19.6.16

Ομήρου Ιλιάδα - Ραψωδία Β

Όμηρος
Ῥαψωδία B
-Β-Ἄλλοι μέν ῥα θεοί τε καὶ ἀνέρες ἱπποκορυσταὶ
εὗδον παννύχιοι, Δία δ᾽ οὐκ ἔχε νήδυμος ὕπνος,
ἀλλ᾽ ὅ γε μερμήριζε κατὰ φρένα ὡς Ἀχιλῆα
τιμήσῃ, ὀλέσῃ δὲ πολέας ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν.
Οι άλλοι —θεοί, θνητοί πολέμαρχοι— κοιμόνταν όλη νύχτα,
και μοναχά το Δία δεν επιανεν ύπνος γλυκός καθόλου,
μόν᾿ όλο μες στο νου του ανάδευε, πως του Αχιλλέα να δώσει
τιμή, κι Αργίτες δίπλα στ᾿ άρμενα περίσσιους ν᾿ αφανίσει.
Και τούτη η πιο καλή του εικάστηκε βουλή στο νου, να στείλει
στο γιο του Ατρέα, τον Αγαμέμνονα, τον όνειρο τον πλάνο'
γυρνάει σ᾿ αυτόν και με άνεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια:
«Όνειρε πλάνε, ομπρός, στ᾿ Αργίτικα γοργά καράβια δράμε,
και στο καλύβι του Αγαμέμνονα, του γιου του Ατρέα, σα φτάσεις,
5Ἥδε δέ οἱ κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή,
πέμψαι ἐπ᾽ Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι οὖλον ὄνειρον·
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
βάσκ᾽ ἴθι οὖλε ὄνειρε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν·
ἐλθὼν ἐς κλισίην Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο
10πάντα μάλ᾽ ἀτρεκέως ἀγορευέμεν ὡς ἐπιτέλλω·
θωρῆξαί ἑ κέλευε κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς
πανσυδίῃ· νῦν γάρ κεν ἕλοι πόλιν εὐρυάγυιαν
Τρώων· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἀμφὶς Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες
ἀθάνατοι φράζονται· ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας
ό,τι σου ορίζω τώρα λέγε του και μην το παραλλάξεις.
Σπρώχ᾿ τον γοργά τους μακρομάλληδες Αργίτες ν᾿ αρματώσει·
ήρθε η στιγμή που το πλατύδρομο το κάστρο θα πατήσει
των Τρωών᾿ οι αθάνατοι στον Όλυμπο πια δεν κρατούνε τώρα
δυο γνώμες, τι όλους τους ελύγισε με τα παρακλητά της
η Ήρα, κι απά στους Τρώες επλάκωσαν τρανοί καημοί και πίκρες.»
Έτσι είπε, κι ο Όνειρος, σαν άκουσε το λόγο του μισεύει,
κι ως έφτασε μεμιάς στα γρήγορα των Αχαιών καράβια,
κινάει να βρει τον Αγαμέμνονα, το γιο του Ατρέα᾿ κι εκείνος
κοιμόταν στο καλύβι᾿ γύρα του θεϊκός χυνόταν ύπνος.
15Ἥρη λισσομένη, Τρώεσσι δὲ κήδε᾽ ἐφῆπται.
Ὣς φάτο, βῆ δ᾽ ἄρ᾽ ὄνειρος ἐπεὶ τὸν μῦθον ἄκουσε·
καρπαλίμως δ᾽ ἵκανε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν,
βῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ Ἀτρεΐδην Ἀγαμέμνονα· τὸν δὲ κίχανεν
εὕδοντ᾽ ἐν κλισίῃ, περὶ δ᾽ ἀμβρόσιος κέχυθ᾽ ὕπνος.
20Στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὲρ κεφαλῆς Νηληΐῳ υἷι ἐοικώς
Νέστορι, τόν ῥα μάλιστα γερόντων τῖ᾽ Ἀγαμέμνων·
τῷ μιν ἐεισάμενος προσεφώνεε θεῖος ὄνειρος·
εὕδεις Ἀτρέος υἱὲ δαΐφρονος ἱπποδάμοιο·
οὐ χρὴ παννύχιον εὕδειν βουληφόρον ἄνδρα
Στάθηκε πάνω απ᾿ το κεφάλι του, και την είδη είχε πάρει
του Νέστορα, πού απ᾿ όλους πιότερο τιμούσε τους γερόντους
ο γιος του Ατρέα᾿ με τέτοιαν ο Όνειρος ο θείος είδη του εμίλα:
«Κοιμάσαι, υγιέ του Ατρέα του αντρόκαρδου, του γαύρου αλογατάρη;
όλη τη νύχτα ένας πρωτόγερος δεν πρέπει να κοιμάται,
που τόσο ασκέρι του μπιστεύτηκαν κι έγνοιες πολλές τον ζώνουν.
Μ᾿ άκου με τώρα᾿ είμαι μαντάτορας από το Δία σταλμένος,
που ας είναι αλάργα, όμως σε γνοιάζεται και σε ψυχοπονιέται.
Προστάζει ευτύς τους μακρομάλληδες Αργίτες ν᾿ αρματώσεις'
ήρθε η στιγμή που το πλατύδρομο το κάστρο θα πατήσεις
25ᾧ λαοί τ᾽ ἐπιτετράφαται καὶ τόσσα μέμηλε·
νῦν δ᾽ ἐμέθεν ξύνες ὦκα· Διὸς δέ τοι ἄγγελός εἰμι,
ὃς σεῦ ἄνευθεν ἐὼν μέγα κήδεται ἠδ᾽ ἐλεαίρει.
Θωρῆξαί σε κέλευσε κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς
πανσυδίῃ· νῦν γάρ κεν ἕλοις πόλιν εὐρυάγυιαν
30Τρώων· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἀμφὶς Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες
ἀθάνατοι φράζονται· ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας
Ἥρη λισσομένη, Τρώεσσι δὲ κήδε᾽ ἐφῆπται
ἐκ Διός· ἀλλὰ σὺ σῇσιν ἔχε φρεσί, μηδέ σε λήθη
αἱρείτω εὖτ᾽ ἄν σε μελίφρων ὕπνος ἀνήῃ.
των Τρωών᾿ οι αθάνατοι στον Όλυμπο πια δεν κρατούνε τώρα
δυο γνώμες, τι όλους τους ελύγισε με τα παρακλητά της
η Ήρα, κι απά στους Τρώες επλάκωσαν τρανοί καημοί, σταλμένοι
από το Δία. Μα εσύ τα λόγια μου κράτα στο νου, μη λάχει
κι αλησμονιά σε πιάσει, ό ολόγλυκος μόλις σ᾿ αφήσει γύπνος.»
Ως μίλησε έτσι, επήρε κι έφυγε, κει πέρα αφήνοντας τον
να κλώθει ελπίδες μες στα φρένα του, που να γενούν δεν ήταν,
του Πριάμου το καστρί πώς θα 'παιρνε τη μέρα εκείνη τάχα,
ο ανέμυαλος, που ο Δίας τι του 'γραφε δεν το 'βαζε στο νου του'
τι εκείνος κι άλλες ελογάριαζε στους Τρώες και στους Αργίτες
35Ὣς ἄρα φωνήσας ἀπεβήσετο, τὸν δὲ λίπ᾽ αὐτοῦ
τὰ φρονέοντ᾽ ἀνὰ θυμὸν ἅ ῥ᾽ οὐ τελέεσθαι ἔμελλον·
φῆ γὰρ ὅ γ᾽ αἱρήσειν Πριάμου πόλιν ἤματι κείνῳ
νήπιος, οὐδὲ τὰ ᾔδη ἅ ῥα Ζεὺς μήδετο ἔργα·
θήσειν γὰρ ἔτ᾽ ἔμελλεν ἐπ᾽ ἄλγεά τε στοναχάς τε
40Τρωσί τε καὶ Δαναοῖσι διὰ κρατερὰς ὑσμίνας.
Ἔγρετο δ᾽ ἐξ ὕπνου, θείη δέ μιν ἀμφέχυτ᾽ ὀμφή·
ἕζετο δ᾽ ὀρθωθείς, μαλακὸν δ᾽ ἔνδυνε χιτῶνα
καλὸν νηγάτεον, περὶ δὲ μέγα βάλλετο φᾶρος·
ποσσὶ δ᾽ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,
να στείλει συφορές και κλάματα μες σε φριχτούς πολέμους.
Κι ως ξύπνησε, διανεύαν γύρα του τα θεία τα λόγια ακόμα.
Πετάχτη απάνω και καθίζοντας ώριο φοράει χιτώνα,
καινούργιο, μαλακό, και γύρω του φαρδιά ετυλίχτη κάπα,
και σάνταλα πανώρια επέρασε στ᾿ αστραφτερά του πόδια'
στερνά το ασημοκαρφοπλούμιστο σπαθί κρεμάει στους ώμους,
και το ραβδί του το ακατάλυτο, το γονικό, κρατώντας,
για τ᾿ άρμενα των χαλκοθώρακων των Αχαιών κινούσε.
Ότι είχε η Αυγή η θεά στον Όλυμπο το μέγα ανέβη απάνω, .
το φως στο Δία και στους αθάνατους τους άλλους να μηνύσει'
45ἀμφὶ δ᾽ ἄρ᾽ ὤμοισιν βάλετο ξίφος ἀργυρόηλον·
εἵλετο δὲ σκῆπτρον πατρώϊον ἄφθιτον αἰεὶ
σὺν τῷ ἔβη κατὰ νῆας Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων·
ἠὼς μέν ῥα θεὰ προσεβήσετο μακρὸν Ὄλυμπον
Ζηνὶ φόως ἐρέουσα καὶ ἄλλοις ἀθανάτοισιν·
50αὐτὰρ ὃ κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε
κηρύσσειν ἀγορὴν δὲ κάρη κομόωντας Ἀχαιούς·
οἳ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ᾽ ἠγείροντο μάλ᾽ ὦκα·
βουλὴν δὲ πρῶτον μεγαθύμων ἷζε γερόντων
Νεστορέῃ παρὰ νηῒ Πυλοιγενέος βασιλῆος·
κι ο γιος του Ατρέα τους βροντερόφωνους διαλάληδες προστάζει
σε συντυχιά τους μακρομάλληδες Αργίτες να φωνάξουν
κι ως φώναζαν αυτοί, μαζώχτηκαν με βιάση ευτύς εκείνοι.
Πρώτα καλνούσε τους αντρόκαρδους να βουλευτούν γερόντους
δίπλα από τ᾿ άρμενο του Νέστορα, του βασιλιά της Πύλος'
κι ως συνάχτηκαν, τι σοφίστηκε τρανό τους φανερώνει:
« Ακούστε, φίλοι! Μου 'ρθεν Όνειρος θεϊκός στον ύπνο απάνω
μέσα στη νύχτα την αθάνατη, του αρχοντικού Νεστόρου
ίδια απαράλλαχτος, στο ανάριμμα, στην ελικιά, στην όψη'
και στάθη πάνω απ᾿ το κεφάλι μου κι αυτά μου λέει τα λόγια:
55τοὺς ὅ γε συγκαλέσας πυκινὴν ἀρτύνετο βουλήν·
κλῦτε φίλοι· θεῖός μοι ἐνύπνιον ἦλθεν ὄνειρος
ἀμβροσίην διὰ νύκτα· μάλιστα δὲ Νέστορι δίῳ
εἶδός τε μέγεθός τε φυήν τ᾽ ἄγχιστα ἐῴκει·
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὲρ κεφαλῆς καί με πρὸς μῦθον ἔειπεν·
60εὕδεις Ἀτρέος υἱὲ δαΐφρονος ἱπποδάμοιο·
οὐ χρὴ παννύχιον εὕδειν βουληφόρον ἄνδρα,
ᾧ λαοί τ᾽ ἐπιτετράφαται καὶ τόσσα μέμηλε·
νῦν δ᾽ ἐμέθεν ξύνες ὦκα· Διὸς δέ τοι ἄγγελός εἰμι,
ὃς σεῦ ἄνευθεν ἐὼν μέγα κήδεται ἠδ᾽ ἐλεαίρει·
,,Κοιμάσαι, υγιέ του Ατρέα του αντρόκαρδου, του γαύρου αλογατάρη;
Όλη τη νύχτα ένας πρωτόγερος δεν πρέπει να κοιμάται,
που τόσο ασκέρι του μπιστεύτηκαν κι έγνοιες πολλές τον ζώνουν.
Μ᾿ άκου με τώρα᾿ είμαι μαντάτορας από το Δία σταλμένος,
που ας είναι αλάργα, όμως σε γνοιάζεται και σε ψυχοπονιέται.
Προστάζει ευτύς τους μακρομάλληδες Αργίτες ν᾿ αρματώσεις'
ήρθε η στιγμή που το πλατύδρομο το κάστρο θα πατήσεις
των Τρωών οι αθάνατοι στον Όλυμπο πια δεν κρατούνε τώρα
δυο γνώμες, τι όλους τους ελύγισε με τα παρακλητά της
η Ήρα, κι απά στους Τρώες επλάκωσαν τρανοί καημοί, σταλμένοι
65θωρῆξαί σε κέλευσε κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς
πανσυδίῃ· νῦν γάρ κεν ἕλοις πόλιν εὐρυάγυιαν
Τρώων· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἀμφὶς Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες
ἀθάνατοι φράζονται· ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας
Ἥρη λισσομένη, Τρώεσσι δὲ κήδε᾽ ἐφῆπται
70ἐκ Διός· ἀλλὰ σὺ σῇσιν ἔχε φρεσίν· ὣς ὃ μὲν εἰπὼν
ᾤχετ᾽ ἀποπτάμενος, ἐμὲ δὲ γλυκὺς ὕπνος ἀνῆκεν.
Ἀλλ᾽ ἄγετ᾽ αἴ κέν πως θωρήξομεν υἷας Ἀχαιῶν·
πρῶτα δ᾽ ἐγὼν ἔπεσιν πειρήσομαι, ἣ θέμις ἐστί,
καὶ φεύγειν σὺν νηυσὶ πολυκλήϊσι κελεύσω·
από το Δία, μα εσύ τα λόγια μου μην τα ξεχνάς. Ως τα 'πε,
πέταξε, πάει, και μένα ο ολόγλυκος ευτύς μ᾿ αφήκεν ύπνος.
Ελατέ, στ᾿ άρματα ας φωνάξουμε τους Αχαιούς, μα πρώτα
θα τους μιλήσω δοκιμάζοντας, καθώς πρεπό 'ναι κι όλας'
και θα τους πω με τα πολύσκαρμα να φύγουμε καράβια,
κι άλλος αλλούθε εσείς κρατάτε τους με λόγια, να μη φύγουν.»
Ως είπε εκείνος τούτα, κάθισε, και τότε ασκώθη ομπρός τους
ο γέρο Νέστορας, που αφέντευε στην αμμουδάτη Πύλο,
κι έτσι τους μίλησε καλόγνωμος κι αναμεσό τους είπε:
«Φίλοι μου εσείς, Αργίτες άρχοντες καί πρωτοκεφαλάδες,
75ὑμεῖς δ᾽ ἄλλοθεν ἄλλος ἐρητύειν ἐπέεσσιν.
Ἤτοι ὅ γ᾽ ὣς εἰπὼν κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετο, τοῖσι δ᾽ ἀνέστη
Νέστωρ, ὅς ῥα Πύλοιο ἄναξ ἦν ἠμαθόεντος,
ὅ σφιν ἐὺ φρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν·
ὦ φίλοι Ἀργείων ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες
80εἰ μέν τις τὸν ὄνειρον Ἀχαιῶν ἄλλος ἔνισπε
ψεῦδός κεν φαῖμεν καὶ νοσφιζοίμεθα μᾶλλον·
νῦν δ᾽ ἴδεν ὃς μέγ᾽ ἄριστος Ἀχαιῶν εὔχεται εἶναι·
ἀλλ᾽ ἄγετ᾽ αἴ κέν πως θωρήξομεν υἷας Ἀχαιῶν.
Ὣς ἄρα φωνήσας βουλῆς ἐξῆρχε νέεσθαι,
αν άλλος Αχαιός για τ᾿ όνειρο μιλούσε τούτο ομπρός μας,
πως είναι ψέματα θα λέγαμε, θα το αψηφούσαμε όλοι'
μα τώρα το 'δε αυτός που απ᾿ όλους μας ο πιο τρανός λογιέται.
Ομπρός λοιπόν, ας αρματώσουμε τους Αχαιούς, ελατέ!»
Είπε, καί πρώτος απ᾿ τη μάζωξη κινούσε για να φύγει'
τα λόγια του ρηγάρχη ακούγοντας κι, οι αρχόντοι βασιλιάδες
πετάχτηκαν κι ωστόσο ολόγυρα συνάζουνταν τ᾿ ασκέρια.
Πώς όταν βλέπεις σμάρια μέλισσες πυκνά να ξεπορίζουν,
κι όλο καινούργιες ξεπετάγουνται μέσ᾿ απ᾿ τον τρύπιο βράχο,
και στους ανθούς τους ανοιξιάτικους τσαμπιά τσαμπιά πετάνε,
85οἳ δ᾽ ἐπανέστησαν πείθοντό τε ποιμένι λαῶν
σκηπτοῦχοι βασιλῆες· ἐπεσσεύοντο δὲ λαοί.
Ἠΰτε ἔθνεα εἶσι μελισσάων ἁδινάων
πέτρης ἐκ γλαφυρῆς αἰεὶ νέον ἐρχομενάων,
βοτρυδὸν δὲ πέτονται ἐπ᾽ ἄνθεσιν εἰαρινοῖσιν·
90αἳ μέν τ᾽ ἔνθα ἅλις πεποτήαται, αἳ δέ τε ἔνθα·
ὣς τῶν ἔθνεα πολλὰ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων
ἠϊόνος προπάροιθε βαθείης ἐστιχόωντο
ἰλαδὸν εἰς ἀγορήν· μετὰ δέ σφισιν ὄσσα δεδήει
ὀτρύνουσ᾽ ἰέναι Διὸς ἄγγελος· οἳ δ᾽ ἀγέροντο.
και πλήθος άλλα εδώθε σμίγουνε κι άλλα από κει δρομούνε᾿
παρόμοια από καλύβια κι άρμενα λαός πολύς τραβούσαν
κοπαδιαστά μπροστά στ᾿ ακρόγιαλο το χαμηλό, να πάνε
στη σύναξη᾿ κι η Φήμη εφούντωνε στη μέση εκεί, του Δία
η αποκρισάρα, και τους έβιαζε· κι εκείνοι εμαζευόνταν.
Κουφοτρικύμιζεν η σύναξη, κι ως κάθιζαν, βογγούσε
κάτωθε η γης, κι ήταν ο τάραχος τρανός. Να μπουν σε τάξη
κράχτες εννιά στο ασκέρι εφώναζαν, τη χλαλοή να πάψουν,
τους θεογέννητους ρηγάδες τους ν᾿ ακούσουν τι θα πούνε.
Με κόπο εκείνοι καταλάγιασαν κι ολόγυρα εκαθίσαν
95Τετρήχει δ᾽ ἀγορή, ὑπὸ δὲ στεναχίζετο γαῖα
λαῶν ἱζόντων, ὅμαδος δ᾽ ἦν· ἐννέα δέ σφεας
κήρυκες βοόωντες ἐρήτυον, εἴ ποτ᾽ ἀϋτῆς
σχοίατ᾽, ἀκούσειαν δὲ διοτρεφέων βασιλήων.
Σπουδῇ δ᾽ ἕζετο λαός, ἐρήτυθεν δὲ καθ᾽ ἕδρας
100παυσάμενοι κλαγγῆς· ἀνὰ δὲ κρείων Ἀγαμέμνων
ἔστη σκῆπτρον ἔχων τὸ μὲν Ἥφαιστος κάμε τεύχων.
Ἥφαιστος μὲν δῶκε Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι,
αὐτὰρ ἄρα Ζεὺς δῶκε διακτόρῳ ἀργεϊφόντῃ·
Ἑρμείας δὲ ἄναξ δῶκεν Πέλοπι πληξίππῳ,
δίχως φωνές. Τότε ο Αγαμέμνονας ασκώθη ο πρωταφέντης,
κρατώντας το ραβδί στο χέρι του, τρανή του Ηφαίστου τέχνη'
στο Δία, το γιο του Κρόνου, κάποτε το 'χε χαρίσει εκείνος,
κι ο Δίας του Αργοφονιά το εχάρισε, του ψυχοπερατάρη,
κι ο Ερμής το χάρισε στον Πέλοπα τον αλογάρη πάλε,
κι ο Πέλοπας του Ατρέα το χάρισε του πρωτοστρατολάτη,
και στο Θυέστη ο Ατρέας πεθαίνοντας το βαριοκοπάδάρη,
κι ο Θυέστης πάλε του Αγαμέμνονα κλερονομιά το αφήκε,
πλήθος νησιά και την Αργίτικη για ν᾿ αφεντεύει χώρα.
Πάνω σ᾿ αυτό ακουμπώντας κίνησε το λόγο στους Αργίτες:
105αὐτὰρ ὃ αὖτε Πέλοψ δῶκ᾽ Ἀτρέϊ ποιμένι λαῶν,
Ἀτρεὺς δὲ θνῄσκων ἔλιπεν πολύαρνι Θυέστῃ,
αὐτὰρ ὃ αὖτε Θυέστ᾽ Ἀγαμέμνονι λεῖπε φορῆναι,
πολλῇσιν νήσοισι καὶ Ἄργεϊ παντὶ ἀνάσσειν.
Τῷ ὅ γ᾽ ἐρεισάμενος ἔπε᾽ Ἀργείοισι μετηύδα·
110ὦ φίλοι ἥρωες Δαναοὶ θεράποντες Ἄρηος
Ζεύς με μέγα Κρονίδης ἄτῃ ἐνέδησε βαρείῃ,
σχέτλιος, ὃς πρὶν μέν μοι ὑπέσχετο καὶ κατένευσεν
Ἴλιον ἐκπέρσαντ᾽ εὐτείχεον ἀπονέεσθαι,
νῦν δὲ κακὴν ἀπάτην βουλεύσατο, καί με κελεύει
«Αργίτες αντρειωμένοι, φίλοι μου, πιστοί σύντροφοι του Άρη,
ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, μ᾿ έμπλεξε σε συφορά μεγάλη,
ο ανέσπλαχνος, που πριν μου το 'ταξε και δέχτηκε, πριν πάρω
πρώτα την Τροία την ωιοτείχιστη, να μη διαγύρω πίσω'
και τώρα δόλο μου 'στησε άσκημο, και με προστάζει στο Άργος,
τόσο πολύ στρατό αφού ξέκανα, να γύρω ντροπιασμένος.
Έτσι μαθές στον παντοδύναμο το γιο του Κρόνου αρέσει,
που πλήθος κάστρα ξεκεφάλισε και θα ξεκεφαλίσει
πλήθος ακόμα, τι στη δύναμη σαν ποιος του παραβγαίνει;
Αλήθεια, είναι ντροπή οι μελλούμενες γενιές και να τ᾿ ακούσουν,
115δυσκλέα Ἄργος ἱκέσθαι, ἐπεὶ πολὺν ὤλεσα λαόν.
Οὕτω που Διὶ μέλλει ὑπερμενέϊ φίλον εἶναι,
ὃς δὴ πολλάων πολίων κατέλυσε κάρηνα
ἠδ᾽ ἔτι καὶ λύσει· τοῦ γὰρ κράτος ἐστὶ μέγιστον.
Αἰσχρὸν γὰρ τόδε γ᾽ ἐστὶ καὶ ἐσσομένοισι πυθέσθαι
120μὰψ οὕτω τοιόνδε τοσόνδε τε λαὸν Ἀχαιῶν
ἄπρηκτον πόλεμον πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι
ἀνδράσι παυροτέροισι, τέλος δ᾽ οὔ πώ τι πέφανται·
εἴ περ γάρ κ᾽ ἐθέλοιμεν Ἀχαιοί τε Τρῶές τε
ὅρκια πιστὰ ταμόντες ἀριθμηθήμεναι ἄμφω,
τέτοιος στρατός και τόσος άδικα των Αχαιών πως ήρθε
και πολεμάει με δίχως όφελος και μάχεται εδώ πέρα
με άντρες πιο λίγους, καί δεν ξέρουμε πότε θα 'ρθεί το τέλος᾿
τι λογαριάζω, αν συφωνούσαμε μια μέρα Τρώες κι Αργίτες,
με όρκο τον πόλεμο σκολάζοντας, να ψυχομετρηθούμε,
και χωριστά μονοσυνάζουνταν οι Τρώες οι ντόπιοι, όσοι είναι,
αν από δέκα δέκα σμίγαμε στην άλλη εμείς οι Αργίτες,
κι οι κάθε δέκα για το κέρασμα κι από 'ναν Τρώα διάλεγαν,
λέω δεκαριές πολλές θ᾿ απόμεναν χωρίς τον κεραστή τους᾿
τόσους πολλούς εγώ στο μέτρημα λογιάζω τους Αργίτες
125Τρῶας μὲν λέξασθαι ἐφέστιοι ὅσσοι ἔασιν,
ἡμεῖς δ᾽ ἐς δεκάδας διακοσμηθεῖμεν Ἀχαιοί,
Τρώων δ᾽ ἄνδρα ἕκαστοι ἑλοίμεθα οἰνοχοεύειν,
πολλαί κεν δεκάδες δευοίατο οἰνοχόοιο.
Τόσσον ἐγώ φημι πλέας ἔμμεναι υἷας Ἀχαιῶν
130Τρώων, οἳ ναίουσι κατὰ πτόλιν· ἀλλ᾽ ἐπίκουροι
πολλέων ἐκ πολίων ἐγχέσπαλοι ἄνδρες ἔασιν,
οἵ με μέγα πλάζουσι καὶ οὐκ εἰῶσ᾽ ἐθέλοντα
Ἰλίου ἐκπέρσαι εὖ ναιόμενον πτολίεθρον.
Ἐννέα δὴ βεβάασι Διὸς μεγάλου ἐνιαυτοί,
μπροστά στους Τρώες, αυτούς που κάθουνται στο κάστρο᾿ μα ήρθαν άλλοι
από περίσσιες χώρες σύμμαχοι, τρανοί κονταρομάχοι,
που με μακραίνουν απ᾿ τον πόθο μου, καί δεν μπορώ ως το θέλω
της Τροίας το κάστρο το πεντάμορφο μια μέρα να πατήσω.
Εννιά εκυλήσαν χρόνια κλειδωτά του Δία του τρισμεγάλου᾿
των καραβιών τα ξύλα εσάπισαν, οι γούμενες έλιωσαν,
και λέω θα κάθουνται τα ταίρια μας και τα μικρά παιδιά μας
μέσα στα σπίτια καρτερώντας μας, και τελείωση δεν έχει
καμιά η δουλειά που μας κουβάλησε στα γυρογιάλια ετούτα.
Μα τώρα ελατέ, ομπρός, το λόγο μου ν᾿ ακούσουμε όλοι θέλω:
135καὶ δὴ δοῦρα σέσηπε νεῶν καὶ σπάρτα λέλυνται·
αἳ δέ που ἡμέτεραί τ᾽ ἄλοχοι καὶ νήπια τέκνα
εἵατ᾽ ἐνὶ μεγάροις ποτιδέγμεναι· ἄμμι δὲ ἔργον
αὔτως ἀκράαντον οὗ εἵνεκα δεῦρ᾽ ἱκόμεσθα.
Ἀλλ᾽ ἄγεθ᾽ ὡς ἂν ἐγὼ εἴπω πειθώμεθα πάντες·
140φεύγωμεν σὺν νηυσὶ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν·
οὐ γὰρ ἔτι Τροίην αἱρήσομεν εὐρυάγυιαν.
Ὣς φάτο, τοῖσι δὲ θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ὄρινε
πᾶσι μετὰ πληθὺν ὅσοι οὐ βουλῆς ἐπάκουσαν·
κινήθη δ᾽ ἀγορὴ φὴ κύματα μακρὰ θαλάσσης
με τα καράβια πίσω ας γύρουμε στην ποθητή πατρίδα,
τι πια την Τροία δε θα την πάρουμε με τις φαρδιές τις ρούγες!»
Είπε, και την καρδιά ανατάραξε μες σε ολονών τα στήθη,
απ᾿ τους πολλούς, που πρίν δε βρέθηκαν ν᾿ ακούσουν τη βουλή του.
Σάλεψε η σύναξη, σαν κύματα της θάλασσας μεγάλα
στο Ικάριο πέλαο, σύντας σύγνεφα του αφέντη Δία ξεχύσουν
σιρόκο και γαρμπή, κι ι θάλασσα φουσκώσει στην ορμή τους.
Κι όπως πονέντες ξάφνου ασκώνεται δριμύς, και το σπαρμένο
σαλεύει το βαθύ στη λύσσα του και γερνούνε τα στάχυα,
παρόμοια εσάλεψε κι η σύναξη᾿ κι οι Αργίτες στα καράβια
145πόντου Ἰκαρίοιο, τὰ μέν τ᾽ Εὖρός τε Νότος τε
ὤρορ᾽ ἐπαΐξας πατρὸς Διὸς ἐκ νεφελάων.
Ὡς δ᾽ ὅτε κινήσῃ Ζέφυρος βαθὺ λήϊον ἐλθὼν
λάβρος ἐπαιγίζων, ἐπί τ᾽ ἠμύει ἀσταχύεσσιν,
ὣς τῶν πᾶσ᾽ ἀγορὴ κινήθη· τοὶ δ᾽ ἀλαλητῷ
150νῆας ἔπ᾽ ἐσσεύοντο, ποδῶν δ᾽ ὑπένερθε κονίη
ἵστατ᾽ ἀειρομένη· τοὶ δ᾽ ἀλλήλοισι κέλευον
ἅπτεσθαι νηῶν ἠδ᾽ ἑλκέμεν εἰς ἅλα δῖαν,
οὐρούς τ᾽ ἐξεκάθαιρον· ἀϋτὴ δ᾽ οὐρανὸν ἷκεν
οἴκαδε ἱεμένων· ὑπὸ δ᾽ ᾕρεον ἕρματα νηῶν.
με αλαλητό μεγάλο εχύθηκαν, κι ο κουρνιαχτός τ᾿ αψήλου
κάτω απ᾿ τα πόδια τους ανέβαινε, κι ο ένας του άλλου εφώναζαν
ν᾿ αδράξουν τ᾿ άρμενα, στη θάλασσα την άγια να τα ρίξουν,
κι άνοιγαν τις συρμές, κι υψώνουνταν στον ουρανό οι φωνές τους,
να γύρουν πίσω, κι από τ᾿ άρμενα τραβούσαν τα φαλάγγια.
Οι Αργίτες τότε, κι ας μην ήτανε γραφτό, θα φεύγαν πίσω,
αν δε μιλούσεν η Ήρα κι έλεγε στην Αθηνά γυρνώντας:
« Ωχού μου, θυγατέρα αδάμαστη του Βροντοσκουταράτου!
Έτσι λοιπόν ξανά στον τόπο τους τον πατρικό θα γύρουν
οι Αργίτες, την πλατιά της θάλασσας περνώντας ράχη τώρα,
155Ἔνθά κεν Ἀργείοισιν ὑπέρμορα νόστος ἐτύχθη
εἰ μὴ Ἀθηναίην Ἥρη πρὸς μῦθον ἔειπεν·
ὢ πόποι αἰγιόχοιο Διὸς τέκος Ἀτρυτώνη,
οὕτω δὴ οἶκον δὲ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
Ἀργεῖοι φεύξονται ἐπ᾽ εὐρέα νῶτα θαλάσσης,
160κὰδ δέ κεν εὐχωλὴν Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ λίποιεν
Ἀργείην Ἑλένην, ἧς εἵνεκα πολλοὶ Ἀχαιῶν
ἐν Τροίῃ ἀπόλοντο φίλης ἀπὸ πατρίδος αἴης·
ἀλλ᾽ ἴθι νῦν κατὰ λαὸν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων·
σοῖς ἀγανοῖς ἐπέεσσιν ἐρήτυε φῶτα ἕκαστον,
και την Ελένη την Αργίτισσα, που απ᾿ αφορμή της πλήθος
εδώ Αχαιοί μακριά απ᾿ τον τόπο τους τον πατρικό εχαθήκαν,
στον Πρίαμο και στους Τρώες θ᾿ αφήσουνε, να το 'χουν να καυκιώνται;
Μα εσύ γοργά στων χαλκοθώρακων των Αχαιών τ᾿ ασκέρια
για δράμε, κι έναν έναν μίλα τους πραγά, κι αμπόδιζέ τους
τα δρεπανόγυρτα καράβια τους στη θάλασσα να ρίξουν.»
Αυτά είπε, κι άκουσε η γλαυκόματη θεά Αθηνά το λόγο,
και τις κορφές του Ολύμπου αφήνοντας με ασπούδα εχύθη κάτω,
κι ως έφτασε μεμιάς στα γρήγορα των Αχαιών καράβια,
τον Οδυσσέα πιο πρώτα αντίκρισε, που 'χε του Δία τη γνώση,
165μηδὲ ἔα νῆας ἅλα δ᾽ ἑλκέμεν ἀμφιελίσσας.
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη,
βῆ δὲ κατ᾽ Οὐλύμποιο καρήνων ἀΐξασα·
καρπαλίμως δ᾽ ἵκανε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν.
Εὗρεν ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆα Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον
170ἑσταότ᾽· οὐδ᾽ ὅ γε νηὸς ἐϋσσέλμοιο μελαίνης
ἅπτετ᾽, ἐπεί μιν ἄχος κραδίην καὶ θυμὸν ἵκανεν·
ἀγχοῦ δ᾽ ἱσταμένη προσέφη γλαυκῶπις Ἀθήνη·
διογενὲς Λαερτιάδη πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
οὕτω δὴ οἶκον δὲ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
να στέκει εκεί. Το καλοκούβερτο, μαύρο άρμενο του εκείνος
δεν τ᾿ άγγιζε, τι ο πόνος του 'δερνε, βαθιά, καρδιά καί σπλάχνα.
Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, σιμά του εστάθη κι είπε:
«Γιε του Λαέρτη αρχοντογέννητε, πολύτεχνε Οδυσσέα,
έτσι λοιπόν ξανά στον τόπο σας τον πατρικό θα γύρτε
πέφτοντας μέσα στα πολύσκαρμα καράβια φοβισμένοι,
και την Ελένη την Αργίτισσα, που απ᾿ αφορμή της πλήθος
εδώ Αχαιοί μακριά απ᾿ τον τόπο τους τον πατρικό εχαθήκαν,
στον Πρίαμο και στους Τρώες θ᾿ αφήσετε, να το 'χουν να καυκιώνται;
Τώρα στο ασκέρι, ομπρός, το Αργίτικο, για δράμε δώθε κείθε,
175φεύξεσθ᾽ ἐν νήεσσι πολυκλήϊσι πεσόντες,
κὰδ δέ κεν εὐχωλὴν Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ λίποιτε
Ἀργείην Ἑλένην, ἧς εἵνεκα πολλοὶ Ἀχαιῶν
ἐν Τροίῃ ἀπόλοντο φίλης ἀπὸ πατρίδος αἴης;
ἀλλ᾽ ἴθι νῦν κατὰ λαὸν Ἀχαιῶν, μηδ᾽ ἔτ᾽ ἐρώει,
180σοῖς δ᾽ ἀγανοῖς ἐπέεσσιν ἐρήτυε φῶτα ἕκαστον,
μηδὲ ἔα νῆας ἅλα δ᾽ ἑλκέμεν ἀμφιελίσσας.
Ὣς φάθ᾽, ὃ δὲ ξυνέηκε θεᾶς ὄπα φωνησάσης,
βῆ δὲ θέειν, ἀπὸ δὲ χλαῖναν βάλε· τὴν δὲ κόμισσε
κῆρυξ Εὐρυβάτης Ἰθακήσιος ὅς οἱ ὀπήδει·
μη στέκεις, κι έναν έναν μίλα τους πραγά, κι αμπόδιζέ τους
τα δρεπανόγυρτα καράβια σας στη θάλασσα να ρίξουν.»
Είπε, κι αυτός, το λάλο ως γνώρισε της Αθηνάς που έμίλα,
στα πόδια το 'βαλε, την κάπα του πετώντας, κι ο Ευρυβάτης,
απ᾿ την Ιθάκη ο κράχτης, πίσω του που ερχόταν, τη σηκώνει.
Μ᾿ αυτός σιμά στον Αγαμέμνονα, το γιο του Ατρέα, σαν ήρθε,
το γονικό, παλιό, ακατάλυτο ραβδί του παίρνει, κι έτσι
τρέχει στα πλοία των χαλκοθώρακων των Αχαιών ολούθε'
κι όποιον στο δρόμο ρήγα κι άρχοντα τρανό συναπαντούσε,
σιμώνοντας τον τον αντίσκοφτε με τα πραγά του λόγια:
185αὐτὸς δ᾽ Ἀτρεΐδεω Ἀγαμέμνονος ἀντίος ἐλθὼν
δέξατό οἱ σκῆπτρον πατρώϊον ἄφθιτον αἰεί·
σὺν τῷ ἔβη κατὰ νῆας Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων.
Ὅν τινα μὲν βασιλῆα καὶ ἔξοχον ἄνδρα κιχείη
τὸν δ᾽ ἀγανοῖς ἐπέεσσιν ἐρητύσασκε παραστάς·
190δαιμόνι᾽ οὔ σε ἔοικε κακὸν ὣς δειδίσσεσθαι,
ἀλλ᾽ αὐτός τε κάθησο καὶ ἄλλους ἵδρυε λαούς·
οὐ γάρ πω σάφα οἶσθ᾽ οἷος νόος Ἀτρεΐωνος·
νῦν μὲν πειρᾶται, τάχα δ᾽ ἴψεται υἷας Ἀχαιῶν.
Ἐν βουλῇ δ᾽ οὐ πάντες ἀκούσαμεν οἷον ἔειπε.
«Καημένε, εσένα δε σου ταίριαζε σαν τον κιοτή να τρέμεις!
Κάθου ήσυχος λοιπόν, και κάθιζε και το στρατό τον άλλο.
Τι κρύβει, ακόμα δεν κατάλαβες ο γιος του Ατρέα στο νου του'
μας δοκιμάζει λέω, μα γρήγορα θα μας παιδέψει πάλε
τους Αχαιούς, τι δεν ακούσαμε στη σύναξη όλοι τι 'πε.
Μην οργιστεί και πει σε βάσανα να ρίξει τους Αργίτες.
Βαριά είν᾿ η οργή των αρχοντόγεννων των βασιλιάδων πάντα'
τι ο Δίας τιμή τρανή ο βαθύγνωμος κι αγάπη τους χαρίζει.»
Μ᾿ απ᾿ το χοντρό λαό όποιον έπιανε μπροστά του να φωνάζει,
με το ραβδί τον καταχέριζε και τον απόπαιρνε έτσι:
195μή τι χολωσάμενος ῥέξῃ κακὸν υἷας Ἀχαιῶν·
θυμὸς δὲ μέγας ἐστὶ διοτρεφέων βασιλήων,
τιμὴ δ᾽ ἐκ Διός ἐστι, φιλεῖ δέ ἑ μητίετα Ζεύς.
Ὃν δ᾽ αὖ δήμου τ᾽ ἄνδρα ἴδοι βοόωντά τ᾽ ἐφεύροι,
τὸν σκήπτρῳ ἐλάσασκεν ὁμοκλήσασκέ τε μύθῳ·
200δαιμόνι᾽ ἀτρέμας ἧσο καὶ ἄλλων μῦθον ἄκουε,
οἳ σέο φέρτεροί εἰσι, σὺ δ᾽ ἀπτόλεμος καὶ ἄναλκις
οὔτέ ποτ᾽ ἐν πολέμῳ ἐναρίθμιος οὔτ᾽ ἐνὶ βουλῇ·
οὐ μέν πως πάντες βασιλεύσομεν ἐνθάδ᾽ Ἀχαιοί·
οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω,
«Ξεμυαλισμένε! Κάθου φρόνιμα καί γρίκα και τους άλλους
τι λεν, που στέκουνται πιο πάνω σου. Μα εσύ κιοτής κι ανάξιος!
κι ουδέ στη μάχη ουδέ στη σύναξη ποτέ σε λογαριάζουν.
Όλοι οι Αχαιοί μαθές θα κάνουμε τους αφεντάδες τώρα;
Το πολυβασιλίκι είναι άσκημο! Ένας ας είναι ο αφέντης,
ένας ό ρήγας, σ᾿ όποιον έδωκε του πονηρού του Κρόνου
ο γιος ραβδί και νόμους, πάνω τους σα βασιλιάς να ορίζει.»
Έτσι απ᾿ τ᾿ ασκέρι μέσα εδιάβαινε προστάζοντας, κι εκείνοι
ξανά στη μάζωξη από τ᾿ άρμενα και τα καλύβια έτρεχαν
όλο φωνή, καθώς σε ακρόγιαλο πλατύ βροντάει το κύμα
205εἷς βασιλεύς, ᾧ δῶκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω
σκῆπτρόν τ᾽ ἠδὲ θέμιστας, ἵνά σφισι βουλεύῃσι.
Ὣς ὅ γε κοιρανέων δίεπε στρατόν· οἳ δ᾽ ἀγορὴν δὲ
αὖτις ἐπεσσεύοντο νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων
ἠχῇ, ὡς ὅτε κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης
210αἰγιαλῷ μεγάλῳ βρέμεται, σμαραγεῖ δέ τε πόντος.
Ἄλλοι μέν ῥ᾽ ἕζοντο, ἐρήτυθεν δὲ καθ᾽ ἕδρας·
Θερσίτης δ᾽ ἔτι μοῦνος ἀμετροεπὴς ἐκολῴα,
ὃς ἔπεα φρεσὶν ᾗσιν ἄκοσμά τε πολλά τε ᾔδη
μάψ, ἀτὰρ οὐ κατὰ κόσμον, ἐριζέμεναι βασιλεῦσιν,
της πολυτάραχης της θάλασσας και τα πελάη μουγκρίζουν.
Οι άλλοι εκαθίζαν και στη θέση του κρατιόταν ο καθένας,
μόνο ο Θερσίτης ο ατσαλόστομος φωνοκοπούσε ακόμα,
λόγια στο νου του που 'χεν άπρεπα πολλά, και τα πετούσε
δίχως ντροπή καμιά, μαλώνοντας με τους ρηγάδες πάντα,
φτάνει ν᾿ απάντεχε πώς θ᾿ άσκωνε μες στους Αργίτες γέλιο.
Άντρας δεν έφτασε ασκημότερος κάτω απ᾿ της Τροίας το κάστρο'
κουτσός απ᾿ το 'να πόδι, αλλήθωρος, με χωνιασμένους ώμους,
που απά στο στήθος του εκαλύβωναν και πιο ψηλά θωρούσες
κεφάλι μυτερό, που απάνω του χνούδι πετούσε ανάριο.
215ἀλλ᾽ ὅ τι οἱ εἴσαιτο γελοίϊον Ἀργείοισιν
ἔμμεναι· αἴσχιστος δὲ ἀνὴρ ὑπὸ Ἴλιον ἦλθε·
φολκὸς ἔην, χωλὸς δ᾽ ἕτερον πόδα· τὼ δέ οἱ ὤμω
κυρτὼ ἐπὶ στῆθος συνοχωκότε· αὐτὰρ ὕπερθε
φοξὸς ἔην κεφαλήν, ψεδνὴ δ᾽ ἐπενήνοθε λάχνη.
220Ἔχθιστος δ᾽ Ἀχιλῆϊ μάλιστ᾽ ἦν ἠδ᾽ Ὀδυσῆϊ·
τὼ γὰρ νεικείεσκε· τότ᾽ αὖτ᾽ Ἀγαμέμνονι δίῳ
ὀξέα κεκλήγων λέγ᾽ ὀνείδεα· τῷ δ᾽ ἄρ᾽ Ἀχαιοὶ
ἐκπάγλως κοτέοντο νεμέσσηθέν τ᾽ ἐνὶ θυμῷ.
Αὐτὰρ ὃ μακρὰ βοῶν Ἀγαμέμνονα νείκεε μύθῳ·
Απ᾿ όλους πιο ο Οδυσσέας τον μάχουνταν κι ο μέγας Αχιλλέας,
κι όλο μαζί τους ελογόφερνε· μα τώρα τα 'χε βάλει
με τον αντρόκαρδο Αγαμέμνονα σκληρίζοντας᾿ μαζί του
οι άλλοι θύμωναν κι αγανάχτιζαν Αργίτες. Τότε εκείνος
με άγριες φωνές τον Αγαμέμνονα βάζει μπροστά μιλώντας:
«Υγιέ του Ατρέα, τι πάλι σου 'λειψε και τι παραπονιέσαι;
Χαλκό γεμάτα τα καλύβια σου και πλησμονή οι γυναίκες
οι διαλεχτές μες στα καλύβια σου, που εσένα πρώτα απ᾿ όλους
οι Αργίτες δίνουμε, σαν πάρουμε κανένα κάστρο γύρα.
Μπας κι άλλο εσύ χρυσάφι ορέγεσαι, που κάποιος θα μας φέρει
225Ἀτρεΐδη τέο δ᾽ αὖτ᾽ ἐπιμέμφεαι ἠδὲ χατίζεις;
πλεῖαί τοι χαλκοῦ κλισίαι, πολλαὶ δὲ γυναῖκες
εἰσὶν ἐνὶ κλισίῃς ἐξαίρετοι, ἅς τοι Ἀχαιοὶ
πρωτίστῳ δίδομεν εὖτ᾽ ἂν πτολίεθρον ἕλωμεν.
Ἦ ἔτι καὶ χρυσοῦ ἐπιδεύεαι, ὅν κέ τις οἴσει
230Τρώων ἱπποδάμων ἐξ Ἰλίου υἷος ἄποινα,
ὅν κεν ἐγὼ δήσας ἀγάγω ἢ ἄλλος Ἀχαιῶν,
ἠὲ γυναῖκα νέην, ἵνα μίσγεαι ἐν φιλότητι,
ἥν τ᾽ αὐτὸς ἀπονόσφι κατίσχεαι; οὐ μὲν ἔοικεν
ἀρχὸν ἐόντα κακῶν ἐπιβασκέμεν υἷας Ἀχαιῶν.
από τους Τρώες τους αλογάρηδες για ξαγορά του γιου του,
που εγώ δεμένο εδώ τον έσυρα για απ᾿ τους Αργίτες άλλος;
Μη και καμιά γυναίκα νιούτσικη, να σε κερνά τον πόθο
κι αλάργα μόνος να τη χαίρεσαι; Μ᾿ αυτό σωστό δεν είναι,
να 'σαι ο ρηγάρχης και το ασκέρι σου σε συφορές να ρίχνεις.
Κιοτήδες, τιποτένιοι, Αργίτισσες! τι Αργίτες πια δεν είστε!
Με τα καράβια πίσω ας γύρουμε στα σπίτια μας, κι αφήστε
-τούτον στην Τροία τ᾿ αρχοντομοίρια του να τα κλωσάει μονάχος,
να ιδεί, μας έχει αυτός στον πόλεμο, για δε μας έχει ανάγκη.
Ως και τον Αχιλλέα, πιο αντρόκαρδος που 'ναι απ᾿ αυτόν, περίσσια
235Ὦ πέπονες κάκ᾽ ἐλέγχε᾽ Ἀχαιΐδες οὐκέτ᾽ Ἀχαιοὶ
οἴκαδέ περ σὺν νηυσὶ νεώμεθα, τόνδε δ᾽ ἐῶμεν
αὐτοῦ ἐνὶ Τροίῃ γέρα πεσσέμεν, ὄφρα ἴδηται
ἤ ῥά τί οἱ χἠμεῖς προσαμύνομεν ἦε καὶ οὐκί·
ὃς καὶ νῦν Ἀχιλῆα ἕο μέγ᾽ ἀμείνονα φῶτα
240ἠτίμησεν· ἑλὼν γὰρ ἔχει γέρας αὐτὸς ἀπούρας.
Ἀλλὰ μάλ᾽ οὐκ Ἀχιλῆϊ χόλος φρεσίν, ἀλλὰ μεθήμων·
ἦ γὰρ ἂν Ἀτρεΐδη νῦν ὕστατα λωβήσαιο·
ὣς φάτο νεικείων Ἀγαμέμνονα ποιμένα λαῶν,
Θερσίτης· τῷ δ᾽ ὦκα παρίστατο δῖος Ὀδυσσεύς,
τον καταφρόνεσε, τι του άρπαξε το αρχοντομοίρι ατός του.
Μα του Αχιλλέα χολή δεν του 'μεινε, σου τα συχώρεσε όλα·
αλλιώς, Ατρείδη, λέω δε θά'σωνες άλλη αδικία να κάνεις.»
Τέτοια βρισίδια του Αγαμέμνονα του πρωτοστρατολάτη
ξεφώνιζε ο Θερσίτης, μα ο θεϊκός πετάχτηκε Οδυσσέας
μπροστά του και στραβοκοιτώντας τον αψιά τον αποπηρε:
« Θερσίτη εσύ γλωσσά, ατσαλόστομε! Κι ας είσαι βροντολάλος,
σταμάτα! Να τα βάζεις μόνος σου μη θες με βασιλιάδες·
τι πιο από σένα εγώ δε γνώρισα κιοτή κανένα, απ᾿ όσους
τους γιους του Ατρέα ακλουθηξαν κι έφτασαν κάτω απ᾿ της Τροίας το κάστρο.
245καί μιν ὑπόδρα ἰδὼν χαλεπῷ ἠνίπαπε μύθῳ·
Θερσῖτ᾽ ἀκριτόμυθε, λιγύς περ ἐὼν ἀγορητής,
ἴσχεο, μηδ᾽ ἔθελ᾽ οἶος ἐριζέμεναι βασιλεῦσιν·
οὐ γὰρ ἐγὼ σέο φημὶ χερειότερον βροτὸν ἄλλον
ἔμμεναι, ὅσσοι ἅμ᾽ Ἀτρεΐδῃς ὑπὸ Ἴλιον ἦλθον.
250Τὼ οὐκ ἂν βασιλῆας ἀνὰ στόμ᾽ ἔχων ἀγορεύοις,
καί σφιν ὀνείδεά τε προφέροις, νόστόν τε φυλάσσοις.
Οὐδέ τί πω σάφα ἴδμεν ὅπως ἔσται τάδε ἔργα,
ἢ εὖ ἦε κακῶς νοστήσομεν υἷες Ἀχαιῶν.
Τὼ νῦν Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι ποιμένι λαῶν
Σύντας μιλάς λοιπόν, στο στόμα σου μην πιάνεις τους ρηγάδες
και μην τους βρίζεις λογαριάζοντας να γύρεις στην πατρίδα᾿
τι ακόμα δεν το καλοξέρουμε με μας τι θ᾿ απογίνει,
με δόξα πίσω αν θα γυρίσουμε, για ντροπιασμένοι οι Αργίτες.
Και τώρα εσύ τον Αγαμέμνονα, το γιο του Ατρέα, το ρήγα,
παίρνεις και βρίζεις, τι οι λιοντόκαρδοι του δίνουν τάχα Αργίτες
πολλά, κι εσύ κακολογώντας τον μιλάς και δε σωπαίνεις.
Τώρα έναν άλλο λόγο θα 'λεγα, πού σίγουρα θα γένει:
Αν όπως τώρα πάλε αστόχαστα σε βρω να φαφλατίζεις,
δε θέλω η κεφαλή στους ώμους της να στέκει του Οδυσσέα,
255ἧσαι ὀνειδίζων, ὅτι οἱ μάλα πολλὰ διδοῦσιν
ἥρωες Δαναοί· σὺ δὲ κερτομέων ἀγορεύεις.
Ἀλλ᾽ ἔκ τοι ἐρέω, τὸ δὲ καὶ τετελεσμένον ἔσται·
εἴ κ᾽ ἔτι σ᾽ ἀφραίνοντα κιχήσομαι ὥς νύ περ ὧδε,
μηκέτ᾽ ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆϊ κάρη ὤμοισιν ἐπείη,
260μηδ᾽ ἔτι Τηλεμάχοιο πατὴρ κεκλημένος εἴην,
εἰ μὴ ἐγώ σε λαβὼν ἀπὸ μὲν φίλα εἵματα δύσω,
χλαῖνάν τ᾽ ἠδὲ χιτῶνα, τά τ᾽ αἰδῶ ἀμφικαλύπτει,
αὐτὸν δὲ κλαίοντα θοὰς ἐπὶ νῆας ἀφήσω
πεπλήγων ἀγορῆθεν ἀεικέσσι πληγῇσιν.
κι ουδέ πατέρα του Τηλέμαχου πια να με κράζουν θέλω,
αν δε σε πιάσω και τα ρούχα σου μεμιάς εγώ σου βγάλω,
το απανωσκούτι, το πουκάμισο και της ντροπής το ρούχο,
κι αφού σε δείρω, από τη σύναξη κακοδαρμένο πίσω
σε στείλω με κλαημούς στα γρήγορα καράβια να γυρίσεις.»
Έτσι είπε εκείνος, και τον χτύπησε στην πλάτη και στους ώμους
με το ραβδί, κι αυτός ελύγισε, τα κλάματα τον πήραν,
στην πλάτη η σάρκα του αιματόκοψε βαθιά μεμιάς κι επρήστη
απ᾿ το χρυσό ραβδί, και τράβηξε να κάτσει δειλιασμένος·
πονούσε, σάστιζαν τα μάτια του και σφούγγιζε το κλάμα.
265Ὣς ἄρ᾽ ἔφη, σκήπτρῳ δὲ μετάφρενον ἠδὲ καὶ ὤμω
πλῆξεν· ὃ δ᾽ ἰδνώθη, θαλερὸν δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ·
σμῶδιξ δ᾽ αἱματόεσσα μεταφρένου ἐξυπανέστη
σκήπτρου ὕπο χρυσέου· ὃ δ᾽ ἄρ᾽ ἕζετο τάρβησέν τε,
ἀλγήσας δ᾽ ἀχρεῖον ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ.
270Οἳ δὲ καὶ ἀχνύμενοί περ ἐπ᾽ αὐτῷ ἡδὺ γέλασσαν·
ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον·
ὢ πόποι ἦ δὴ μυρί᾽ Ὀδυσσεὺς ἐσθλὰ ἔοργε
βουλάς τ᾽ ἐξάρχων ἀγαθὰς πόλεμόν τε κορύσσων·
νῦν δὲ τόδε μέγ᾽ ἄριστον ἐν Ἀργείοισιν ἔρεξεν,
Κι όλοι στα γέλια ξεκαρδίστηκαν, κι ας ήταν πικραμένοι,
κι έτσι μιλούσεν ο καθένας τους στο διπλανό γυρνώντας:
« Καλά ο Οδυσσέας αλήθεια αρίφνητα μας έχει κάνει ως τώρα,
πρώτος στη γνώμη μες στη σύναξη και πρώτος στους πολέμους᾿
μα τούτο τώρα που μας έκανε το πιο καλό είν᾿ απ᾿ όλα,
του κλωθοσούρτη ετούτου που 'φραξε, του φωνακλά, το στόμα.
Δε θα 'χει πια η καρδιά του η αδιάντροπη ποτέ θαρρώ κουράγιο
να βρίσει πάλε τους ρηγάδες μας με τα θρασόλογά του.»
Έτσι έλεαν, κι ο Οδυσσέας σηκώθηκεν ο καστροπολεμίτης
με το ραβδί στο χέρι᾿ δίπλα του με κράχτη είδη εστεκόταν
275ὃς τὸν λωβητῆρα ἐπεσβόλον ἔσχ᾽ ἀγοράων.
Οὔ θήν μιν πάλιν αὖτις ἀνήσει θυμὸς ἀγήνωρ
νεικείειν βασιλῆας ὀνειδείοις ἐπέεσσιν.
Ὣς φάσαν ἣ πληθύς· ἀνὰ δ᾽ ὃ πτολίπορθος Ὀδυσσεὺς
ἔστη σκῆπτρον ἔχων· παρὰ δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη
280εἰδομένη κήρυκι σιωπᾶν λαὸν ἀνώγει,
ὡς ἅμα θ᾽ οἳ πρῶτοί τε καὶ ὕστατοι υἷες Ἀχαιῶν
μῦθον ἀκούσειαν καὶ ἐπιφρασσαίατο βουλήν·
ὅ σφιν ἐὺ φρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν·
Ἀτρεΐδη νῦν δή σε ἄναξ ἐθέλουσιν Ἀχαιοὶ
και φώναζε η Αθηνά η γλαυκόματη στ΄ ασκέρια να σωπάσουν,
και πρώτοι και στερνοί το λόγο του να τον ακούσουν όλοι
οι Αργίτες τώρα, και τη γνώμη του καλά να στοχαστούνε.
Κι εκείνος μίλησε καλόγνωμος αναμεσό τους κι είπε:
«Υγιέ του Ατρέα, στο νου τους έβαλαν οι Αργίτες, πρωταφέντη,
θαρρώ να σε ντροπιάσουν άσκημα μπρος στους ανθρώπους όλους·
το λόγο δεν κρατούν που σου 'δωκαν, ακόμα ως ξεκινούσαν
πέρα από το Άργος το αλογόθροφο στα μέρη εδώ, πριν πάρεις
πρώτα την Τροία την ωριοτείχιστη, να μη διαγύρουν πίσω.
Μ᾿ αυτοί, παιδιά λες κι είναι ανήλικα για και γυναίκες χήρες,
285πᾶσιν ἐλέγχιστον θέμεναι μερόπεσσι βροτοῖσιν,
οὐδέ τοι ἐκτελέουσιν ὑπόσχεσιν ἥν περ ὑπέσταν
ἐνθάδ᾽ ἔτι στείχοντες ἀπ᾽ Ἄργεος ἱπποβότοιο
Ἴλιον ἐκπέρσαντ᾽ εὐτείχεον ἀπονέεσθαι.
Ὥς τε γὰρ ἢ παῖδες νεαροὶ χῆραί τε γυναῖκες
290ἀλλήλοισιν ὀδύρονται οἶκον δὲ νέεσθαι.
Ἦ μὴν καὶ πόνος ἐστὶν ἀνιηθέντα νέεσθαι·
καὶ γάρ τίς θ᾽ ἕνα μῆνα μένων ἀπὸ ἧς ἀλόχοιο
ἀσχαλάᾳ σὺν νηῒ πολυζύγῳ, ὅν περ ἄελλαι
χειμέριαι εἰλέωσιν ὀρινομένη τε θάλασσα·
τους πήρε τώρα το παράπονο να γύρουν στην πατρίδα.
Δε λέω, μπορεί κι από βαριέστισμα να θες να γύρεις πίσω᾿
τι κι ένα μήνα από το ταίρι σου μακριά να λείψεις μόνο,
βαρυγκομίζεις στο πολύκουπο καράβι σου, που το 'χουν
φουρτούνες κλείσει χειμωνιάτικες και θάλασσα αγριεμένη.
Κι εμείς ακόμα εδώ βρισκόμαστε, κι έχουν κυλήσει χρόνια
εννιά! Γι᾿ αυτό και δεν αγαναχτώ που τους Αργίτες τώρα
τους παίρνει μπρος στα δρεπανόγυρτα καράβια η βαρυγκόμια.
Κι όμως ντροπή είναι, τόσο που 'μεινες, να γύρεις με άδεια χέρια.
Βαστάτε, φίλοι, υπομονέψετε λίγον καιρό, να ιδούμε,
295ἡμῖν δ᾽ εἴνατός ἐστι περιτροπέων ἐνιαυτὸς
ἐνθάδε μιμνόντεσσι· τὼ οὐ νεμεσίζομ᾽ Ἀχαιοὺς
ἀσχαλάαν παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν· ἀλλὰ καὶ ἔμπης
αἰσχρόν τοι δηρόν τε μένειν κενεόν τε νέεσθαι.
Τλῆτε φίλοι, καὶ μείνατ᾽ ἐπὶ χρόνον ὄφρα δαῶμεν
300ἢ ἐτεὸν Κάλχας μαντεύεται ἦε καὶ οὐκί.
Εὖ γὰρ δὴ τόδε ἴδμεν ἐνὶ φρεσίν, ἐστὲ δὲ πάντες
μάρτυροι, οὓς μὴ κῆρες ἔβαν θανάτοιο φέρουσαι·
χθιζά τε καὶ πρωΐζ᾽ ὅτ᾽ ἐς Αὐλίδα νῆες Ἀχαιῶν
ἠγερέθοντο κακὰ Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ φέρουσαι,
τάχα σωστά 'ναι τα μαντέματα του Κάλχα για δεν είναι᾿
τι όλοι καλά στο νου μας το 'χουμε κι είστε όλοι εσείς μαρτύροι,
εξόν απ᾿ όσους πήραν κι έφυγαν οι Λάμιες του θανάτου,
σα χτες ακόμα, που τ᾿ Αργίτικα καράβια στην Αυλίδα
να φέρουν συφορές μαζώχτηκαν στον Πρίαμο και στους Τρώες'
κι εμείς στη νερομάνα ολόγυρα, μπρος στους βωμούς τους άγιους,
σφαχτάρια σφάζαμε αψεγάδιαστα στους αθανάτους, κάτω
απ᾿ όμορφο πλατάνι, όπου 'τρεχε νερό κρουσταλλιασμένο.
Τρανό σημάδι τότε φάνηκε: φίδι φριχτό, με ράχη
κοκκινωπή, στο φως απ᾿ του Ολύμπου σταλμένο τον αφέντη,
305ἡμεῖς δ᾽ ἀμφὶ περὶ κρήνην ἱεροὺς κατὰ βωμοὺς
ἕρδομεν ἀθανάτοισι τεληέσσας ἑκατόμβας
καλῇ ὑπὸ πλατανίστῳ ὅθεν ῥέεν ἀγλαὸν ὕδωρ·
ἔνθ᾽ ἐφάνη μέγα σῆμα· δράκων ἐπὶ νῶτα δαφοινὸς
σμερδαλέος, τόν ῥ᾽ αὐτὸς Ὀλύμπιος ἧκε φόως δέ,
310βωμοῦ ὑπαΐξας πρός ῥα πλατάνιστον ὄρουσεν.
Ἔνθα δ᾽ ἔσαν στρουθοῖο νεοσσοί, νήπια τέκνα,
ὄζῳ ἐπ᾽ ἀκροτάτῳ πετάλοις ὑποπεπτηῶτες
ὀκτώ, ἀτὰρ μήτηρ ἐνάτη ἦν ἣ τέκε τέκνα·
ἔνθ᾽ ὅ γε τοὺς ἐλεεινὰ κατήσθιε τετριγῶτας·
πετάχτη απ᾿ το βωμό και χύθηκε στον πλάτανο ν᾿ ανέβει.
Κι ήταν εκεί μικρά κλωσόπουλα, νιογέννητα σπουργίτια,
στην άκρη ενός κλαριού, καί ζάρωναν κρυμμένα μες στα φύλλα,
οχτώ, κι εννιά με τη μητέρα τους, που τα 'χε γεννημένα.
Όμως το φίδι τότε τα 'φαγε, και τσίριζαν εκείνα
σπαραχτικά᾿ κι η μάνα κλαίγοντας πετούσε ολόγυρα τους᾿
κι αυτό λυγάει κι απ᾿ τη φτερούγα της την άρπαξε, ως θρηνούσε.
Μα τα σπουργίτια και τη μάνα τους σαν έφαγε το φίδι,
ο θεός που το 'χε στείλει τι 'καμε τρανό σημάδι τότε᾿
τι ο γιος του Κρόνου του δολόπλοκου το πέτρωσε εκεί πάνω.
315μήτηρ δ᾽ ἀμφεποτᾶτο ὀδυρομένη φίλα τέκνα·
τὴν δ᾽ ἐλελιξάμενος πτέρυγος λάβεν ἀμφιαχυῖαν.
Αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ τέκνα φάγε στρουθοῖο καὶ αὐτήν,
τὸν μὲν ἀρίζηλον θῆκεν θεὸς ὅς περ ἔφηνε·
λᾶαν γάρ μιν ἔθηκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω·
320ἡμεῖς δ᾽ ἑσταότες θαυμάζομεν οἷον ἐτύχθη.
Ὡς οὖν δεινὰ πέλωρα θεῶν εἰσῆλθ᾽ ἑκατόμβας,
Κάλχας δ᾽ αὐτίκ᾽ ἔπειτα θεοπροπέων ἀγόρευε·
τίπτ᾽ ἄνεῳ ἐγένεσθε κάρη κομόωντες Ἀχαιοί;
ἡμῖν μὲν τόδ᾽ ἔφηνε τέρας μέγα μητίετα Ζεὺς
Κι εμείς ασάλευτοι σαστίσαμε να ιδούμε τέτοιο θάμα,
το άγριο θεριό, που μας ετάραξε την άγια τη θυσία.
Μα ευτύς ό Κάλχας προφητεύοντας το λόγο επήρε κι είπε:
,,Τι τάχα επιάστη, μακρομάλληδες Αργίτες, η λαλιά σας;
Είναι για μας ο Δίας που το 'στειλε τρανό σημάδι ετούτο,
αργό, άργοτέλεστο, μα αθάνατο θα μείνει το άκουσμα του.
Ως όλα τα σπουργίτια τα 'φαγε το φίδι και τη μάνα,
οχτώ, κι εννιά με τη μητέρα τους, που τα 'χε γεννημένα,
όμοια άλλα τόσα χρόνια φεύγοντας κι εμείς θ᾿ αγωνιστούμε,
μ᾿ απά στα δέκα το πλατύδρομο θα πάρουμε καστρί τους."
325ὄψιμον ὀψιτέλεστον, ὅου κλέος οὔ ποτ᾽ ὀλεῖται.
Ὡς οὗτος κατὰ τέκνα φάγε στρουθοῖο καὶ αὐτὴν
ὀκτώ, ἀτὰρ μήτηρ ἐνάτη ἦν ἣ τέκε τέκνα,
ὣς ἡμεῖς τοσσαῦτ᾽ ἔτεα πτολεμίξομεν αὖθι,
τῷ δεκάτῳ δὲ πόλιν αἱρήσομεν εὐρυάγυιαν.
330Κεῖνος τὼς ἀγόρευε· τὰ δὴ νῦν πάντα τελεῖται.
Ἀλλ᾽ ἄγε μίμνετε πάντες ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ
αὐτοῦ εἰς ὅ κεν ἄστυ μέγα Πριάμοιο ἕλωμεν.
Ὣς ἔφατ᾽, Ἀργεῖοι δὲ μέγ᾽ ἴαχον, ἀμφὶ δὲ νῆες
σμερδαλέον κονάβησαν ἀϋσάντων ὑπ᾽ Ἀχαιῶν,
Ο μάντης έτσι τότε μίλησε᾿ τώρα αληθεύουν όλα.
Εδώ λοιπόν να μείνετε όλοι σας, καλαντρειωμένοι Αργίτες,
ωσότου πια του Πρίαμου πάρουμε το ξακουσμένο κάστρο.»
Είπε, κι οι Αργίτες βροντοφώναξαν, κι αντιλάλησαν άγρια
απ᾿ τις τρανές φωνές τους τ᾿ άρμενα τα βαθουλά τρογύρα,
ως στου Οδυσσέα τα λόγια εσύγκλιναν του αρχοντογεννημένου.
Σηκώθη τότε κι είπε ο Νέστορας, ο γέρο αλογολάτης:
«Ωχού, παιδιά πώς είστε θα 'λεγα, για δέστε πώς μιλάτε,
άπλερα ακόμα, που για πόλεμο δεν έχουν να γνοιαστούνε.
Και τι θα μείνει από τις σύβασες και τους παλιούς μας όρκους;
335μῦθον ἐπαινήσαντες Ὀδυσσῆος θείοιο·
τοῖσι δὲ καὶ μετέειπε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
ὦ πόποι ἦ δὴ παισὶν ἐοικότες ἀγοράασθε
νηπιάχοις οἷς οὔ τι μέλει πολεμήϊα ἔργα.
Πῇ δὴ συνθεσίαι τε καὶ ὅρκια βήσεται ἥμιν;
340ἐν πυρὶ δὴ βουλαί τε γενοίατο μήδεά τ᾽ ἀνδρῶν
σπονδαί τ᾽ ἄκρητοι καὶ δεξιαί, ᾗς ἐπέπιθμεν·
αὔτως γὰρ ἐπέεσσ᾽ ἐριδαίνομεν, οὐδέ τι μῆχος
εὑρέμεναι δυνάμεσθα, πολὺν χρόνον ἐνθάδ᾽ ἐόντες.
Ἀτρεΐδη σὺ δ᾽ ἔθ᾽ ὡς πρὶν ἔχων ἀστεμφέα βουλὴν
θα παν λοιπόν του ανέμου οι γνώμες μας κι οι αντρίστικες βουλές μας
κι οι άκρατες μας σπονδές καί τ᾿ άδολα χεροσφιξίματά μας;
τι να, λογομαχούμε ανώφελα και τρόπο δεν μπορούμε
να βρούμε γλιτωμού, κι ας μένουμε τόσα εδώ πέρα χρόνια.
Ύγιέ του Ατρέα, μα εσύ με αλύγιστη βουλή, καθώς και πρώτα,
τράβα μπροστά και σε άγριους πόλεμους κυβέρνα τους Αργίτες,
κι αυτούς παράτα τους να τρώγουνται, τον έναν δυο, που αλάργα
από τους άλλους θα στοχάζουνταν—δουλειές του ανέμου ετούτες!—
στο Άργος να γύρουν, μην κατέχοντας, αληθινό είναι τάχα
για ψεύτικο του Δία το τάξιμο του βροντοσκουταράτου.
345ἄρχευ᾽ Ἀργείοισι κατὰ κρατερὰς ὑσμίνας,
τούσδε δ᾽ ἔα φθινύθειν ἕνα καὶ δύο, τοί κεν Ἀχαιῶν
νόσφιν βουλεύωσ᾽· ἄνυσις δ᾽ οὐκ ἔσσεται αὐτῶν·
πρὶν Ἄργος δ᾽ ἰέναι πρὶν καὶ Διὸς αἰγιόχοιο
γνώμεναι εἴ τε ψεῦδος ὑπόσχεσις εἴ τε καὶ οὐκί.
350Φημὶ γὰρ οὖν κατανεῦσαι ὑπερμενέα Κρονίωνα
ἤματι τῷ ὅτε νηυσὶν ἐν ὠκυπόροισιν ἔβαινον
Ἀργεῖοι Τρώεσσι φόνον καὶ κῆρα φέροντες
ἀστράπτων ἐπιδέξι᾽ ἐναίσιμα σήματα φαίνων.
Τὼ μή τις πρὶν ἐπειγέσθω οἶκον δὲ νέεσθαι
Εγώ σας λέω, μαζί μας σύγκλινε του Κρόνου ο γιος ο γαύρος
τη μέρα εκείνη που στα γρήγορα καράβια τους οι Αργίτες
μπαίναν, στους Τρώες το μαύρο θάνατο και το χαμό να φέρουν
κι άστραφτε ο Δίας δεξιά, καλότυχα σημάδια δείχνοντας μας.
Ας μη βιαστεί λοιπόν κανένας μας να γύρει στην πατρίδα,
πριν κάποιου Τρώα το ταίρι αρπάζοντας πλαγιάσει στο πλευρό της,
να γδικηθεί τα λαχταρίσματα, τους θρήνους της Ελένης.
Μα όποιος καλά και σώνει βάλθηκε να γύρει στην πατρίδα,
στο καλοκούβερτο καράβι του για ας βάλει χέρι, αν θέλει
ο Χάρος να τον βρει κι η Μοίρα του πιο πρώτα από τους άλλους!
355πρίν τινα πὰρ Τρώων ἀλόχῳ κατακοιμηθῆναι,
τίσασθαι δ᾽ Ἑλένης ὁρμήματά τε στοναχάς τε.
Εἰ δέ τις ἐκπάγλως ἐθέλει οἶκον δὲ νέεσθαι
ἁπτέσθω ἧς νηὸς ἐϋσσέλμοιο μελαίνης,
ὄφρα πρόσθ᾽ ἄλλων θάνατον καὶ πότμον ἐπίσπῃ.
360Ἀλλὰ ἄναξ αὐτός τ᾽ εὖ μήδεο πείθεό τ᾽ ἄλλῳ·
οὔ τοι ἀπόβλητον ἔπος ἔσσεται ὅττί κεν εἴπω·
κρῖν᾽ ἄνδρας κατὰ φῦλα κατὰ φρήτρας Ἀγάμεμνον,
ὡς φρήτρη φρήτρηφιν ἀρήγῃ, φῦλα δὲ φύλοις.
Εἰ δέ κεν ὣς ἕρξῃς καί τοι πείθωνται Ἀχαιοί,
Μα τώρα ατός σου, ρήγα, λόγιασ᾿ το και γρίκα και τους άλλους·
του πεταμού δε θα 'ναι ο λόγος μου, που 'χεις ν᾿ ακούσεις τώρα:
τους άντρες χώρισε, Αγαμέμνονα, φυλές φυλές και φάρες,
φάρα από φάρα να 'χει βόηθηση κι η μια φυλή απ᾿ την άλλη.
Αν έτσι τό᾿ κανες και σ᾿ άκουγαν οι Αργίτες, θα μπορούσες
μες στους στρατιώτες και στους άρχοντες να ξέρεις ποιος κιοτεύει
και ποιος ατρόμητος᾿ τι ξέχωρα θα πολεμάει καθένας'
να ιδείς, από θεού το θέλημα το κάστρο δε θα πάρεις,
για κι ο στρατός δειλιάει και πόλεμο να κάνει δεν κατέχει.»
Κι ο πρωταφέντης Αγαμέμνονας του απηλογήθη τότε:
365γνώσῃ ἔπειθ᾽ ὅς θ᾽ ἡγεμόνων κακὸς ὅς τέ νυ λαῶν
ἠδ᾽ ὅς κ᾽ ἐσθλὸς ἔῃσι· κατὰ σφέας γὰρ μαχέονται.
Γνώσεαι δ᾽ εἰ καὶ θεσπεσίῃ πόλιν οὐκ ἀλαπάξεις,
ἦ ἀνδρῶν κακότητι καὶ ἀφραδίῃ πολέμοιο.
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη κρείων Ἀγαμέμνων·
370ἦ μὰν αὖτ᾽ ἀγορῇ νικᾷς γέρον υἷας Ἀχαιῶν.
Αἲ γὰρ Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον
τοιοῦτοι δέκα μοι συμφράδμονες εἶεν Ἀχαιῶν·
τώ κε τάχ᾽ ἠμύσειε πόλις Πριάμοιο ἄνακτος
χερσὶν ὑφ᾽ ἡμετέρῃσιν ἁλοῦσά τε περθομένη τε.
«Αλήθεια, τους Αργίτες, γέροντα, ξανά νικάς στη γνώμη.
Να 'ταν, πατέρα Δία κι Απόλλωνα, και συ, Αθηνά μου, να 'χα
σαν τούτον δέκα συβουλάτορες Αργίτες, δε θ᾿ αργούσε
το κάστρο τότε να γονάτιζε του Πριάμου του ρηγάρχη,
γοργά πεσμένο μες στα χέρια μας, στην άκρη του σπαθιού μας.
Μα ό γιος του Κρόνου πίκρες μου 'δωκεν ο βροντοσκουταράτος
σε ξεσυνέριες ανωφέλευτες κι αμάχες ρίχνοντας με.
Ετσι ο Αχιλλέας κι εγώ επιαστήκαμε για μια κοπέλα τώρα
με άσκημα λόγια, όμως εθύμωσα πρώτος εγώ μαζί του.
Μ᾿ αν πάλε κάποτε μονιάσουμε, δε θα μπορέσουν τότε
375Ἀλλά μοι αἰγίοχος Κρονίδης Ζεὺς ἄλγε᾽ ἔδωκεν,
ὅς με μετ᾽ ἀπρήκτους ἔριδας καὶ νείκεα βάλλει.
Καὶ γὰρ ἐγὼν Ἀχιλεύς τε μαχεσσάμεθ᾽ εἵνεκα κούρης
ἀντιβίοις ἐπέεσσιν, ἐγὼ δ᾽ ἦρχον χαλεπαίνων·
εἰ δέ ποτ᾽ ἔς γε μίαν βουλεύσομεν, οὐκέτ᾽ ἔπειτα
380Τρωσὶν ἀνάβλησις κακοῦ ἔσσεται οὐδ᾽ ἠβαιόν.
Νῦν δ᾽ ἔρχεσθ᾽ ἐπὶ δεῖπνον ἵνα ξυνάγωμεν Ἄρηα.
Εὖ μέν τις δόρυ θηξάσθω, εὖ δ᾽ ἀσπίδα θέσθω,
εὖ δέ τις ἵπποισιν δεῖπνον δότω ὠκυπόδεσσιν,
εὖ δέ τις ἅρματος ἀμφὶς ἰδὼν πολέμοιο μεδέσθω,
οι Τρώες ουδέ στιγμή από πάνω τους τη συφορά να διώξουν.
Μα συρτέ τώρα, γιοματίσετε, στη μάχη για να μπούμε.
Καλά ακονίστε τα κοντάρια σας, καλά και τα σκουτάρια
γνοιαστείτε τα, καλά και στα γοργά φαριά να φανέ δώστε,
καλά τ᾿ αμάξια σας κοιτάχτε τα, για πόλεμο σιαχτείτε,
ολημερίς ν᾿ αντροπαλέψουμε σε φρενιασμένο αγώνα᾿
τι αναπαμό δεν είναι να 'χουμε καθόλου, ουδέ μιας ώρας,
ως να χωρίσει η νύχτα πέφτοντας τα λυσσασμένα ασκέρια.
θα ιδρώσει το λουρί στο στήθος μας του σκουταριού, που σκέπει
τους άντρες᾿ στο κοντάρι ολόγυρα το χέρι θ᾿ αποστάσει,
385ὥς κε πανημέριοι στυγερῷ κρινώμεθ᾽ Ἄρηϊ.
Οὐ γὰρ παυσωλή γε μετέσσεται οὐδ᾽ ἠβαιὸν
εἰ μὴ νὺξ ἐλθοῦσα διακρινέει μένος ἀνδρῶν.
Ἱδρώσει μέν τευ τελαμὼν ἀμφὶ στήθεσφιν
ἀσπίδος ἀμφιβρότης, περὶ δ᾽ ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται·
390ἱδρώσει δέ τευ ἵππος ἐΰξοον ἅρμα τιταίνων.
Ὃν δέ κ᾽ ἐγὼν ἀπάνευθε μάχης ἐθέλοντα νοήσω
μιμνάζειν παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν, οὔ οἱ ἔπειτα
ἄρκιον ἐσσεῖται φυγέειν κύνας ἠδ᾽ οἰωνούς.
Ὣς ἔφατ᾽, Ἀργεῖοι δὲ μέγ᾽ ἴαχον ὡς ὅτε κῦμα
Θα ιδρώσουν τ᾿ άλογά μας σέρνοντας τα τορνεμένα αμάξια.
Μα όποιον ιδώ μακριά απ᾿ τον πόλεμο να κοντοστέκει ξάργου,
δίπλα στα πλοία τα δρεπανόγυρτα του κάκου θα γυρέψει
να μου γλιτώσει᾿ τα όρνια γρήγορα θα τόνε φαν κι οι σκύλοι!»
Είπε, κι οι Αργίτες βροντοχούγιαξαν, ως κύμα που μουγκρίζει·
σε απόγκρεμο γιαλό, σαν έρχεται νοτιά και το σηκώσει
σε κάβο ξάγναντο, που κύματα ποτέ δεν του απολείπουν,
με όποιο λογής αγέρα, που φυσάει μια δώθε και μια κείθε.
Κι ως πετάχτηκαν όρθιοι, σκόρπισαν τραβώντας στα καράβια,
φωτιές άναψαν στα καλύβια τους και σύνταζαν το γιόμα.
395ἀκτῇ ἐφ᾽ ὑψηλῇ, ὅτε κινήσῃ Νότος ἐλθών,
προβλῆτι σκοπέλῳ· τὸν δ᾽ οὔ ποτε κύματα λείπει
παντοίων ἀνέμων, ὅτ᾽ ἂν ἔνθ᾽ ἢ ἔνθα γένωνται.
Ἀνστάντες δ᾽ ὀρέοντο κεδασθέντες κατὰ νῆας,
κάπνισσάν τε κατὰ κλισίας, καὶ δεῖπνον ἕλοντο.
400Ἄλλος δ᾽ ἄλλῳ ἔρεζε θεῶν αἰειγενετάων
εὐχόμενος θάνατόν τε φυγεῖν καὶ μῶλον Ἄρηος.
Αὐτὰρ ὃ βοῦν ἱέρευσε ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων
πίονα πενταέτηρον ὑπερμενέϊ Κρονίωνι,
κίκλησκεν δὲ γέροντας ἀριστῆας Παναχαιῶν,
Κι έσφαζεν άλλος σε άλλο αθάνατο θεό, παρακαλώντας
να τον γλιτώσει από τα κίντυνα της μάχης κι απ᾿ το Χάρο.
Ωστόσο ό μέγας Αγαμέμνονας ο πρωταφέντης σφάζει
ταύρο παχύ, πενταχρονίτικο στο γαύρο υγιό του Κρόνου,
κι απ᾿ τους Αργίτες πήρε κάλεσε τους πιο τρανούς γερόντους.
Και πρώτα κράζει να 'ρθει ο Νέστορας κι ο Ιδομενέας ο ρήγας,
μετά τους δυο τους Αίαντες φώναξε καί τον τρανό Διομήδη,
στερνά τον Οδυσσέα προσκάλεσε, ποτ 'χε του Δία τη γνώση.
Μόνο ο Μενέλαος ο βροντόφωνος ακάλεστος επήγε,
καλά τον αδερφό του ξέροντας, το πόσες έγνοιες είχε.
405Νέστορα μὲν πρώτιστα καὶ Ἰδομενῆα ἄνακτα,
αὐτὰρ ἔπειτ᾽ Αἴαντε δύω καὶ Τυδέος υἱόν,
ἕκτον δ᾽ αὖτ᾽ Ὀδυσῆα Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον.
Αὐτόματος δέ οἱ ἦλθε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος·
ᾔδεε γὰρ κατὰ θυμὸν ἀδελφεὸν ὡς ἐπονεῖτο.
410Βοῦν δὲ περιστήσαντο καὶ οὐλοχύτας ἀνέλοντο·
τοῖσιν δ᾽ εὐχόμενος μετέφη κρείων Ἀγαμέμνων·
Ζεῦ κύδιστε μέγιστε κελαινεφὲς αἰθέρι ναίων
μὴ πρὶν ἐπ᾽ ἠέλιον δῦναι καὶ ἐπὶ κνέφας ἐλθεῖν
πρίν με κατὰ πρηνὲς βαλέειν Πριάμοιο μέλαθρον
Τ᾿ αγιοκριθάρια τότε παίρνοντας τριγύρισαν τον ταύρο,
κι o πρωταφέντης Αγαμέμνονας ευκήθη αναμεσό τους:
« Ουράνιε Δία, μελανοσύγνεφε, περίλαμπρε, μεγάλε,
δώσε, πριν πέσει ο γήλιος σήμερα και πάρει το σκοτάδι,
να ρίξω καταγής συθέμελο του Πριάμου το παλάτι
αθαλωμένο, και τις πόρτες του να κάψω με άγρια φλόγα,
να σκίσω το χιτώνα του Έχτορα στο στήθος του ξεσκλίδια
με το κοντάρι, και τρογύρα του να κοίτουνται οι σύντροφοι
στον κουρνιαχτό σωρός, τ᾿ απίστομα, δαγκώνοντας το χώμα.»
Έτσι είπε εκείνος, μα δεν του 'στρεξε του Κρόνου ο γιος τη χάρη,
415αἰθαλόεν, πρῆσαι δὲ πυρὸς δηΐοιο θύρετρα,
Ἑκτόρεον δὲ χιτῶνα περὶ στήθεσσι δαΐξαι
χαλκῷ ῥωγαλέον· πολέες δ᾽ ἀμφ᾽ αὐτὸν ἑταῖροι
πρηνέες ἐν κονίῃσιν ὀδὰξ λαζοίατο γαῖαν.
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἄρα πώ οἱ ἐπεκραίαινε Κρονίων,
420ἀλλ᾽ ὅ γε δέκτο μὲν ἱρά, πόνον δ᾽ ἀμέγαρτον ὄφελλεν.
Αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ εὔξαντο καὶ οὐλοχύτας προβάλοντο,
αὐέρυσαν μὲν πρῶτα καὶ ἔσφαξαν καὶ ἔδειραν,
μηρούς τ᾽ ἐξέταμον κατά τε κνίσῃ ἐκάλυψαν
δίπτυχα ποιήσαντες, ἐπ᾽ αὐτῶν δ᾽ ὠμοθέτησαν.
μον 'δέχτη τα σφαχτά και του 'γραφε κι άλλους καημούς περίσσιους,
Κι ως ευκηθήκαν και πασπάλισαν μετά τ᾿ αγιοκριθάρια,
τον ταύρο τον παχύ άναλαίμισαν, τον σφάξαν και τον γδάραν,
χώρισαν τα μεριά, τα τύλιξαν τρογύρα με τη σκέπη
διπλώνοντας τη, κι από πάνω τους κομμάτια κρέας πιθώσαν.
Σε μαδημένα τότε τα 'καιγαν κλαριά, κι από τη σούβλα
τα σωθικά περνώντας ύστερα πα στη φωτιά τα ψήναν.
Και σύντας τα μεριά αποκάηκαν και γεύτηκαν τα σπλάχνα,
λιάνισαν τ᾿ άλλα και περνώντας τα στις σούβλες να τα ψήνουν
επήραν γνοιαστικά, κι ως ψήθηκαν, τ᾿ αποτραβήξαν όλα.
425Καὶ τὰ μὲν ἂρ σχίζῃσιν ἀφύλλοισιν κατέκαιον,
σπλάγχνα δ᾽ ἄρ᾽ ἀμπείραντες ὑπείρεχον Ἡφαίστοιο.
Αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μῆρε κάη καὶ σπλάγχνα πάσαντο,
μίστυλλόν τ᾽ ἄρα τἆλλα καὶ ἀμφ᾽ ὀβελοῖσιν ἔπειραν,
ὤπτησάν τε περιφραδέως, ἐρύσαντό τε πάντα.
430Αὐτὰρ ἐπεὶ παύσαντο πόνου τετύκοντό τε δαῖτα
δαίνυντ᾽, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης.
Αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,
τοῖς ἄρα μύθων ἦρχε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
Ἀτρεΐδη κύδιστε ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον,
Κι απ᾿ τις δουλειές αυτές σα σκόλασαν κι ετοίμασαν τις τάβλες,
έτρωγαν, κι είχεν, ως εταίριαζε, καθείς το μερτικό του.
Και σύντας του πιοτού θαράπεψαν και του φαγιού τον πόθο,
πρώτος κινάει το λόγο ο Νέστορας, ο γέρο αλογολάτης:
« Ύγιέ του Ατρέα, τρανέ Αγαμέμνονα, ρηγάρχη τιμημένε,
με την κουβέντα εδώ ας μη χάνουμε καιρό, κι ας μην ξαργούμε
πια τη δουλειά, που μες στα χέρια μας μας έχει βάλει ο Δίας.
Ομπρός, τους Αχαιούς οι κράχτες μας τους χαλκοθωρακάτους
ας τους μαζέψουν όλους, κράζοντας ολούθε στα καράβια.
Κι εμείς, ως είμαστε, στ᾿ Αργίτικα φαρδιά λημέρια ας πάμε
435μηκέτι νῦν δήθ᾽ αὖθι λεγώμεθα, μηδ᾽ ἔτι δηρὸν
ἀμβαλλώμεθα ἔργον ὃ δὴ θεὸς ἐγγυαλίζει.
Ἀλλ᾽ ἄγε κήρυκες μὲν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων
λαὸν κηρύσσοντες ἀγειρόντων κατὰ νῆας,
ἡμεῖς δ᾽ ἀθρόοι ὧδε κατὰ στρατὸν εὐρὺν Ἀχαιῶν
440ἴομεν ὄφρα κε θᾶσσον ἐγείρομεν ὀξὺν Ἄρηα.
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων.
Αὐτίκα κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε
κηρύσσειν πόλεμον δὲ κάρη κομόωντας Ἀχαιούς·
οἳ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ᾽ ἠγείροντο μάλ᾽ ὦκα.
όλοι μαζί, μιαν ώρα αρχύτερα να κονταροκρουστούμε.»
Είπε, κι ο μέγας Αγαμέμνονας συνάκουσε το λόγο,
κι ευτύς τους κράχτες τους βροντόφωνους να κράξουνε προστάζει,
οι Αργίτες όλοι οι μακρομάλληδες στον πόλεμο να μπούνε.
Κι ως έκραζαν αυτοί, συνάζουνταν με βιάση ευτύς εκείνοι.
Κι όσοι τρανοί ρηγάδες βρέθηκαν στου γιου του Ατρέα, τ᾿ ασκέρια
γοργά ορδινιάζαν, κι η γλαυκόματη μαζί Αθηνά, κρατώντας
το βροντοσκούταρο το ατίμητο κι αθάνατο κι αιώνιο,
που κρόσσια είχε εκατό και ολόχρυσα κρέμονταν από κάτω,
όλα καλοπλεμένα, κι άξιζαν βόδια εκατό καθένα.
445Οἳ δ᾽ ἀμφ᾽ Ἀτρεΐωνα διοτρεφέες βασιλῆες
θῦνον κρίνοντες, μετὰ δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη
αἰγίδ᾽ ἔχουσ᾽ ἐρίτιμον ἀγήρων ἀθανάτην τε,
τῆς ἑκατὸν θύσανοι παγχρύσεοι ἠερέθονται,
πάντες ἐϋπλεκέες, ἑκατόμβοιος δὲ ἕκαστος·
450σὺν τῇ παιφάσσουσα διέσσυτο λαὸν Ἀχαιῶν
ὀτρύνουσ᾽ ἰέναι· ἐν δὲ σθένος ὦρσεν ἑκάστῳ
καρδίῃ ἄλληκτον πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι.
Τοῖσι δ᾽ ἄφαρ πόλεμος γλυκίων γένετ᾽ ἠὲ νέεσθαι
ἐν νηυσὶ γλαφυρῇσι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν.
Με τούτο σύφλογη προσδιάβαινε τ᾿ Αργίτικα τ᾿ ασκέρια
και να κινήσουν τους ξεσήκωνε, σε καθενός το στήθος
ξυπνώντας τη λαχτάρα γι᾿ άσωστους αγώνες και πολέμους.
Και ξάφνου πιο γλυκός ο πόλεμος τους φάνη τώρα απ᾿ ό,τι
με τα βαθιά καράβια να᾿ γερναν στη γη την πατρική τους.
Πώς τρώει φωτιά χαλάστρα ολόγυρα θεριακωμένο δάσο,
ψηλά σε ακρόβουνο, και φαίνεται το λάμπισμα απ᾿ αλάργα·
όμοια κι αυτοί, ως κινούσαν, ξάστραφταν μες στα χαλκάρματά τους'
κι η φλόγα τον αιθέρα σκίζοντας ανέβαινε στα ουράνια.
Κι αυτοί, καθώς πουλιά πετούμενα, για μακρολαιμουδάτοι
455Ἠΰτε πῦρ ἀΐδηλον ἐπιφλέγει ἄσπετον ὕλην
οὔρεος ἐν κορυφῇς, ἕκαθεν δέ τε φαίνεται αὐγή,
ὣς τῶν ἐρχομένων ἀπὸ χαλκοῦ θεσπεσίοιο
αἴγλη παμφανόωσα δι᾽ αἰθέρος οὐρανὸν ἷκε.
Τῶν δ᾽ ὥς τ᾽ ὀρνίθων πετεηνῶν ἔθνεα πολλὰ
460χηνῶν ἢ γεράνων ἢ κύκνων δουλιχοδείρων
Ἀσίω ἐν λειμῶνι Καϋστρίου ἀμφὶ ῥέεθρα
ἔνθα καὶ ἔνθα ποτῶνται ἀγαλλόμενα πτερύγεσσι
κλαγγηδὸν προκαθιζόντων, σμαραγεῖ δέ τε λειμών,
ὣς τῶν ἔθνεα πολλὰ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων
κύκνοι για χήνες για και γερανοί, κοπαδιαστά πετούνε
στις ρεματιές του Κάστρου ολόγυρα, στο ασιανό λιβάδι,
χαρά γεμάτα, φτερακίζοντας ολούθε, κι ως καθίζουν,
χαλνούν τον κόσμο, πλημμυρίζοντας τον κάμπο απ᾿ τις κραξιές τους'
όμοια κι αυτοί σωρός απ᾿ τ᾿ άρμενα κι απ᾿ τά καλύβια μέσα
στον κάμπο εχύνουνταν του Σκάμαντρου᾿ κι η γη βροντομαχούσε
άγρια απ᾿ τά πόδια των αλόγων τους μαζί και τα δικά τους.
Και στάθηκαν στο λουλουδόσπαρτο σκαμαντρινό λιβάδι
αρίφνητοι, όσα τ᾿ ανοιξιάτικα λουλούδια και τα φύλλα.
Πώς μύγες σύγνεφο μαζεύουνται πυκνό, κι ολούθε γύρα
465ἐς πεδίον προχέοντο Σκαμάνδριον· αὐτὰρ ὑπὸ χθὼν
σμερδαλέον κονάβιζε ποδῶν αὐτῶν τε καὶ ἵππων.
Ἔσταν δ᾽ ἐν λειμῶνι Σκαμανδρίῳ ἀνθεμόεντι
μυρίοι, ὅσσά τε φύλλα καὶ ἄνθεα γίγνεται ὥρῃ.
Ἠΰτε μυιάων ἁδινάων ἔθνεα πολλὰ
470αἵ τε κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον ἠλάσκουσιν
ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ ὅτε τε γλάγος ἄγγεα δεύει,
τόσσοι ἐπὶ Τρώεσσι κάρη κομόωντες Ἀχαιοὶ
ἐν πεδίῳ ἵσταντο διαρραῖσαι μεμαῶτες.
Τοὺς δ᾽ ὥς τ᾽ αἰπόλια πλατέ᾽ αἰγῶν αἰπόλοι ἄνδρες
φτεροκοπούν στριφογυρίζοντας σε κοπαδίσια στρούγκα
την άνοιξη, καθώς ξεχείλισε στους αρμεγούς το γάλα'
τόσοι κι Αργίτες μακρομάλληδες εστέκουνταν στον κάμπο
στους Τρώες αντίκρυ, λαχταρίζοντας να τους κατασπαράξουν.
Πώς ξεχωρίζουν οο γιδάρηδες τα γίδια δίχως κόπο,
που σκορπισμένα ανακατώθηκαν την ώρα που βοσκούσαν'
όμοια κι εκείνους οι ρηγάδες τους χώριζαν κι ορδινιάζαν
να μπουν στη μάχη· κι ο Αγαμέμνονας στη μέση ο πρωταφέντης
ίδιος ο Δίας ο κεραυνόχαρος στην κεφαλή, στα μάτια'
στο στήθος Ποσειδώνας έμοιαζε, στη μέση σαν τον Άρη.
475ῥεῖα διακρίνωσιν ἐπεί κε νομῷ μιγέωσιν,
ὣς τοὺς ἡγεμόνες διεκόσμεον ἔνθα καὶ ἔνθα
ὑσμίνην δ᾽ ἰέναι, μετὰ δὲ κρείων Ἀγαμέμνων
ὄμματα καὶ κεφαλὴν ἴκελος Διὶ τερπικεραύνῳ,
Ἄρεϊ δὲ ζώνην, στέρνον δὲ Ποσειδάωνι.
480Ἠΰτε βοῦς ἀγέληφι μέγ᾽ ἔξοχος ἔπλετο πάντων
ταῦρος· ὃ γάρ τε βόεσσι μεταπρέπει ἀγρομένῃσι·
τοῖον ἄρ᾽ Ἀτρεΐδην θῆκε Ζεὺς ἤματι κείνῳ
ἐκπρεπέ᾽ ἐν πολλοῖσι καὶ ἔξοχον ἡρώεσσιν.
Ἔσπετε νῦν μοι Μοῦσαι Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχουσαι·
Πώς ταύρος από τ᾿ άλλα ζωντανά μες στο κοπάδι ο πρώτος,
κι απ᾿ τις γελάδες, γύρα ως βοσκούνε, περίσσια ξεχωρίζει'
όμοια του Ατρέα το γιο εμεγάλυνε τη μέρα εκείνη ο Δίας,
τρανό μες στους πολλούς, περίλαμπρο στους αντρειωμένους μέσα.
Πέστε μου τώρα, Μούσες, που έχετε τον Όλυμπο παλάτι
—τι είστε θεές κι ολούθε τρέχετε, κατέχετε τα πάντα'
εμείς καν τίποτα δεν ξέρουμε, τη φήμη μόνο ακούμε—
σαν ποιους οι Αργίτες είχαν άρχοντες και πρωτοστρατολάτες·
τι όλο το πλήθος είναι αβόλετο να πω, να νοματίσω,
κι ακόμα δέκα αν είχα στόματα και δέκα αν είχα γλώσσες
485ὑμεῖς γὰρ θεαί ἐστε πάρεστέ τε ἴστέ τε πάντα,
ἡμεῖς δὲ κλέος οἶον ἀκούομεν οὐδέ τι ἴδμεν·
οἵ τινες ἡγεμόνες Δαναῶν καὶ κοίρανοι ἦσαν·
πληθὺν δ᾽ οὐκ ἂν ἐγὼ μυθήσομαι οὐδ᾽ ὀνομήνω,
οὐδ᾽ εἴ μοι δέκα μὲν γλῶσσαι, δέκα δὲ στόματ᾽ εἶεν,
490φωνὴ δ᾽ ἄρρηκτος, χάλκεον δέ μοι ἦτορ ἐνείη,
εἰ μὴ Ὀλυμπιάδες Μοῦσαι Διὸς αἰγιόχοιο
θυγατέρες μνησαίαθ᾽ ὅσοι ὑπὸ Ἴλιον ἦλθον·
κι ασύντριφτη λαλιά και χάλκινη καρδιά στα σωθικά μου᾿
εξόν αν σεις, οι Μούσες του Ολύμπου, του Βροντοσκουταράτου
οι κόρες, πόσοι έφτασαν λέγατε κάτω απ᾿ της Τροίας το κάστρο.
Μα πόσα εγώ θα πω ήταν τ᾿ άρμενα και ποιοι τα κυβερνούσαν.
493ἀρχοὺς αὖ νηῶν ἐρέω νῆάς τε προπάσας.
Βοιωτῶν μὲν Πηνέλεως καὶ Λήϊτος ἦρχον
και πόσα ήταν τα καράβια, από την αρχή ως το τέλος.
Οι Βοιωτοί είχαν αρχηγούς τον Πηνέλεο και το Λήϊτο,
495Ἀρκεσίλαός τε Προθοήνωρ τε Κλονίος τε,
οἵ θ᾽ Ὑρίην ἐνέμοντο καὶ Αὐλίδα πετρήεσσαν
Σχοῖνόν τε Σκῶλόν τε πολύκνημόν τ᾽ Ἐτεωνόν,
Θέσπειαν Γραῖάν τε καὶ εὐρύχορον Μυκαλησσόν,
οἵ τ᾽ ἀμφ᾽ Ἅρμ᾽ ἐνέμοντο καὶ Εἰλέσιον καὶ Ἐρυθράς,
τον Αρκεσίλαο, τον Προθοήνορα και τον Κλονίο· αυτοί που
κατοικούσαν στην Υρία και στην πετρώδη Αυλίδα και στο
Σχοίνο και στο Σκώλο και στον Ετεωνό με τα πολλά φαράγγια,
στη Θέσπεια και στη Γραία και στην ευρύχωρη Μυκαλησσό, και αυτοί
που κατοικούσαν γύρω στο Άρμα και στο Ειλέσιο και στις Ερυθρές,
500οἵ τ᾽ Ἐλεῶν᾽ εἶχον ἠδ᾽ Ὕλην καὶ Πετεῶνα,
Ὠκαλέην Μεδεῶνά τ᾽ ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
Κώπας Εὔτρησίν τε πολυτρήρωνά τε Θίσβην,
οἵ τε Κορώνειαν καὶ ποιήενθ᾽ Ἁλίαρτον,
οἵ τε Πλάταιαν ἔχον ἠδ᾽ οἳ Γλισᾶντ᾽ ἐνέμοντο,
και αυτοί που είχαν τον Ελεώνα και την Ύλη και την Πετεώνα,
και την Ωκαλέη και την Μεδεώνα, την καλοχτισμένην πολιτεία,
τις Κώπες και την Εύτρηση και την Θίσβη με τα πολλά περιστέρια
και εκείνοι που είχαν την Κορώνεια και τον χλοερό Αλίαρτο,
και αυτοί που είχαν την Πλάταια, και εκείνοι που κατοικούσαν
505οἵ θ᾽ Ὑποθήβας εἶχον ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
Ὀγχηστόν θ᾽ ἱερὸν Ποσιδήϊον ἀγλαὸν ἄλσος,
οἵ τε πολυστάφυλον Ἄρνην ἔχον, οἵ τε Μίδειαν
Νῖσάν τε ζαθέην Ἀνθηδόνα τ᾽ ἐσχατόωσαν·
τῶν μὲν πεντήκοντα νέες κίον, ἐν δὲ ἑκάστῃ
στο Γλισάντα, και αυτοί που είχαν τις Υποθήβες,
την καλοχτισμένη πολιτεία, και τον ιερό Ογχηστό,
το ωραίο άλσος του Ποσειδώνα, και αυτοί που είχαν την Άρνη
την πολυστάφυλη και τη Μίδεια και την πανίερη Νίσα
και την Ανθηδόνα, που είναι τελευταία προς τη θάλασσα.
510κοῦροι Βοιωτῶν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι βαῖνον.
Οἳ δ᾽ Ἀσπληδόνα ναῖον ἰδ᾽ Ὀρχομενὸν Μινύειον,
τῶν ἦρχ᾽ Ἀσκάλαφος καὶ Ἰάλμενος υἷες Ἄρηος
οὓς τέκεν Ἀστυόχη δόμῳ Ἄκτορος Ἀζεΐδαο,
παρθένος αἰδοίη ὑπερώϊον εἰσαναβᾶσα
Δικά τους ήρθαν τι πενήντα καράβια και σε καθένα μέσα ήταν
εκατόν είκοσι νέοι Βοιωτοί. Εκείνοι πάλι που κατοικούσαν
την Αστιληδόνα και τον Μινύειο Ορχομενό είχαν αρχηγό τον
Ασκάλαφο και τον Ιάλμενο, τους γιους του Άρη· αυτούς τους
γέννησε στο Δυνατό τον Άρη στο παλάτι του Άκτορα, του γιου του
515Ἄρηϊ κρατερῷ· ὃ δέ οἱ παρελέξατο λάθρῃ·
τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο.
Αὐτὰρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον
υἷες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο,
οἳ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνά τε πετρήεσσαν
Αζέα, η Αστυόχη· η ντροπαλή παρθένα είχε ανεβή στο ανώι,
κι᾿ εκείνος πήγε κρυφά και πλάγιασε κοντά της.
Αυτούς τους ακολουθούσαν τριάντα βαθιά καράβια.
Ο Σχεδίος και ο Επίστροφος, γιοι του Ιφίτου, που ήταν
γιος του μεγαλόψυχου του Ναυβόλου, ήταν αρχηγοί στους Φωκείς,
520Κρῖσάν τε ζαθέην καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα,
οἵ τ᾽ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφενέμοντο,
οἵ τ᾽ ἄρα πὰρ ποταμὸν Κηφισὸν δῖον ἔναιον,
οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῇς ἔπι Κηφισοῖο·
τοῖς δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
που είχαν την Κυπάρισσο και την απόγκρεμη Πύθωνα και την πανίερη Κρίσα
και τη Δαυλίδα και τον Πανοπέα, και σ᾿ αυτούς που κατοικούσαν στην
Ανεμώρεια και την Υάμπολη, και σ᾿ αυτούς που ζούσαν κοντά στο θείο
ποταμό Κηφισό, και που είχαν τη Λίλαια πάνω στις πηγές του Κηφισού.
Μαζί μ᾿ αυτούς ακολουθούσαν σαράντα μαύρα καράβια.
525Οἳ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες,
Βοιωτῶν δ᾽ ἔμπλην ἐπ᾽ ἀριστερὰ θωρήσσοντο.
Λοκρῶν δ᾽ ἡγεμόνευεν Ὀϊλῆος ταχὺς Αἴας
μείων, οὔ τι τόσος γε ὅσος Τελαμώνιος Αἴας
ἀλλὰ πολὺ μείων· ὀλίγος μὲν ἔην λινοθώρηξ,
Αυτοί τακτοποιούσαν δραστήρια τις γραμμές των Φωκέων
και οπλίζονταν κοντά στους Βοιωτούς προς τα αριστερά.
Τους Λοκρούς τους κυβερνούσε ο γρήγορος Aίας ο γιος του Οϊλέα,
πιο μικρόσωμος, όχι τόσος όσος ο Αίας ο γιος του Τελαμώνα,
άλλα πολύ πιο μικρός. Ήταν μικρόσωμος και φορούσε λινό θώρακα,
530ἐγχείῃ δ᾽ ἐκέκαστο Πανέλληνας καὶ Ἀχαιούς·
οἳ Κῦνόν τ᾽ ἐνέμοντ᾽ Ὀπόεντά τε Καλλίαρόν τε
Βῆσσάν τε Σκάρφην τε καὶ Αὐγειὰς ἐρατεινὰς
Τάρφην τε Θρόνιον τε Βοαγρίου ἀμφὶ ῥέεθρα·
τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο

στο κοντάρι όμως ξεπερνούσε όλους τους Έλληνες και τους Αχαιούς.
Αυτοί κατοικούσαν στον Κύνο και στον Οπούντα και στην Καλλίαρο
και στη Βήσσα και στη Σκάρφη και στις όμορφες Αυγειές και στην
Τάρφη και στο Θρόνιο κοντά στο ρέμα του Βοάγριου.
Αυτόν τον ακολουθούσαν σαράντα μαύρα καράβια των Λοκρών,
535Λοκρῶν, οἳ ναίουσι πέρην ἱερῆς Εὐβοίης.
Οἳ δ᾽ Εὔβοιαν ἔχον μένεα πνείοντες Ἄβαντες
Χαλκίδα τ᾽ Εἰρέτριάν τε πολυστάφυλόν θ᾽ Ἱστίαιαν
Κήρινθόν τ᾽ ἔφαλον Δίου τ᾽ αἰπὺ πτολίεθρον,
οἵ τε Κάρυστον ἔχον ἠδ᾽ οἳ Στύρα ναιετάασκον,
που κατοικούσαν απέναντι από την ιερή την Εύβοια.
Σ᾿ αυτούς που είχαν την Εύβοια, τους γεμάτους ορμή Άβαντες,
και τη Χαλκίδα και την Ερέτρια και την Ιστιαία με τα πολλά σταφύλια
και την παραθαλάσσια Κήρινθο και την αψηλή πολιτεία του Δίου,
και σ᾿ αυτούς που είχαν την Κάρυστο και σε όσους κατοικούσαν τα Στύρα,
540τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευ᾽ Ἐλεφήνωρ ὄζος Ἄρηος
Χαλκωδοντιάδης μεγαθύμων ἀρχὸς Ἀβάντων.
Τῷ δ᾽ ἅμ᾽ Ἄβαντες ἕποντο θοοὶ ὄπιθεν κομόωντες
αἰχμηταὶ μεμαῶτες ὀρεκτῇσιν μελίῃσι
θώρηκας ῥήξειν δηΐων ἀμφὶ στήθεσσι·
σ᾿ αυτούς πάλι αρχηγός ήταν ο Ελεφήνορας, ο ακόλουθος του Άρη,
ο γιος του Χαλκώδοντα, ο αρχηγός στους γενναίους Άβαντες.
Αυτόν τον ακολουθούσαν οι ορμητικοί Άβαντες που είχαν μακριά μαλλιά
από πίσω μόνο᾿ πολεμιστές που με τα κοντάρια τους που πρόβαλλαν
λαχταρούσαν να σπάσουν τους θώρακες γύρω από τα στήθη των έχθρων
545τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Οἳ δ᾽ ἄρ᾽ Ἀθήνας εἶχον ἐϋκτίμενον πτολίεθρον
δῆμον Ἐρεχθῆος μεγαλήτορος, ὅν ποτ᾽ Ἀθήνη
θρέψε Διὸς θυγάτηρ, τέκε δὲ ζείδωρος ἄρουρα,
κὰδ δ᾽ ἐν Ἀθήνῃς εἷσεν ἑῷ ἐν πίονι νηῷ·
μαζί μ᾿ αυτούς ακολουθούσαν σαράντα μαύρα πλοία.
Εκείνοι πάλι που είχαν την Αθήνα την καλοχτισμένη
πολιτεία, το δήμο του γενναίου Ερεχθέα, που γεννημένο
από την έφορη γη τον είχε ανάθρεψει, η Αθηνά, η κόρη
του Δία, και τον εγκατέστησε να καθίση στην Αθήνα, στον
550ἔνθα δέ μιν ταύροισι καὶ ἀρνειοῖς ἱλάονται
κοῦροι Ἀθηναίων περιτελλομένων ἐνιαυτῶν·
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευ᾽ υἱὸς Πετεῶο Μενεσθεύς.
Τῷ δ᾽ οὔ πώ τις ὁμοῖος ἐπιχθόνιος γένετ᾽ ἀνὴρ
κοσμῆσαι ἵππους τε καὶ ἀνέρας ἀσπιδιώτας·
πλούσιο ναό της. Εκεί οι νέοι των Αθηναίων θυσιάζοντας
του κάθε χρόνο ταύρους και αρνιά γυρεύουν να τον εξευμενίσουν.
Αυτοί είχαν αρχηγό το Μενεσθέα, το γιο του Πετεού.
Όμοιος του δε στάθηκε ακόμα πάνω στη γη άλλος άξιος
σαν κι᾿ αυτόν να παρατάζη άρματα και ασπιδοφόρους άντρες·
555Νέστωρ οἶος ἔριζεν· ὃ γὰρ προγενέστερος ἦεν·
τῷ δ᾽ ἅμα πεντήκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Αἴας δ᾽ ἐκ Σαλαμῖνος ἄγεν δυοκαίδεκα νῆας,
στῆσε δ᾽ ἄγων ἵν᾽ Ἀθηναίων ἵσταντο φάλαγγες.
Οἳ δ᾽ Ἄργός τ᾽ εἶχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσαν
μόνο ο Νέστορας τον ανταγωνιζόταν, γιατί ήταν μεγαλύτερος του.
Μαζί μ᾿ αυτόν ακολουθούσαν πενήντα μαύρα καράβια.
Ο Αίας από τη Σαλαμίνα οδηγούσε δώδεκα καράβια που τα έφερε
και τα έβαλε να σταθούν εκεί που στέκονταν οι φάλαγγες των Αθηναίων.
Και εκείνοι που είχαν το Άργος και την περιτειχισμένη
560Ἑρμιόνην Ἀσίνην τε, βαθὺν κατὰ κόλπον ἐχούσας,
Τροιζῆν᾽ Ἠϊόνας τε καὶ ἀμπελόεντ᾽ Ἐπίδαυρον,
οἵ τ᾽ ἔχον Αἴγιναν Μάσητά τε κοῦροι Ἀχαιῶν,
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης
καὶ Σθένελος, Καπανῆος ἀγακλειτοῦ φίλος υἱός·
ΤύρινΘα, την Ερμιόνη και την Ασίνη, που έχουν βαθύ κόλπο,
την Τροιζήνα και τις Ηιόνες και την Επίδαυρο με τα αμπέλια,
και ίσοι γιοί των Αχαιών είχαν την Αίγινα και την
Μάσητα, σ᾿ αυτούς ήταν αρχηγοί ο βροντόφωνος Διομήδης
και ο Σθένελος, ο γιος του ένδοξου Καπανέα· μαζί μ᾿ αυτούς
565τοῖσι δ᾽ ἅμ᾽ Εὐρύαλος τρίτατος κίεν ἰσόθεος φὼς
Μηκιστέος υἱὸς Ταλαϊονίδαο ἄνακτος·
συμπάντων δ᾽ ἡγεῖτο βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης·
τοῖσι δ᾽ ἅμ᾽ ὀγδώκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Οἳ δὲ Μυκήνας εἶχον ἐϋκτίμενον πτολίεθρον
τρίτος πήγαινε ο Ευρύαλος, ο ισόθεος άντρας,
ο γιος του βασιλιά Μηκιστέα, του γιου του Ταλαού.
Σ᾿ όλους μαζί αρχηγός ήταν ο βροντόφωνος Διομήδης,
και μαζί μ᾿ αυτούς ακολουθούσαν ογδόντα μαύρα καράβια.
Εκείνοι που είχαν τις Μυκήνες, την καλοχτισμένη πολιτεία,
570ἀφνειόν τε Κόρινθον ἐϋκτιμένας τε Κλεωνάς,
Ὀρνειάς τ᾽ ἐνέμοντο Ἀραιθυρέην τ᾽ ἐρατεινὴν
καὶ Σικυῶν᾽, ὅθ᾽ ἄρ᾽ Ἄδρηστος πρῶτ᾽ ἐμβασίλευεν,
οἵ θ᾽ Ὑπερησίην τε καὶ αἰπεινὴν Γονόεσσαν
Πελλήνην τ᾽ εἶχον ἠδ᾽ Αἴγιον ἀμφενέμοντο
και την πλούσια Κόρινθο και τις καλοχτισμένες Κλεωνές,
και ζούσαν στις Ορνειές και στην όμορφη Αραιθυρέη
και στην Σικυώνα, όπου πρώτα βασίλευε ο Άδραστος,
και εκείνοι που είχαν την Υπερησία και την ψηλή Γονούσα
και την Πελλήνη, και όσοι κατοικούσαν στο Αίγιο και σε
575Αἰγιαλόν τ᾽ ἀνὰ πάντα καὶ ἀμφ᾽ Ἑλίκην εὐρεῖαν,
τῶν ἑκατὸν νηῶν ἦρχε κρείων Ἀγαμέμνων
Ἀτρεΐδης· ἅμα τῷ γε πολὺ πλεῖστοι καὶ ἄριστοι
λαοὶ ἕποντ᾽· ἐν δ᾽ αὐτὸς ἐδύσετο νώροπα χαλκὸν
κυδιόων, πᾶσιν δὲ μετέπρεπεν ἡρώεσσιν
όλη την έκταση του Αιγιαλού, και γύρω στην πλατιά Ελίκη,
σ᾿ αυτών τα εκατό καράβια αρχηγός ήταν ο βασιλιάς Αγαμέμνονας,
ο γιος του Ατρέα. Μαζί μ᾿ αυτόν ακολουθούσε εξαιρετικά πολυάριθμος
και πολύ αντρειωμένος στρατός· κι᾿ αυτός ο ίδιος φόρεσε τον λαμπρό
χαλκό οπλισμό του καμάρανοντας και ξεχώριζε ανάμεσα σε όλους τους ήρωες,
580οὕνεκ᾽ ἄριστος ἔην πολὺ δὲ πλείστους ἄγε λαούς.
Οἳ δ᾽ εἶχον κοίλην Λακεδαίμονα κητώεσσαν,
Φᾶρίν τε Σπάρτην τε πολυτρήρωνά τε Μέσσην,
Βρυσειάς τ᾽ ἐνέμοντο καὶ Αὐγειὰς ἐρατεινάς,
οἵ τ᾽ ἄρ᾽ Ἀμύκλας εἶχον Ἕλος τ᾽ ἔφαλον πτολίεθρον,
γιατί ήταν ο καλύτερος απ᾿ όλους και οδηγούσε εξαιρετικά πολυάριθμο στρατό.
Αυτοί πάλι που είχαν την βαθουλή Λακεδαίμονα με τις πολλές χαράδρες,
και τη Φάρη και τη Σπάρτη και την Μέσση με τα πολλά πεpιστέρια,
και αυτοί που κατοικούσαν στις Βρυσειές και στις όμορφες Αυγειές
και αυτοί που είχαν τις Αμυκλές και το Έλος, την παραθαλάσσια πολιτεία,
585οἵ τε Λάαν εἶχον ἠδ᾽ Οἴτυλον ἀμφενέμοντο,
τῶν οἱ ἀδελφεὸς ἦρχε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος
ἑξήκοντα νεῶν· ἀπάτερθε δὲ θωρήσσοντο·
ἐν δ᾽ αὐτὸς κίεν ᾗσι προθυμίῃσι πεποιθὼς
ὀτρύνων πόλεμον δέ· μάλιστα δὲ ἵετο θυμῷ
και αυτοί που είχαν το Λάα και ζούσαν στην Οίτυλο,
σ᾿ αυτών τα εξήντα καράβια αρχηγός ήταν ο αδελφός του,
ο βροντόφωνος Μενέλαος. Αυτοί οπλίζονταν χωριστά᾿
και αναμεσά τους πήγαινε ο ίδιος έχοντας πίστη στο ζήλο του,
ξεσηκώνοντας τους για πόλεμο· και πάρα πολύ λαχταρούσε
590τίσασθαι Ἑλένης ὁρμήματά τε στοναχάς τε.
Οἳ δὲ Πύλον τ᾽ ἐνέμοντο καὶ Ἀρήνην ἐρατεινὴν
καὶ Θρύον Ἀλφειοῖο πόρον καὶ ἐΰκτιτον Αἰπὺ
καὶ Κυπαρισσήεντα καὶ Ἀμφιγένειαν ἔναιον
καὶ Πτελεὸν καὶ Ἕλος καὶ Δώριον, ἔνθά τε Μοῦσαι
στην ψυχή του να ξεπληρώση τις λαχτάρες και τους στεναγμούς της Ελένης.
Εκείνοι που ζούσαν στην Πύλο και στην όμορφη Αρήνη και στο Θρύο,
το πέρασμα του Αλφειού, και στο καλοχτισμένο Αιπύ, και αυτοί
που κατοικούσαν στον Κυπαρισσούντα και στην Αμφιγένεια και στην Πτελεό
και στα Έλος και στο Δώριο, όπου οι Μούσες αντάμωσαν το Θάμυρη
595ἀντόμεναι Θάμυριν τὸν Θρήϊκα παῦσαν ἀοιδῆς
Οἰχαλίηθεν ἰόντα παρ᾽ Εὐρύτου Οἰχαλιῆος·
στεῦτο γὰρ εὐχόμενος νικησέμεν εἴ περ ἂν αὐταὶ
Μοῦσαι ἀείδοιεν κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο·
αἳ δὲ χολωσάμεναι πηρὸν θέσαν, αὐτὰρ ἀοιδὴν
το Θράκα και τον έκαναν να πάψη να ψάλλη,
καθώς ερχόταν από την Οιχαλία, από τον Εύρυτο τον Οιχαλέα·
γιατί στην ξιπασιά του βεβαίωνε πως θα νικήση,
ακόμα και αν οι ίδιες οι Μούσες έψαλλαν, οι κόρες του Δία
που βαστά την αιγίδα. Κι᾿ εκείνες θύμωσαν και τον κατάστρεψαν:
600θεσπεσίην ἀφέλοντο καὶ ἐκλέλαθον κιθαριστύν·
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
τῷ δ᾽ ἐνενήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο.
Οἳ δ᾽ ἔχον Ἀρκαδίην ὑπὸ Κυλλήνης ὄρος αἰπὺ
Αἰπύτιον παρὰ τύμβον ἵν᾽ ἀνέρες ἀγχιμαχηταί,
του πήραν το θείο τραγούδι και τον έκαμαν να ξεχάση την τέχνη της κιθάρας.
Σ᾿ αυτούς αρχηγός ήταν ο αρματομάχος ο Νέστορας από τη Γερήνια,
και μαζί μ᾿ αυτόν ακολουθούσαν ενενήντα βαθιά καράβια.
Αυτοί που είχαν την Αρκαδία κάτω από το υψηλό βουνό
της Κυλλήνης, κοντά στον τύμβο- του Αίπυτου,
605οἳ Φενεόν τ᾽ ἐνέμοντο καὶ Ὀρχομενὸν πολύμηλον
Ῥίπην τε Στρατίην τε καὶ ἠνεμόεσσαν Ἐνίσπην
καὶ Τεγέην εἶχον καὶ Μαντινέην ἐρατεινὴν
Στύμφηλόν τ᾽ εἶχον καὶ Παρρασίην ἐνέμοντο,
τῶν ἦρχ᾽ Ἀγκαίοιο πάϊς κρείων Ἀγαπήνωρ
όπου ζούνε άντρες που πολεμούν από κοντά, και αυτοί που ζούσαν
στο Φενεό και στον Ορχομενό με τα πολλά πρόβατα και στη Ρίπη
και στη Στρατία και στην ανεμοδαρμένη Ενίσπη και είχαν την Τεγέα
και την όμορφη Μαντινεία, και είχαν τη Στύμφαλο και κατοικούσαν στην Παρρασία,
σ᾿ αυτών τα εξήντα πλοία αρχηγός ήταν ο γιος του
610ἑξήκοντα νεῶν· πολέες δ᾽ ἐν νηῒ ἑκάστῃ
Ἀρκάδες ἄνδρες ἔβαινον ἐπιστάμενοι πολεμίζειν.
Αὐτὸς γάρ σφιν δῶκεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων
νῆας ἐϋσσέλμους περάαν ἐπὶ οἴνοπα πόντον
Ἀτρεΐδης, ἐπεὶ οὔ σφι θαλάσσια ἔργα μεμήλει.
Αγκαίου, ο βασιλιάς Αγαπήνορας, και πολλοί Αρκάδες που ήξεραν
καλά να πολεμούν είχαν μπη σε καθένα πλοίο. Γιατί ο ίδιος ο
βασιλιάς του στρατού Αγαμέμνονας τους είχε δώσει καράβια
με όμορφο κατάστρωμα να περάσουν τον κρασάτο πόντο,
επειδή αυτοί δεν ανακατεύονταν με τις δουλειές της θάλασσας.
615Οἳ δ᾽ ἄρα Βουπράσιόν τε καὶ Ἤλιδα δῖαν ἔναιον
ὅσσον ἐφ᾽ Ὑρμίνη καὶ Μύρσινος ἐσχατόωσα
πέτρη τ᾽ Ὠλενίη καὶ Ἀλήσιον ἐντὸς ἐέργει,
τῶν αὖ τέσσαρες ἀρχοὶ ἔσαν, δέκα δ᾽ ἀνδρὶ ἑκάστῳ
νῆες ἕποντο θοαί, πολέες δ᾽ ἔμβαινον Ἐπειοί.
Αυτοί πάλι που κατοικούσαν στο Βουπράσιο και στη θεία Ήλιδα,
όση έκταση κλείνουν γύρω γύρω η Υρμίνη και η Μύρσινος,
που βρίσκεται εντελώς στην άκρη, και ο Ωλένιος βράχος και στο Αλήσιο,
αυτοί είχαν τέσσερις αρχηγούς, και τον καθένα τον ακολουθούσαν
δέκα γοργά πλοία, και πολλοί Επειοί είχαν μπη μέσα.
620Τῶν μὲν ἄρ᾽ Ἀμφίμαχος καὶ Θάλπιος ἡγησάσθην
υἷες ὃ μὲν Κτεάτου, ὃ δ᾽ ἄρ᾽ Εὐρύτου, Ἀκτορίωνε·
τῶν δ᾽ Ἀμαρυγκεΐδης ἦρχε κρατερὸς Διώρης·
τῶν δὲ τετάρτων ἦρχε Πολύξεινος θεοειδὴς
υἱὸς Ἀγασθένεος Αὐγηϊάδαο ἄνακτος.
Τα πρώτα είκοσι τα οδηγούσαν ο Αμφίμαχος και ο Θάλπιος,
γιοι ο ένας του Κτέατου, ο άλλος του Εύρυτου, εγγονοί του Άκτορα.
Στα άλλα δέκα ήταν αρχηγός ο δυνατός Διώρης, ο γιος του Αμαρυγκέα'
Στα τελευταία δέκα αρχηγός ήταν ο θεόμορφος Πολύξενος,
γιος του βασιλιά Αγασθένη, του γιου του Αυγεία.
625Οἳ δ᾽ ἐκ Δουλιχίοιο Ἐχινάων θ᾽ ἱεράων
νήσων, αἳ ναίουσι πέρην ἁλὸς Ἤλιδος ἄντα,
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε Μέγης ἀτάλαντος Ἄρηϊ
Φυλεΐδης, ὃν τίκτε Διῒ φίλος ἱππότα Φυλεύς,
ὅς ποτε Δουλίχιον δ᾽ ἀπενάσσατο πατρὶ χολωθείς·
Εκείνοι που ήταν από το Δουλίχιο και τις Εχινάδες,
τα ιερά νησιά, που βρίσκονται πέρα από τη θάλασσα,
αντίκρυ στην Ήλιδα, είχαν αρχηγό τον Φυλείδη Μέγη,
τον όμοιο με τον Άρη, που τον γέννησε ο αγαπημένος
του Δία αρματομάχος Φυλέας, πού κάποτε μετανάστεψε στο Δουλίχιο,
630τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς ἦγε Κεφαλλῆνας μεγαθύμους,
οἵ ῥ᾽ Ἰθάκην εἶχον καὶ Νήριτον εἰνοσίφυλλον
καὶ Κροκύλει᾽ ἐνέμοντο καὶ Αἰγίλιπα τρηχεῖαν,
οἵ τε Ζάκυνθον ἔχον ἠδ᾽ οἳ Σάμον ἀμφενέμοντο,
γιατί θύμωσε με τον πατέρα του. Αυτόν τον ακολουθούσαν σαράντα
μαύρα πλοία. Ο Οδυσσέας πάλι οδηγούσε τους γενναίους Κεφαλλήνες,
που είχαν την Ιθάκη και το πυκνόφυλλο Νήριτο, και ζούσαν στα Κροκύλεια
και στην τραχιά Αιγίλιπα, και αυτούς που είχαν τη Ζάκυνθο και αυτούς
που κατοικούσαν στη Σάμο, και αυτούς που είχαν τη στεριά και αυτούς
635
οἵ τ᾽ ἤπειρον ἔχον ἠδ᾽ ἀντιπέραι᾽ ἐνέμοντο·
τῶν μὲν Ὀδυσσεὺς ἦρχε Διὶ μῆτιν ἀτάλαντος·
τῷ δ᾽ ἅμα νῆες ἕποντο δυώδεκα μιλτοπάρῃοι.
Αἰτωλῶν δ᾽ ἡγεῖτο Θόας Ἀνδραίμονος υἱός,
οἳ Πλευρῶν᾽ ἐνέμοντο καὶ Ὤλενον ἠδὲ Πυλήνην
που κατοικούσαν αντίπερα. Σ᾿ αυτούς αρχηγός ήταν ο Οδυσσέας ο ίσος
με το Δία στη σύνεση, και μαζί μ᾿ αυτόν ακολουθούσαν δώδεκα καράβια
με κοκκινοβαμμένα τα πλευρά τους. Στους Αιτωλούς αρχηγός ήταν ο Θόας,
ο γιος του Ανδραίμονα, σ᾿ αυτούς που κατοικούσαν στην Πλευρώνα,
στην Ώλενο και στην Πυλήνη και στην παραθαλάσσια Χαλκίδα
640Χαλκίδα τ᾽ ἀγχίαλον Καλυδῶνά τε πετρήεσσαν·
οὐ γὰρ ἔτ᾽ Οἰνῆος μεγαλήτορος υἱέες ἦσαν,
οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔτ᾽ αὐτὸς ἔην, θάνε δὲ ξανθὸς Μελέαγρος·
τῷ δ᾽ ἐπὶ πάντ᾽ ἐτέταλτο ἀνασσέμεν Αἰτωλοῖσι·
τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
και στην πετρώδη Καλυδώνα- γιατί δεν ζούσαν πια οι γιοι του
γενναίου Οινέα᾿ ούτε και ο ίδιος ζούσε πια,
και είχε πεθάνει και ο ξανθός Μελέαγρος.
Σ᾿ αυτόν λοιπόν είχε ανατεθη να κυβερνά σε όλα τους Αιτωλούς·
μαζί του ακολουθούσαν σαράντα μαύρα πλοία.
645Κρητῶν δ᾽ Ἰδομενεὺς δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευεν,
οἳ Κνωσόν τ᾽ εἶχον Γόρτυνά τε τειχιόεσσαν,
Λύκτον Μίλητόν τε καὶ ἀργινόεντα Λύκαστον
Φαιστόν τε Ῥύτιόν τε, πόλεις εὖ ναιετοώσας,
ἄλλοι θ᾽ οἳ Κρήτην ἑκατόμπολιν ἀμφενέμοντο.
Στους Κρήτες αρχηγός ήταν ο ένδοξος στο δόρυ Ιδομενέας,
σ᾿ αυτούς πού είχαν την Κνωσό και τη Γόρτυνα την περιτειχισμένη
και τη Λύκτο και τη Μίλητο και την ασπροχώματη Λύκαστο και τη Φαιστό
και το Ρύτιο, πολιτείες καλοκατοικημένες, και στους άλλους που ζούσαν
στην Κρήτη την εκατόμπολη. Σ᾿ αυτούς αρχηγός ήταν ο Ιδομενέας
650Τῶν μὲν ἄρ᾽ Ἰδομενεὺς δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευε
Μηριόνης τ᾽ ἀτάλαντος Ἐνυαλίῳ ἀνδρειφόντῃ·
τοῖσι δ᾽ ἅμ᾽ ὀγδώκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Τληπόλεμος δ᾽ Ἡρακλεΐδης ἠΰς τε μέγας τε
ἐκ Ῥόδου ἐννέα νῆας ἄγεν Ῥοδίων ἀγερώχων,
ο ένδοξος στο δόρυ και ο Μυριόνης ο όμοιος με τον Ενυάλιο, που σκοτώνει τους άντρες.
Μαζί μ᾿ αυτούς ακολουθούσαν ογδόντα μαύρα καράβια.
Ο Τληπόλεμος ο γιος του Ηρακλή, ωραίος και μεγαλόσωμος,
οδηγούσε τα εννέα πλοία των περήφανων Ροδίων,
από τη Ρόδο, αυτών που κατοικούσαν στη Ρόδο, μοιρασμένοι
655οἳ Ῥόδον ἀμφενέμοντο διὰ τρίχα κοσμηθέντες
Λίνδον Ἰηλυσόν τε καὶ ἀργινόεντα Κάμειρον.
Τῶν μὲν Τληπόλεμος δουρὶ κλυτὸς ἡγεμόνευεν,
ὃν τέκεν Ἀστυόχεια βίῃ Ἡρακληείῃ,
τὴν ἄγετ᾽ ἐξ Ἐφύρης ποταμοῦ ἄπο Σελλήεντος
σε τρεις πολιτείες, στη Λίνδο, στην Ιαλυσό και στην
Κάμειρο την ασπροχώματη. Σ᾿ αυτούς αρχηγός ήταν ο ένδοξος
στο δόρυ Τληπόλεμος, αυτός που τον είχε γεννήσει η
Αστυόχεια στο δυνατό Ηρακλή. Την είχε πάρει ο Ηρακλής
από την Εφύρη, από τον ποταμό Σελλήεντα, αφού
660πέρσας ἄστεα πολλὰ διοτρεφέων αἰζηῶν.
Τληπόλεμος δ᾽ ἐπεὶ οὖν τράφ᾽ ἐνὶ μεγάρῳ εὐπήκτῳ,
αὐτίκα πατρὸς ἑοῖο φίλον μήτρωα κατέκτα
ἤδη γηράσκοντα Λικύμνιον ὄζον Ἄρηος·
αἶψα δὲ νῆας ἔπηξε, πολὺν δ᾽ ὅ γε λαὸν ἀγείρας
κυρίεψε πολλές πολιτείες από διόθρεφτους δυνατούς άντρες.
Ο Τληπόλεμος, μόλις μεγάλωσε μέσα στο καλοδεμένο παλάτι,
σκότωσε τον αδελφό της μητέρας του πατέρα του,
τον Λικύμνιο, πού είχε πια γεράσει, τον ακόλουθο του
Άρη. Έφτιαξε λοιπόν βιαστικά καράβια, μάζεψε πολύ
665βῆ φεύγων ἐπὶ πόντον· ἀπείλησαν γάρ οἱ ἄλλοι
υἱέες υἱωνοί τε βίης Ἡρακληείης.
Αὐτὰρ ὅ γ᾽ ἐς Ῥόδον ἷξεν ἀλώμενος ἄλγεα πάσχων·
τριχθὰ δὲ ᾤκηθεν καταφυλαδόν, ἠδὲ φίληθεν
ἐκ Διός, ὅς τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισιν ἀνάσσει,
λαό και άνοιξε πανιά φεύγοντας· γιατί τον είχαν απειλήσει
οι άλλοι γιοί και οι εγγονοί του δυνατού Ηρακλή. Αυτός
λοιπόν ήλθε στη Ρόδο περιπλανημένος και βασανισμένος·
εκεί εγκαταστάθηκαν χωρισμένοι σε τρεις φυλές, και ο Δίας
ο γιος του Κρόνου που βασιλεύει στους θεούς και στους
670καί σφιν θεσπέσιον πλοῦτον κατέχευε Κρονίων.
Νιρεὺς αὖ Σύμηθεν ἄγε τρεῖς νῆας ἐΐσας
Νιρεὺς Ἀγλαΐης υἱὸς Χαρόποιό τ᾽ ἄνακτος
Νιρεύς, ὃς κάλλιστος ἀνὴρ ὑπὸ Ἴλιον ἦλθε
τῶν ἄλλων Δαναῶν μετ᾽ ἀμύμονα Πηλεΐωνα·
ανθρώπους τους αγάπησε και τους πλημμύρισε με θαυμαστό πλούτο.
Ο Νιρέας πάλι από τη Σύμη οδηγούσε τρία συμμετρικά καράβια,
ο Νιρέας, ο γιος της Αγλαΐας και του βασιλιά Χαρόπου,
ο Νιρέας, υστέρα από τον αψεγάδιαστο γιο του Πηλέα από όλους
τους Δαναούς που ήρθαν κάτω από το Ίλιο ο πιο όμορφος άντρας'
675ἀλλ᾽ ἀλαπαδνὸς ἔην, παῦρος δέ οἱ εἵπετο λαός.
Οἳ δ᾽ ἄρα Νίσυρόν τ᾽ εἶχον Κράπαθόν τε Κάσον τε
καὶ Κῶν Εὐρυπύλοιο πόλιν νήσους τε Καλύδνας,
τῶν αὖ Φείδιππός τε καὶ Ἄντιφος ἡγησάσθην
Θεσσαλοῦ υἷε δύω Ἡρακλεΐδαο ἄνακτος·
αλλά δεν είχε πολλή δύναμη, γιατί τον ακολουθούσε λίγος στρατός.
Σ᾿ αυτούς πάλι που είχαν τη Νίσυρο και την Κάρπαθο και την Κάσο
και την Κω, την πόλη του Ευρύπυλου, και τα νησιά τις Καλύδνες,
αρχηγός ήταν ο Φείδιππος και ο Άντικρος,
οι δυο γιοι του βασιλιά Θεσσαλού, του γιου του Ηρακλή.
680
τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο.
Νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος ἔναιον,
οἵ τ᾽ Ἄλον οἵ τ᾽ Ἀλόπην οἵ τε Τρηχῖνα νέμοντο,
οἵ τ᾽ εἶχον Φθίην ἠδ᾽ Ἑλλάδα καλλιγύναικα,
Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί,
Μ᾿ αυτούς μαζί ακολουθούσαν τριάντα βαθιά καράβια.
Και τώρα, αυτοί που κατοικούσαν στο Πελασγικό Άργος,
και αυτοί που ζούσαν στην Άλο και στην Αλόπη, και στην Τραχίνα,
και όσοι είχαν τη Φθία και την Ελλάδα με τις όμορφες γυναίκες
και λέγονταν Μυρμιδόνες και Έλληνες και Αχαιοί,
αυτοί είχαν πενήντα καράβια, και αρχηγός τους ήταν ο Αχιλλέας.
685τῶν αὖ πεντήκοντα νεῶν ἦν ἀρχὸς Ἀχιλλεύς.
Ἀλλ᾽ οἵ γ᾽ οὐ πολέμοιο δυσηχέος ἐμνώοντο·
οὐ γὰρ ἔην ὅς τίς σφιν ἐπὶ στίχας ἡγήσαιτο·
κεῖτο γὰρ ἐν νήεσσι ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
κούρης χωόμενος Βρισηΐδος ἠϋκόμοιο,
Αυτοί όμως δεν είχαν στο νου τους τώρα τον πόλεμο τον καταραμένο·
γιατί δεν είχαν ποιόν να οδηγήση τις γραμμές τους·
γιατί ο γρήγορος στα πόδια θειος Αχιλλέας καθόταν στα καράβια
θυμωμένος για την κόρη, την ομορφομαλλούσα κόρη του Βρισέα, που ύστερα
από βαρύ πόλεμο την είχε διαλέξει από τη Λυρνησσό για τον
690τὴν ἐκ Λυρνησσοῦ ἐξείλετο πολλὰ μογήσας
Λυρνησσὸν διαπορθήσας καὶ τείχεα Θήβης,
κὰδ δὲ Μύνητ᾽ ἔβαλεν καὶ Ἐπίστροφον ἐγχεσιμώρους,
υἱέας Εὐηνοῖο Σεληπιάδαο ἄνακτος·
τῆς ὅ γε κεῖτ᾽ ἀχέων, τάχα δ᾽ ἀνστήσεσθαι ἔμελλεν.
εαυτό του, όταν κυρίεψε τη Λυρνησσό και τα τείχη της Θήβας,
και σκότωσε τον Μύνητα και τον Επίστροφο, τους κονταρομάχους
γιους του βασιλέα του Εύηνου του γιου του Σελήπιου.
Εξ αιτίας της πικραμένος εκείνος καθόταν άπρακτος,
γρήγορα όμως έμελλε να ξεσηκωθή πάλι.
695Οἳ δ᾽ εἶχον Φυλάκην καὶ Πύρασον ἀνθεμόεντα
Δήμητρος τέμενος, Ἴτωνά τε μητέρα μήλων,
ἀγχίαλόν τ᾽ Ἀντρῶνα ἰδὲ Πτελεὸν λεχεποίην,
τῶν αὖ Πρωτεσίλαος ἀρήϊος ἡγεμόνευε
ζωὸς ἐών· τότε δ᾽ ἤδη ἔχεν κάτα γαῖα μέλαινα.
Εκείνοι που είχαν τη Φυλάκη και την Πύρασο με τα πολλά λουλούδια,
το τέμενος της Δήμητρας, και την Ίτωνα την προβατομάνα
και την παραθαλάσσια Αντρώνα και την Πτελεό με το παχύ χορτάρι,
αυτοί είχαν αρχηγό τον πολεμικό Πρωτεσίλαο, όσο ζούσε·
τώρα όμως πια τον κρατούσε μέσα της η μαύρη γη.
700Τοῦ δὲ καὶ ἀμφιδρυφὴς ἄλοχος Φυλάκῃ ἐλέλειπτο
καὶ δόμος ἡμιτελής· τὸν δ᾽ ἔκτανε Δάρδανος ἀνὴρ
νηὸς ἀποθρῴσκοντα πολὺ πρώτιστον Ἀχαιῶν.
Οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ οἳ ἄναρχοι ἔσαν, πόθεόν γε μὲν ἀρχόν·
ἀλλά σφεας κόσμησε Ποδάρκης ὄζος Ἄρηος
Η γυναίκα του με γδαρμένα τα δυο της μάγουλα από το θρήνο είχε μείνει στη Φυλακή,
και το σπίτι του μισοτελειωμένο. Τον είχε σκοτώσει κάποιος Δάρδανος
τη στιγμή που πηδούσε από το καράβι του πρώτος πρώτος από όλους τους Αχαιούς.
Όμως ούτε αυτοί απόμειναν χωρίς αρχηγό, μ᾿ όλο που ποθούσαν το δικό τους τον αρχηγό᾿
τους παράταξε ο Ποδάρκης, ο ακόλουθος του Άρη,
705Ἰφίκλου υἱὸς πολυμήλου Φυλακίδαο
αὐτοκασίγνητος μεγαθύμου Πρωτεσιλάου
ὁπλότερος γενεῇ· ὁ δ᾽ ἅμα πρότερος καὶ ἀρείων
ἥρως Πρωτεσίλαος ἀρήϊος· οὐδέ τι λαοὶ
δεύονθ᾽ ἡγεμόνος, πόθεόν γε μὲν ἐσθλὸν ἐόντα·
ο γιος του Ίφικλου, του γιου του Φυλάκου με τα πολλά πρόβατα,
αδελφός από τους ίδιους γονείς του γενναίου Πρωτεσίλαου,
πιο μικρός. Ο γενναίος ήρωας Πρωτεσίλαος ήταν πιο μεγάλος
και πιο αντρειωμένος· ο στρατός βέβαια δεν έμεινε χωρίς αρχηγό,
εκείνον όμως τον αποζητούσαν, γιατί ήταν γενναίος.
710τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Οἳ δὲ Φερὰς ἐνέμοντο παραὶ Βοιβηΐδα λίμνην
Βοίβην καὶ Γλαφύρας καὶ ἐϋκτιμένην Ἰαωλκόν,
τῶν ἦρχ᾽ Ἀδμήτοιο φίλος πάϊς ἕνδεκα νηῶν
Εὔμηλος, τὸν ὑπ᾽ Ἀδμήτῳ τέκε δῖα γυναικῶν
Μαζί μ᾿ αυτόν ακολουθούσαν σαράντα μαύρα καράβια.
Σ᾿ αυτών που κατοικούσαν στις Φερές κοντά στη Βοιβηίδα λίμνη,
στη Βοίβη και στις Γλαφυρές, και στην καλοχτισμένη Ιωλκό,
σ᾿ αυτών τα έντεκα καράβια αρχηγός ήταν ο γιος του Αδμήτου
ο Εύμηλος, που τον είχε γεννήσει στον Άδμητο η θαυμάσια γυναίκα
715Ἄλκηστις Πελίαο θυγατρῶν εἶδος ἀρίστη.
Οἳ δ᾽ ἄρα Μηθώνην καὶ Θαυμακίην ἐνέμοντο
καὶ Μελίβοιαν ἔχον καὶ Ὀλιζῶνα τρηχεῖαν,
τῶν δὲ Φιλοκτήτης ἦρχεν τόξων ἐῢ εἰδὼς
ἑπτὰ νεῶν· ἐρέται δ᾽ ἐν ἑκάστῃ πεντήκοντα
η Άλκηστη, η πιο όμορφη από τις κόρες του Πελία.
Σ᾿ αυτούς που κατοικούσαν στη Μηθώνη και στη Θαυμακία
και είχαν τη Μελίβοια και την τραχειά Ολιζώνα,
σ᾿ αυτών τα επτά καράβια αρχηγός ήταν ο Φιλοκτήτης,
ικανός τοξομάχος. Σε κάθε καράβι είχαν μπη πενήντα κωπηλάτες,
720ἐμβέβασαν τόξων εὖ εἰδότες ἶφι μάχεσθαι.
Ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἐν νήσῳ κεῖτο κρατέρ᾽ ἄλγεα πάσχων
Λήμνῳ ἐν ἠγαθέῃ, ὅθι μιν λίπον υἷες Ἀχαιῶν
ἕλκεϊ μοχθίζοντα κακῷ ὀλοόφρονος ὕδρου·
ἔνθ᾽ ὅ γε κεῖτ᾽ ἀχέων· τάχα δὲ μνήσεσθαι ἔμελλον
ξέροντας καλά να πολεμούν με τόξα. Εκείνος όμως κοιτόταν στο νησί
τραβώντας βάσανα μεγάλα, στην άγια Λήμνο,
όπου τον είχαν αφήσει οι γιοι των Αχαιών να βασανίζεται
από την κακιά πληγή που του είχε ανοίξει το άγριο φίδι·
εκεί κοιτόταν εκείνος πικραμένος· είχε όμως σιμώσει
725Ἀργεῖοι παρὰ νηυσὶ Φιλοκτήταο ἄνακτος.
Οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ οἳ ἄναρχοι ἔσαν, πόθεόν γε μὲν ἀρχόν·
ἀλλὰ Μέδων κόσμησεν Ὀϊλῆος νόθος υἱός,
τόν ῥ᾽ ἔτεκεν Ῥήνη ὑπ᾽ Ὀϊλῆϊ πτολιπόρθῳ.
Οἳ δ᾽ εἶχον Τρίκκην καὶ Ἰθώμην κλωμακόεσσαν,
η ώρα που οι Αργείοι θα θυμόντουσαν κοντά στα πλοία το βασιλιά
Φιλοκτήτη. Ωστόσο ούτε αυτοί ήταν χωρίς αρχηγό, μ᾿ όλο που ποθούσαν
το δικό τους αρχηγό᾿ τους παράταζε ο Μέδοντας, ο νόθος γιος του Οϊλέα,
που τον είχε γεννήσει η Ρήνη στον Οϊλέα τον καστροπολεμίτη.
Εκείνοι που είχαν την Τρίκκη και την ψηλή Ιθώμη
730οἵ τ᾽ ἔχον Οἰχαλίην πόλιν Εὐρύτου Οἰχαλιῆος,
τῶν αὖθ᾽ ἡγείσθην Ἀσκληπιοῦ δύο παῖδε
ἰητῆρ᾽ ἀγαθὼ Ποδαλείριος ἠδὲ Μαχάων·
τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο.
Οἳ δ᾽ ἔχον Ὀρμένιον, οἵ τε κρήνην Ὑπέρειαν,
και αυτοί που είχαν την Οιχαλία, την πόλη του Εύρυτου άπο
την Οιχαλία, αυτοί είχαν αρχηγό τους δυο γιους του Ασκληπιού,
γιατρούς ικανούς, τον Ποδαλείριο και τον Μαχάονα
Μ᾿ αυτούς μαζί πήγαιναν τριάντα βαθιά καράβια.
Αυτοί που είχαν το Ορμένιο και την Υπέρεια κρήνη,
735οἵ τ᾽ ἔχον Ἀστέριον Τιτάνοιό τε λευκὰ κάρηνα,
τῶν ἦρχ᾽ Εὐρύπυλος Εὐαίμονος ἀγλαὸς υἱός·
τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Οἳ δ᾽ Ἄργισσαν ἔχον καὶ Γυρτώνην ἐνέμοντο,
Ὄρθην Ἠλώνην τε πόλιν τ᾽ Ὀλοοσσόνα λευκήν,
και αυτοί που είχαν το Αστέριο και τις λευκές κορυφές του Τιτάνου,
αυτοί είχαν αρχηγό τον Ευρύπυλο, τον ένδοξο γιο του Ευαίμονα᾿
και μαζί μ᾿ αυτόν ακολουθούσαν σαράντα μαύρα καράβια.
Αυτοί που είχαν την Άργισσα και αυτοί που κατοικούσαν στη Γυρτώνη,
στην Όρθη και στην Ηλώνη και στην Ολουσσόνα, την άσπρη πολιτεία,
740τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε μενεπτόλεμος Πολυποίτης
υἱὸς Πειριθόοιο τὸν ἀθάνατος τέκετο Ζεύς·
τόν ῥ᾽ ὑπὸ Πειριθόῳ τέκετο κλυτὸς Ἱπποδάμεια
ἤματι τῷ ὅτε Φῆρας ἐτίσατο λαχνήεντας,
τοὺς δ᾽ ἐκ Πηλίου ὦσε καὶ Αἰθίκεσσι πέλασσεν·
αυτοί είχαν αρχηγό τον ατρόμητο Πολυποίτη, το γιο του Πειρίθου,
που τον είχε γεννήσει ο αθάνατος Δίας. Αυτόν τον είχε γεννήσει στον
Πειρίθου η ξακουστή Ιπποδάμεια την ημέρα που εκείνος
τιμώρησε τα μαλλιαρά θηρία, που τα έδιωξε από το
Πήλιο και τα έκανε να καταφύγουν στους Αίθικες.
745οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε Λεοντεὺς ὄζος Ἄρηος
υἱὸς ὑπερθύμοιο Κορώνου Καινεΐδαο·
τοῖς δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Γουνεὺς δ᾽ ἐκ Κύφου ἦγε δύω καὶ εἴκοσι νῆας·
τῷ δ᾽ Ἐνιῆνες ἕποντο μενεπτόλεμοί τε Περαιβοὶ
Δεν ήταν ο μόνος αρχηγός᾿ μαζί του ήταν ο Λεοντέας,
ο ακόλουθος του Άρη, ο γιος του γενναίου Κόρωνα, του γιου του Καινέα.
Μαζί μ᾿ αυτόν ακολουθούσαν σαράντα μαύρα καράβια.
Ο Γουνέας από την Κύφο οδηγούσε εικοσιδύο πλοία'
τον ακολουθούσαν οι Ενιάνες και οι ατρόμητοι Περαιβοί.
750οἳ περὶ Δωδώνην δυσχείμερον οἰκί᾽ ἔθεντο,
οἵ τ᾽ ἀμφ᾽ ἱμερτὸν Τιταρησσὸν ἔργα νέμοντο
ὅς ῥ᾽ ἐς Πηνειὸν προΐει καλλίρροον ὕδωρ,
οὐδ᾽ ὅ γε Πηνειῷ συμμίσγεται ἀργυροδίνῃ,
ἀλλά τέ μιν καθύπερθεν ἐπιρρέει ἠΰτ᾽ ἔλαιον·
αυτοί που είχαν χτίσει τα σπίτια τους γύρω από την κακοχείμωνη Δωδώνη,
και αυτοί που δούλευαν τη γη γύρω από τον όμορφο Τιταρησσό,
που χύνει τα όμορφα νερά του στον Πηνειό, δεν ανακατώνεται
όμως με τον Πηνειό με τις ασημένιες δίνες'
τα νερά του κυλούν από πάνω, σα λάδι, γιατί είναι παρακλάδι
755ὅρκου γὰρ δεινοῦ Στυγὸς ὕδατός ἐστιν ἀπορρώξ.
Μαγνήτων δ᾽ ἦρχε Πρόθοος Τενθρηδόνος υἱός,
οἳ περὶ Πηνειὸν καὶ Πήλιον εἰνοσίφυλλον
ναίεσκον· τῶν μὲν Πρόθοος θοὸς ἡγεμόνευε,
τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
από τα νερά της Στύγας, που είναι όρκος φοβερός.
Στους Μάγνητες αρχηγός ήταν ο Πρόθοος, ο γιος του Τενθρηδόνα,
σ᾿ αυτούς που κατοικούσαν γύρω στον Πηνειό και το πυκνόφυλλο Πήλιο.
Αυτούς τους οδηγούσε ο γρήγορος Πρόθοος
και μαζί μ᾿ αυτούς ακολουθούσαν σαράντα μαύρα καράβια.
760Οὗτοι ἄρ᾽ ἡγεμόνες Δαναῶν καὶ κοίρανοι ἦσαν·
τίς τὰρ τῶν ὄχ᾽ ἄριστος ἔην σύ μοι ἔννεπε Μοῦσα
αὐτῶν ἠδ᾽ ἵππων, οἳ ἅμ᾽ Ἀτρεΐδῃσιν ἕποντο.
Ἵπποι μὲν μέγ᾽ ἄρισται ἔσαν Φηρητιάδαο,
τὰς Εὔμηλος ἔλαυνε ποδώκεας ὄρνιθας ὣς
Αυτοί ήταν οι αρχηγοί και οι κυβερνήτες των Δαναών. Ποιος από αυτούς
ήταν ο καλύτερος, αυτό πες μου το εσύ τώρα Μούσα, και από αυτούς τους ίδιους
και από τα άλογα τους, απ᾿ όσους ήλθαν μαζί με τους Ατρείδες.
Τα καλύτερα άλογα ήταν του γιου του Φέρη,
αυτά που οδηγούσε ο Εύμηλος, γρήγορα σαν πουλιά, με μονόχρωμο
765ὄτριχας οἰέτεας σταφύληῥ| ἐπὶ νῶτον ἐΐσας·
τὰς ἐν Πηρείῃ θρέψ᾽ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων
ἄμφω θηλείας, φόβον Ἄρηος φορεούσας.
Ἀνδρῶν αὖ μέγ᾽ ἄριστος ἔην Τελαμώνιος Αἴας
ὄφρ᾽ Ἀχιλεὺς μήνιεν· ὃ γὰρ πολὺ φέρτατος ἦεν,
τρίχωμα, συνομήλικα με ράχες ίσιες, αν τις μετρούσες με τη στάθμη.
Τα είχε μεγαλώσει στην Πηρεία ο αργυρότοξος Απόλλωνας,
θηλυκά και τα δυο, που έτρεπαν όλους σε φυγή.
Από τους άντρες ο καλύτερος ήταν ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα,
όσον καιρό βαστούσε ο θυμός του Αχιλλέα᾿ γιατί εκείνος ήταν πολύ πιο ανώτερος,
770ἵπποι θ᾽ οἳ φορέεσκον ἀμύμονα Πηλεΐωνα.
Ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἐν νήεσσι κορωνίσι ποντοπόροισι
κεῖτ᾽ ἀπομηνίσας Ἀγαμέμνονι ποιμένι λαῶν
Ἀτρεΐδῃ· λαοὶ δὲ παρὰ ῥηγμῖνι θαλάσσης
δίσκοισιν τέρποντο καὶ αἰγανέῃσιν ἱέντες
όπως και τα άλογα, που έσερναν τον αψεγάδιαστο γιο του Πηλέα.
Εκείνος όμως κοίτονταν στα ποντοπόρα στρογγυλομύτικα καράβια,
γιατί ήταν θυμωμένος με το γιο του Ατρέα,
τον κυβερνήτη του στρατού Αγαμέμνονα. Οι στρατιώτες
του στην ακροθαλασσιά περνούσαν την ώρα τους ρίχνοντας
775τόξοισίν θ᾽· ἵπποι δὲ παρ᾽ ἅρμασιν οἷσιν ἕκαστος
λωτὸν ἐρεπτόμενοι ἐλεόθρεπτόν τε σέλινον
ἕστασαν· ἅρματα δ᾽ εὖ πεπυκασμένα κεῖτο ἀνάκτων
ἐν κλισίῃς· οἳ δ᾽ ἀρχὸν ἀρηΐφιλον ποθέοντες
φοίτων ἔνθα καὶ ἔνθα κατὰ στρατὸν οὐδὲ μάχοντο.
δίσκους και κοντάρια και τόξα· τα άλογα τους, καθένα κοντά
στο άρμα του, στεκόταν τρώγοντας λωτό και βαλτοθρεμμένο σέλινο.
Τα άρματα τα καλοσκεπασμένα των αρχηγών βρίσκονταν στις σκηνές·
κι᾿ εκείνοι λαχταρώντας τον φιλοπόλεμο αρχηγό τους τριγύριζαν
εδώ κι᾿ εκεί μέσα στο στρατόπεδο και δεν πολεμούσαν.
780Οἳ δ᾽ ἄρ᾽ ἴσαν ὡς εἴ τε πυρὶ χθὼν πᾶσα νέμοιτο·
γαῖα δ᾽ ὑπεστενάχιζε Διὶ ὣς τερπικεραύνῳ
χωομένῳ ὅτε τ᾽ ἀμφὶ Τυφωέϊ γαῖαν ἱμάσσῃ
εἰν Ἀρίμοις, ὅθι φασὶ Τυφωέος ἔμμεναι εὐνάς·
ὣς ἄρα τῶν ὑπὸ ποσσὶ μέγα στεναχίζετο γαῖα
Οι άλλοι προχωρούσαν, και ήταν σαν να είχε πιάσει φωτιά η γη ολόκληρη᾿
και η γη από κάτω βογγούσε, όπως όταν θυμώνη ο κεραυνόχαρος ο Δίας,
όταν χτυπά με τον κεραυνό του τη γη γύρω στον Τυφωέα, στους Αρίμους,
όπου, όπως λένε, είναι ο τόπος πού είναι ξαπλωμένος ο Τυφωέας'
έτσι κάτω και από τα δικά τους πόδια, καθώς προχωρούσαν,
785ἐρχομένων· μάλα δ᾽ ὦκα διέπρησσον πεδίοιο.
Τρωσὶν δ᾽ ἄγγελος ἦλθε ποδήνεμος ὠκέα Ἶρις
πὰρ Διὸς αἰγιόχοιο σὺν ἀγγελίῃ ἀλεγεινῇ·
οἳ δ᾽ ἀγορὰς ἀγόρευον ἐπὶ Πριάμοιο θύρῃσι
πάντες ὁμηγερέες ἠμὲν νέοι ἠδὲ γέροντες·
βογγούσε βαριά η γη, και πολύ γρήγορα περνούσαν την πεδιάδα.
Στους Τρώες ήλθε ωστόσο αγγελιοφόρος με τη δυσάρεστη
είδηση η ανεμοπόδαρη γρήγορη Ίριδα, σταλμένη από το
Δία που κρατά την αιγίδα. Εκείνοι είχαν συνέλευση και
μιλούσαν μπροστά στις πόρτες του Πριάμου, όλοι μαζεμένοι,
790ἀγχοῦ δ᾽ ἱσταμένη προσέφη πόδας ὠκέα Ἶρις·
εἴσατο δὲ φθογγὴν υἷϊ Πριάμοιο Πολίτῃ,
ὃς Τρώων σκοπὸς ἷζε ποδωκείῃσι πεποιθὼς
τύμβῳ ἐπ᾽ ἀκροτάτῳ Αἰσυήταο γέροντος,
δέγμενος ὁππότε ναῦφιν ἀφορμηθεῖεν Ἀχαιοί·
και οι νέοι και οι γέροι᾿ και η γρήγορη Ίριδα πήγε και στάθηκε
κοντά και τους είπε᾿ είχε πάρει τη φωνή του Πολίτη, του
γιου του Πριάμου, που είχε καθίσει σκοπός των Τρωών,
έχοντας πεποίθηση στα γρήγορα πόδια του, στην κορυφή του
Τύμβου του γέροντα Αισυήτη, φυλάγοντας πότε θα ξεκινούσαν
795
τῷ μιν ἐεισαμένη προσέφη πόδας ὠκέα Ἶρις·
ὦ γέρον αἰεί τοι μῦθοι φίλοι ἄκριτοί εἰσιν,
ὥς ποτ᾽ ἐπ᾽ εἰρήνης· πόλεμος δ᾽ ἀλίαστος ὄρωρεν.
Ἤδη μὲν μάλα πολλὰ μάχας εἰσήλυθον ἀνδρῶν,
ἀλλ᾽ οὔ πω τοιόνδε τοσόνδέ τε λαὸν ὄπωπα·
από τα καράβια τους οι Αχαιοί. Μ᾿ αυτόν μοιάζοντας
μίλησε η γρήγορη στα πόδια Ίριδα: «Γέροντα, πάντα σου·
αρέσουν τα λόγια τα ατελείωτα, όπως τότε που είχαμε
ειρήνη᾿ τώρα όμως έχει σηκωθή ατελείωτος πόλεμος. Πήρα
μέρος σε πολλές μάχες ως τώρα, ποτέ όμως ως τώρα δεν
800λίην γὰρ φύλλοισιν ἐοικότες ἢ ψαμάθοισιν
ἔρχονται πεδίοιο μαχησόμενοι προτὶ ἄστυ.
Ἕκτορ σοὶ δὲ μάλιστ᾽ ἐπιτέλλομαι, ὧδε δὲ ῥέξαι·
πολλοὶ γὰρ κατὰ ἄστυ μέγα Πριάμου ἐπίκουροι,
ἄλλη δ᾽ ἄλλων γλῶσσα πολυσπερέων ἀνθρώπων·
έχω δει τέτοιο και τόσο στρατό᾿ γιατί μοιάζουν απαράλλαχτα με φύλλα
και με την άμμο, καθώς προχωρούν στον κάμπο προς την πόλη μας,
για να πολεμήσουν. Έκτορα, σε σένα πιο πολύ παραγγέλνω, έτσι να κάμης:
Στη μεγάλη πολιτεία του Πριάμου βρίσκονται πολλοί σύμμαχοι,
και κάθε φυλή άπο τις πολλές των ανθρώπων έχει και τη δική της γλώσσα.
805τοῖσιν ἕκαστος ἀνὴρ σημαινέτω οἷσί περ ἄρχει,
τῶν δ᾽ ἐξηγείσθω κοσμησάμενος πολιήτας.
Ὣς ἔφαθ᾽, Ἕκτωρ δ᾽ οὔ τι θεᾶς ἔπος ἠγνοίησεν,
αἶψα δ᾽ ἔλυσ᾽ ἀγορήν· ἐπὶ τεύχεα δ᾽ ἐσσεύοντο·
πᾶσαι δ᾽ ὠΐγνυντο πύλαι, ἐκ δ᾽ ἔσσυτο λαὸς
Γι᾿ αυτό κάθε αρχηγός ας προστάζη αυτούς που κυβερνά'
ας μπη μπροστά, αφού πρώτα παρατάξη τους δικούς του».
Έτσι μίλησε, και ο Έκτορας δεν παράκουσε το λόγο της θεάς,
μόνο έλυσε γρήγορα τη συνέλευση και τρέξαν στα όπλα τους.
Άνοιξαν όλες οι πύλες της πολιτείας, και ο στρατός χύθηκε έξω,
810πεζοί θ᾽ ἱππῆές τε· πολὺς δ᾽ ὀρυμαγδὸς ὀρώρει.
Ἔστι δέ τις προπάροιθε πόλιος αἰπεῖα κολώνη
ἐν πεδίῳ ἀπάνευθε περίδρομος ἔνθα καὶ ἔνθα,
τὴν ἤτοι ἄνδρες Βατίειαν κικλήσκουσιν,
ἀθάνατοι δέ τε σῆμα πολυσκάρθμοιο Μυρίνης·
και οι πεζοί και οι αρματομάχοι·
κι᾿ ήταν μεγάλη η ταραχή που σηκώθηκε.
Μπροστά από την πόλη είναι κάποιος υψηλός λόφος, στον κάμπο,
πέρα μακριά, που μπορεί κανείς να τον τρέξη γύρω γύρω᾿ οι άνθρωποι
τον λεν Βατίεια, οι αθάνατοι πάλι τάφο της γρήγορης Μύρινας.
815ἔνθα τότε Τρῶές τε διέκριθεν ἠδ᾽ ἐπίκουροι.
Τρωσὶ μὲν ἡγεμόνευε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ
Πριαμίδης· ἅμα τῷ γε πολὺ πλεῖστοι καὶ ἄριστοι
λαοὶ θωρήσσοντο μεμαότες ἐγχείῃσι.
Δαρδανίων αὖτ᾽ ἦρχεν ἐῢς πάϊς Ἀγχίσαο
Εκεί τότε συντάχτηκαν οι Τρώες και οι σύμμαχοι.
Στους Τρώες αρχηγός ήταν ο μεγαλόσωμος Έκτορας με τη λαμπερή περικεφαλαία,
ο γιος του Πριάμου᾿ μαζί μ᾿ αυτόν οπλίζονταν οι πιο πολυάριθμοι
και καλύτεροι στρατιώτες, λαχταρώντας να κονταροχτυπηθούν.
Στους Δαρδάνιους πάλι αρχηγός ήταν ο όμορφος γιος του Αγχίση,
820Αἰνείας, τὸν ὑπ᾽ Ἀγχίσῃ τέκε δῖ᾽ Ἀφροδίτη
Ἴδης ἐν κνημοῖσι θεὰ βροτῷ εὐνηθεῖσα,
οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε δύω Ἀντήνορος υἷε
Ἀρχέλοχός τ᾽ Ἀκάμας τε μάχης εὖ εἰδότε πάσης.
Οἳ δὲ Ζέλειαν ἔναιον ὑπαὶ πόδα νείατον Ἴδης
ο Αινείας, που τον είχε γεννήσει στον Αγχίση η θεία Αφροδίτη,
πλαγιάζοντας, θεά αύτη με θνητό, στα φαράγγια της Ίδας,
όχι μοναχός του᾿ μαζί του ήταν οι δυο γιοι του Αντήνορα,
ο Αρχέλοχος και ο Ακάμας, που ήξεραν καλά κάθε λογής πολεμική τέχνη.
Οι Τρώες πάλι που κατοικούσαν στη Ζέλεια, κάτω άπο
825ἀφνειοὶ πίνοντες ὕδωρ μέλαν Αἰσήποιο
Τρῶες, τῶν αὖτ᾽ ἦρχε Λυκάονος ἀγλαὸς υἱὸς
Πάνδαρος, ᾧ καὶ τόξον Ἀπόλλων αὐτὸς ἔδωκεν.
Οἳ δ᾽ Ἀδρήστειάν τ᾽ εἶχον καὶ δῆμον Ἀπαισοῦ
καὶ Πιτύειαν ἔχον καὶ Τηρείης ὄρος αἰπύ,
την τελευταία υπώρεια της Ίδας, πλούσιοι, που έπιναν το σκοτεινό
νερό του Αίσηπου, αυτοί είχαν αρχηγό το λαμπρό γιο του Λυκάονα,
τον Πάνδαρο, που, το τόξο του του το είχε χαρίσει ο ίδιος ο Απόλλωνας.
Σ᾿ αυτούς που είχαν την Αδράστεια και τη χώρα της
Απαισού και είχαν την Πιτύεια και το ψηλό βουνό της Τήρειας
830τῶν ἦρχ᾽ Ἄδρηστός τε καὶ Ἄμφιος λινοθώρηξ
υἷε δύω Μέροπος Περκωσίου, ὃς περὶ πάντων
ᾔδεε μαντοσύνας, οὐδὲ οὓς παῖδας ἔασκε
στείχειν ἐς πόλεμον φθισήνορα· τὼ δέ οἱ οὔ τι
πειθέσθην· κῆρες γὰρ ἄγον μέλανος θανάτοιο.
αρχηγός ήταν ο Άδραστος και ο Άμφιος που φορούσε λινό θώρακα,
οι δυο γιοι του Μέρρπα άπο την Περκώτη, που ήξερε πιο καλά
απ᾿ όλους τους ανθρώπους να μαντεύη, και δεν ήθελε ν᾿ αφήση
τους γιους του να πανε στον ανθρωποφάγο πόλεμο᾿ εκείνοι όμως
δεν τον άκουσαν γιατί τους έσπρωχναν οι μοίρες του μαύρου θανάτου.
835Οἳ δ᾽ ἄρα Περκώτην καὶ Πράκτιον ἀμφενέμοντο
καὶ Σηστὸν καὶ Ἄβυδον ἔχον καὶ δῖαν Ἀρίσβην,
τῶν αὖθ᾽ Ὑρτακίδης ἦρχ᾽ Ἄσιος ὄρχαμος ἀνδρῶν,
Ἄσιος Ὑρτακίδης ὃν Ἀρίσβηθεν φέρον ἵπποι
αἴθωνες μεγάλοι ποταμοῦ ἄπο Σελλήεντος.
Σ᾿ αυτούς που ζούσαν στην Περκώτη και στο Πράκτιο και είχαν
τη Σηστό και την Άβυδο και την ιερή Αρίσβη, σ᾿ αυτούς αρχηγός
ήταν ο Άσιος ο γιος του Υρτάκου, αρχηγός των πολεμιστών,
ο Άσιος, ο γιος του Υρτάκου, που τα μεγάλα ορμητικά άλογά του
τον είχαν φέρει από την Αρίσβη, από τον ποταμό Σελλήεντα.
840Ἱππόθοος δ᾽ ἄγε φῦλα Πελασγῶν ἐγχεσιμώρων
τῶν οἳ Λάρισαν ἐριβώλακα ναιετάασκον·
τῶν ἦρχ᾽ Ἱππόθοός τε Πύλαιός τ᾽ ὄζος Ἄρηος,
υἷε δύω Λήθοιο Πελασγοῦ Τευταμίδαο.
Αὐτὰρ Θρήϊκας ἦγ᾽ Ἀκάμας καὶ Πείροος ἥρως
Ο Ιππόθοος πάλι οδηγούσε τα έθνη των κονταρομάχων Πελασγών,
αυτών που κατοικούσαν στην εύφορη Λάρισα. Σ᾿ αυτούς αρχηγοί
ήταν ο Ιππόθοος και ο Πυλαίος, ο ακόλουθος του Άρη,
κι᾿ οι δυο γιοι του Πελασγού Λήθου, του γιου του Τευτάμου.
Τους Θράκες πάλι τους οδηγούσε ο Ακάμας και ο ήρωας Πείροος,
845ὅσσους Ἑλλήσποντος ἀγάρροος ἐντὸς ἐέργει
Εὔφημος δ᾽ ἀρχὸς Κικόνων ἦν αἰχμητάων
υἱὸς Τροιζήνοιο διοτρεφέος Κεάδαο.
Αὐτὰρ Πυραίχμης ἄγε Παίονας ἀγκυλοτόξους
τηλόθεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ᾽ Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος,
όσους κλείνει μέσα ο Ελλήσποντος με τα ορμητικά ρεύματα.
Ο Εύφημος ήταν αρχηγός στους κονταρομάχους Κίκονες,
ο γιος του διόθρεφτου Κεάδη από την Τροιζήνα.
Ο Πυραίχμης πάλι οδηγούσε τους Παίονες με τα κυρτά τόξα,
μακριά από την Αμυδώνα, από τον πλατύ Αξιό, τον Αξιό που τα νερά του
850Ἀξιοῦ οὗ κάλλιστον ὕδωρ ἐπικίδναται αἶαν.
Παφλαγόνων δ᾽ ἡγεῖτο Πυλαιμένεος λάσιον κῆρ
ἐξ Ἐνετῶν, ὅθεν ἡμιόνων γένος ἀγροτεράων,
οἵ ῥα Κύτωρον ἔχον καὶ Σήσαμον ἀμφενέμοντο
ἀμφί τε Παρθένιον ποταμὸν κλυτὰ δώματ᾽ ἔναιον
είναι τα πιο όμορφα που τρέχουν απλώνοντας πάνω στη γη.
Στους Παφλαγόνες αρχηγός ήταν ο Πυλαιμένης με την αντρίκια καρδιά,
από τη χώρα των Ενετών, από όπου είναι το σόϊ των άγριων μουλαριών,
σ᾿ αυτούς που είχαν το Κύτωρο και κατοικούσαν στο Σήσαμο και σ᾿ αυτούς
που είχαν τα περίφημα σπίτια τους στις όχθες του Παρθενίου ποταμού και
855Κρῶμνάν τ᾽ Αἰγιαλόν τε καὶ ὑψηλοὺς Ἐρυθίνους.
Αὐτὰρ Ἁλιζώνων Ὀδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον
τηλόθεν ἐξ Ἀλύβης, ὅθεν ἀργύρου ἐστὶ γενέθλη.
Μυσῶν δὲ Χρόμις ἦρχε καὶ Ἔννομος οἰωνιστής·
ἀλλ᾽ οὐκ οἰωνοῖσιν ἐρύσατο κῆρα μέλαιναν,
στην Κρώμνη και στον Αιγιαλό και στους ψηλούς Ερύθινους.
Στους Αλιζώνες πάλι αρχηγός ήταν ο ίδιος και ο Επίστροφος,
μακριά από την Αλύβη, όπου είναι ο τόπος που βγαίνει το ασήμι.
Στους Μυσούς αρχηγός είναι ο Χρόμης και ο Έννομος ο ορνιθομάντης,
με την μαντεία όμως δε γλίτωσε το μαύρο θάνατο,
860ἀλλ᾽ ἐδάμη ὑπὸ χερσὶ ποδώκεος Αἰακίδαο
ἐν ποταμῷ, ὅθι περ Τρῶας κεράϊζε καὶ ἄλλους.
Φόρκυς αὖ Φρύγας ἦγε καὶ Ἀσκάνιος θεοειδὴς
τῆλ᾽ ἐξ Ἀσκανίης· μέμασαν δ᾽ ὑσμῖνι μάχεσθαι.
Μῄοσιν αὖ Μέσθλης τε καὶ Ἄντιφος ἡγησάσθην
παρά σκοτώθηκε από το χέρι του γρήγορου εγγονού του Αιακού
κοντά στον ποταμό, όπου έσφαξε και άλλους Τρώες.
Ο Φόρκυς οδηγούσε τους Φρύγες και ο θεόμορφος Ασκάνιος
μακριά από την Ασκανία᾿ και λαχταρούσαν να χτυπηθούν στη μάχη.
Στους Μαίονες αρχηγός ήταν ο Μέσθλης και ο Άντιφος,
865υἷε Ταλαιμένεος τὼ Γυγαίη τέκε λίμνη,
οἳ καὶ Μῄονας ἦγον ὑπὸ Τμώλῳ γεγαῶτας.
Νάστης αὖ Καρῶν ἡγήσατο βαρβαροφώνων,
οἳ Μίλητον ἔχον Φθιρῶν τ᾽ ὄρος ἀκριτόφυλλον
Μαιάνδρου τε ῥοὰς Μυκάλης τ᾽ αἰπεινὰ κάρηνα·
οι γιοι του Ταλαιμένη, που τους είχε γεννήσει η Γυγαία λίμνη'
αυτοί οδηγούσαν τους Μαίονες πού είχαν γεννηθή κάτω από τον Τμώλο.
Ο Νάστης ήταν αρχηγός στους Κάρες τους βαρβαρόφωνους,
που είχαν τη Μίλητο και το όρος των Φθιρών με τα αναρίθμητα φύλλα
και τα νερά του Μαιάνδρου και τις ψηλές κορφές της Μυκάλης
870τῶν μὲν ἄρ᾽ Ἀμφίμαχος καὶ Νάστης ἡγησάσθην,
Νάστης Ἀμφίμαχός τε Νομίονος ἀγλαὰ τέκνα,
ὃς καὶ χρυσὸν ἔχων πόλεμον δ᾽ ἴεν ἠΰτε κούρη
νήπιος, οὐδέ τί οἱ τό γ᾽ ἐπήρκεσε λυγρὸν ὄλεθρον,
ἀλλ᾽ ἐδάμη ὑπὸ χερσὶ ποδώκεος Αἰακίδαο
σ᾿ αυτούς αρχηγοί ήταν ο Αμφίμαχος και ο Νάστης, ο Νάστης και ο Αμφίμαχος
οι λαμπροί γιοι του Νομίονα. Ο Νάστης πήγαινε στον πόλεμο στολισμένος
με χρυσαφικά σαν κοπέλα, ο ανόητος, κι᾿ ούτε που τον εγλίτωσε αυτό
από το σκληρό χαμό, παρά σκοτώθηκε από το χέρι του γρήγορου στα πόδια εγγονού
του Αιακού, στον ποταμό, και το χρυσάφι το πήρε ο γενναίος Αχιλλέας.
875ἐν ποταμῷ, χρυσὸν δ᾽ Ἀχιλεὺς ἐκόμισσε δαΐφρων.
Σαρπηδὼν δ᾽ ἦρχεν Λυκίων καὶ Γλαῦκος ἀμύμων
τηλόθεν ἐκ Λυκίης, Ξάνθου ἄπο δινήεντος.
Των Λυκίων αρχηγός ήταν ο Σαρπηδόνας και ο αψεγάδιαστος Γλαύκος,
μακριά από τη Λυκία, από τον Ξάνθο με τις πολλές δίνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

loading...

Popular Posts Of The Week

Top best cpc cpm ppc ad network for publisher

Αναγνώστες

Translate

loading...
...
loading...
---------------------------------------------------------------------------