουπιά του και να το ακινητοποιήσει. Οι κινήσεις αυτές, όπως και άλλες που ήταν απαραίτητες για τους εκάστοτε αναγκαίους σχηματισμούς, προϋπέθεταν εξάσκηση των πληρωμάτων, για την οποία οι Αθηναίοι τουλάχιστον έδειχναν ιδιαίτερη επιμέλεια. Ο Ιφικράτης, που γνωρίσαμε ως δημιουργό του εξελιγμένου σώματος των πελταστών, φαίνεται ότι και στη ναυτική πολεμική τέχνη εισήγαγε καινοτομίες. Ο Ξενοφώντας αναφέρει στα "Ελληνικά" του ότι εξασκούσε τα πληρώματα να οδηγούν τα πλοία σε ποικίλους σχηματισμούς και, για να επιτυγχάνει το καλύτερο αποτέλεσμα, αθλοθετούσε βραβεία ως κίνητρα.

Πηγές / Βιβλιογραφία / Φωτογραφίες

Pocock, J. G. A. (1998). The Citizenship Debates. Chapter 2 — The Ideal of Citizenship since Classical Times (originally published in Queen's Quarterly 99, no. 1). Minneapolis, MN: The University of Minnesota. p. 31. ISBN 0-8166-2880-7.
Weber, Max (1998). Citizenship in Ancient and Medieval Cities. Chapter 3. Minneapolis, MN: The University of Minnesota. pp. 43–49. ISBN 0-8166-2880-7.
Zarrow, Peter (1997), Fogel, Joshua A.; Zarrow, Peter G., eds., Imagining the People: Chinese Intellectuals and the Concept of Citizenship, 1890-1920, Armonk, NY: M. E. Sharpe, p. 3, ISBN 0-7656-0098-6
Cameron, Averil (2009). The Byzantines (in Greek). Translated by Giorgos Tzimas. Athens: Editions Psychogios. ISBN 978-960-453-529-3.
Fine, John V. A. (1991). The Early Medieval Balkans: A Critical Survey from the Sixth to the Late Twelfth Century. Michigan University Press. ISBN 978-0-472-08149-3.
Fögen, Marie Theres (1994). "Legislation in Byzantium: A Political and a Bureaucratic Technique". In Laiou, Angeliki E. Law and Society in Byzantium. Dumbarton Oaks. ISBN 0-88402-222-6.
Jokisch, Benjamin (2007). Islamic Imperial Law: Harun-Al-Rashid's Codification Project. Walter de Gruyter GmbH. ISBN 9783110924343.
Morris, Rosemary (1992). "Dispute Settlement in the Byzantine Provinces in the Tenth Century". In Davies, Wendy; Fouracre, Paul. The Settlement of Disputes in Early Medieval Europe. Cambridge University Press. ISBN 0-521-42895-5.
Mousourakis, George (2003). The Historical and Institutional Context of Roman Law. Ashgate Publishing. ISBN 0-7546-2108-1.
External links
Carol G. Thomas (1988). Paths from ancient Greece. BRILL. pp. 27–50. ISBN 978-90-04-08846-7. Retrieved 12 June 2011.
Maura Ellyn; Maura McGinnis (2004). Greece: A Primary Source Cultural Guide. The Rosen Publishing Group. p. 8. ISBN 978-0-8239-3999-2.
John E. Findling; Kimberly D. Pelle (2004). Encyclopedia of the Modern Olympic Movement. Greenwood Publishing Group. p. 23. ISBN 978-0-313-32278-5.
Wayne C. Thompson; Mark H. Mullin. Western Europe, 1983. Stryker-Post Publications. p. 337. for ancient Greece was the cradle of Western culture ...
Short, John R (1987), An Introduction to Urban Geography, Routledge, p. 10.
Pomeroy, Sarah B. (1999). Ancient Greece: a political, social, and cultural history. Oxford University Press. ISBN 978-0-19-509742-9.
Hadas, Moses (1950). A History of Greek Literature. Columbia University Press. p. 273. ISBN 0-231-01767-7.
Adcock, Frank E., The Greek and Macedonian Art of War, Berkeley, CA: University of California Press, 1962.
Anderson, J. K., Military Theory and Practice in the Age of Xenophon, Berkeley, CA: University of California Press, 1970.
Anderson, J. K., Ancient Greek Horsemanship, Berkeley, CA: University of California Press, 1961.
Best, Jan G. P., Thracian Peltasts and their Influence on the Greek Warfare, Groningen: Wolters-Noordhoff, 1969.
Cartledge, Paul, The Spartans: The World of the Warrior-Heroes of Ancient Greece, from Utopia to Crisis and Collapse, New York, NY: Vintage, 2004.
Connolly, Peter, Greece and Rome at War, London: Greenhill Books, 1998.
Delbruck, Hans, Warfare in Antiquity, History of the Art of War, Volume 1, Lincoln, NE: University of Nebraska Press, 1990.
Engels, Donald, Alexander the Great and the Logistics of the Macedonian Army, Berkeley, CA: University of California Press, 1978.
Fisher, Nick, "Hybris, Revenge and Stasis in the Greek City-States," in Hans van Wees, War and Violence in Ancient Greece, London and Swansea: Duckworth and the Classical Press of Wales, 2000, pp. 83–124.
Hammond, Nicholas G. L., A History of Greece to 322 B.C., Oxford: Clarendon Press, 1959.
Hanson, Victor D., The Western Way of War: Infantry Battle in Classical Greece, Berkeley, CA: University of California Press, 2000.
Hanson, Victor D., "Hoplite Battle as Ancient Greek Warfare: When, Where, and Why?" in Hans van Wees, War and Violence in Ancient Greece, London and Swansea: Duckworth and the Classical Press of Wales, 2000, pp. 201–232.
Hodkinson, Stephen, "Warfare, Wealth, and the Crisis of Spartiate Society," in John Rich and Graham Shipley, (eds.), War and Society in the Greek World, London: Routledge, 1993, pp. 146–176.
Hornblower, Simon, "Sticks, Stones, and Spartans: The Sociology of Spartan Violence," in Hans van Wees, War and Violence in Ancient Greece, London and Swansea: Duckworth and the Classical Press of Wales, 2000, pp. 57–82.
Kagan, Donald, The Peloponnesian War, New York, NY: Penguin Books, 2004.
Krentz, Peter, "Deception in Archaic and Classical Greek Warfare," in Hans van Wees, War and Violence in Ancient Greece, London and Swansea: Duckworth and the Classical Press of Wales, 2000, pp. 167–200.
Lazenby, John F., "The Killing Zone," in Victor D. Hanson, (ed.), Hoplites: The Classical Greek Battle Experience, London: Routledge, 1993.
Lazenby, John F., "Hoplite Warfare," in John Hackett, (ed.), Warfare in the Ancient World, pp. 54–81.
Lazenby, John F., Spartan Army, Warminster, Wiltshire: Aris & Phillips, 1985.
Lazenby, John F., The Peloponnesian War: A Military Study, London : Routledge, 2004.
Parke, Herbert W., Greek Mercenary Soldiers: From the Earliest Times to the Battle of Ipsus, Oxford: Clarendon Press, 1970.
Pritchett, Kendrick W., The Greek State at War, 5 Vols., Berkeley, CA: University of California Press, 1975-1991.
Rawlings, Louis, "Alternative Agonies: Hoplite Martial and Combat Experiences beyond the Phalanx," in Hans van Wees, War and Violence in Ancient Greece, London and Swansea: Duckworth and the Classical Press of Wales, 2000, pp. 233–260.
Sekunda, Nick, Elite 7: The Ancient Greeks, Oxford: Osprey, 1986.
Sekunda, Nick, Elite 66: The Spartan Army, Oxford: Osprey, 1998.
Sekunda, Nick, Warrior 27: Greek Hoplite 480-323 BC, Oxford: Osprey, 2000.
Snodgrass, A., "The Hoplite Reform and History," Journal of Hellenic Studies, Vol. 85, 1965, pp. 110–122.
Van Crefeld, Martin, Technology and War: From 2000 B.C. to the Present, New York, NY: Free Press, 1989.
Van der Heyden, A. A. M. and Scullard, H. H., (eds.), Atlas of the Classical World, London: Nelson, 1959.
Van Wees, Hans, Greek Warfare: Myths and Realities, London: Duckworth, 2005.
Van Wees, Hans, "The Development of the Hoplite Phalanx: Iconography Reality in the Seventh Century," in Hans van Wees, War and Violence in Ancient Greece, London and Swansea: Duckworth and the Classical Press of Wales, 2000, pp. 125–166.
Wheeler, E., "The General as Hoplite," in Hanson, Victor D., (ed.), Hoplites, London: 1991, pp.
Grant, Michael (1995). Greek and Roman historians: information and misinformation. Routledge, 1995. p. 74. ISBN 978-0-415-11770-8.
Hall Jonathan M. (2007). A History of the Archaic Greek World. Wiley-Blackwell. ISBN 978-0-631-22667-3.
https://commons.wikimedia.org/wiki/User:Sailko
Sealey, Raphael (1976). A history of the Greek city states, ca. 700–338 B.C. University of California Press. pp. 10–11. ISBN 978-0-631-22667-3.
Slavoj Žižek (18 April 2011). Living in the End Times. Verso. p. 218. ISBN 978-1-84467-702-3. Retrieved 12 June 2011.
"Online Etymology Dictionary". Etymonline.com. Retrieved 2009-01-06.
"tyrant—Definitions from Dictionary.com". Dictionary.reference.com. Archived from the original on 25 January 2009. Retrieved 2009-01-06.
Holland T. Persian Fire p 69–70. ISBN 978-0-349-11717-1
Holland T. Persian Fire p 131–138. ISBN 978-0-349-11717-1
Olbrycht 2011, pp. 343.
Rhodes 2007, p. 3.
Typhoid Fever Behind Fall of Athens. LiveScience. January 23, 2006.
http://www.scholardarity.com
Sources for the map: "Historical Atlas of Peninsular India" Oxford University Press (dark blue, continuous line), A.K. Narain "The coins of the Indo-Greek kings" (dark blue, dotted line, see File:Indo-GreekWestermansNarain.jpg for reference), Westermans "Atlas zur Weltgeschichte".
Alexander's Gulf outpost uncovered. BBC News. August 7, 2007.
"Macedonia". Encyclopædia Britannica. Encyclopædia Britannica Online. 2008. Archived from the original on 8 December 2008. Retrieved 2008-11-03.
The Cambridge Ancient History: The fourth century B.C. edited by D.M. Lewis et al. I E S Edwards, Cambridge University Press, D. M. Lewis, John Boardman, Cyril John Gadd, Nicholas Geoffrey Lemprière Hammond, 2000, ISBN 0-521-23348-8, pp. 723–724.
Population of the Greek city-states
Holland, T. Persian Fire, Abacus, ISBN 978-0-349-11717-1
Hansen, Mogens Herman, ed. (January 9, 1998), "Polis and City-State. An Ancient Concept and its Modern Equivalent", Acts (symposium), Det Kongelige Danske Videnskabernes Selskab, Historisk-filosofiske Meddelelser 5 (76), Copenhagen: The Copenhagen Polis Centre.
Hansen, Mogens Herman, ed. (January 7–10, 2004), "The imaginary polis. Symposium", Acts, Det Kongelige Danske Videnskabernes Selskab, Historisk-filosofiske Meddelelser 7 (91), Copenhagen: The Copenhagen Polis Centre Check date values in: |year= / |date= mismatch (help).
Mogens Herman Hansen & Kurt Raaflaub (edd), Studies in the Ancient Greek Polis. Papers from the Copenhagen Polis Centre 2, Stuttgart: Steiner 1995 (Historia Einzelschriften 95)
Mogens Herman Hansen & Kurt Raaflaub (edd), More Studies in the Ancient Greek Polis. Papers from the Copenhagen Polis Centre 3, Stuttgart: Steiner 1996 (Historia Einzelschriften 108)
The Copenhagen Polis Center
https://books.google.gr/books?id=FBzPrQEACAAJ&hl=el&source=gbs_book_other_versions
Polignac, François (1984), La naissance de la cité grecque (in French), Paris.
Dmitriev, Sviatoslav (2005), City government in Hellenistic and Roman Asia minor, p. 68, ISBN 0-19-517042-3.
Chisholm, Hugh, ed. (1911). Encyclopædia Britannica (11th ed.). Cambridge University Press.
Hansen, Mogens Herman (2006), Polis: An Introduction to the Ancient Greek City-State (hardcover), Oxford: Oxford University Press, ISBN 0-19-920849-2; paperback, ISBN 0-19-920850-6.
Hansen, Mogens Herman, ed. (the 250th anniversary of The Royal Danish Academy of Sciences and Letters, July 1–4, 1992), "The Ancient Greek City-State", Acts (Symposium), Det Kongelige Danske Videnskabernes Selskab, Historisk-filosofiske Meddelelser 1 (67), Copenhagen: The Copenhagen Polis Centre Check date values in: |date=, |year= / |date= mismatch (help).
Hansen, Mogens Herman, ed. (August 24–27, 1994), "Sources for The Ancient Greek City-State", Acts (symposium), Det Kongelige Danske Videnskabernes Selskab, Historisk-filosofiske Meddelelser 2 (72), Copenhagen: The Copenhagen Polis Centre Check date values in: |year= / |date= mismatch .
http://www.philosophypages.com/
Hansen, Mogens Herman, ed. (August 23–26, 1995), "Introduction to an Inventory of Poleis", Acts (symposium), Det Kongelige Danske Videnskabernes Selskab, Historisk- filosofiske Meddelelser 3 (74), Copenhagen: The Copenhagen Polis Centre Check date values in: |year= / |date= mismatch (help).
Hansen, Mogens Herman (August 29–31, 1996), "The Polis as an Urban Centre and as a Political Community", Acts of the Copenhagen Polis Centre (symposium), Det Kongelige Danske Videnskabernes Selskab, Historisk-filosofiske Meddelelser 4 (75), Copenhagen Check date values in: |year= / |date= mismatch (help).
photographie d'une photographie de l'ouvrage les Mines antiques du Laurion, PEMF, 2005
https://commons.wikimedia.org/wiki/User:A.Savin
Berent Moshe. "Greece: The Stateless Polis (11th-4th Centuries B.C.)". In Grinin L. E. et al. (eds.) The Early State, Its Alternatives and Analogues (pp. 364–387). Volgograd, Uchitel, 2004 The early State, Its Alternatives and Analogues ISBN 9785705705474
Vliet, E. van der. Polis. The Problem of Statehood. Social Evolution & History 4(2), September 2005 (pp. 120–150) Polis. The Problem of Statehood
Wilson, Nigel Guy (2006), Encyclopedia of Ancient Greece, p. 627, ISBN 978-0-415-97334-2.
Milet I, 3, pp. 33–8.
https://en.wikipedia.org
Howgego, Christopher; Heuchert, Volhker; Burnett, Andrew (2007), Coinage and Identity in the Roman Provinces, p. 158, ISBN 0-19-923784-0.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Popular Posts Of The Week

Αναγνώστες

Translate

... ---------------------------------------------------------------------------