13.11.16

Η ΑΛΚΜΗΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
I. Εισαγωγικά
Ii. Αλκμήνη και μυθολογική παράδοση
Iii. Οι αγγειογραφίες ως μαρτυρίες
Iiii. Rudens 86
Iiv. Στοιχεία της υπόθεσης της ευριπίδειας Αλκμήνης
ΙΙ. Αποσπάσματα
Βιβλιογραφία
Παράρτημα



Ι. Εισαγωγικά
Στην προσπάθεια προσέγγισης της Αλκμήνης του Ευριπίδη βρίσκεται κανείς
αντιμέτωπος με ανυπέρβλητες δυσκολίες για διάφορους λόγους.
Πρώτον, για τον λόγο ότι τα σωζόμενα αποσπάσματα δεν είναι μόνο πενιχρά
-περιορισμένα σε αριθμό και ολιγόστιχα-, αλλά και ελάχιστα αποκαλυπτικά εξαιτίας
κυρίως του χαρακτήρα τους: αποτελούν, σχεδόν στην ολότητά τους, παραθέματα, με
ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοπιστία τους. Πιο συγκεκριμένα, δεκατέσσερα από
τα δεκαεννέα αποσπάσματα είναι ανθολογημένα από τον Στοβαίο, δύο περιέχονται σε
Σχόλια στους Βατράχους και δύο ακόμη συγκαταλέγονται σε λεξικογραφικά
λήμματα, ενώ μόνο ένα προέρχεται από κείμενο παπύρου. Το τελευταίο, όμως, δεν
σώζεται σε κατάσταση τέτοια που να μας οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Το υλικό
μας, συνεπώς, είναι δυσμεταχείριστο και, αν όχι παραπλανητικό, πάντως όχι
ιδιαιτέρως διαφωτιστικό.
Δεύτερον, προβλήματα παρουσιάζονται και σε σχέση με άλλες πηγές, από τις
οποίες μπορούμε να αντλήσουμε μαρτυρίες -αν και όχι ανεπιφυλάκτως- για την
Αλκμήνη, δηλαδή τις αγγειογραφίες, που πιθανώς σχετίζονται με κάποιο τρόπο με το
δράμα, και δύο έργα του Πλαύτου, κυρίως τον Rudens και λιγότερο τον Amphitruo.
Τέλος, ένα πρώτο πεδίο έρευνας σχετικά με την πραγμάτευση ενός υλικού από τον
δραματικό ποιητή, στο οποίο αναζητούνται συνήθως ερείσματα, είναι το μυθολογικό
υπόστρωμα. Στην περίπτωσή μας όμως και στο πεδίο αυτό ανακύπτουν ερωτήματα
που μένουν χωρίς οριστική απάντηση.
Στην συνέχεια, και πριν από τον αναλυτικό σχολιασμό των αποσπασμάτων,
θα επιχειρηθεί η εξέταση της συμβολής καθεμιάς από τις πηγές που προαναφέραμε
στην μελέτη της Αλκμήνης, εκκινώντας από την σχέση του ευριπίδειου δράματος με
την μυθολογική παράδοση. Κατόπιν, θα προχωρήσουμε στην διερεύνηση των δύο
άλλων πηγών πληροφόρησης, πρώτα των αγγειογραφιών και, έπειτα, των έργων του
Πλαύτου. Ευελπιστούμε να πλησιάσουμε, έστω λίγο, σε αυτό που ο West1
προσδιορίζει ως έναν από τους στόχους της κριτικής των κειμένων: να
οριοθετήσουμε τους χώρους της αβεβαιότητας σε σχέση με το συγκεκριμένο κείμενο.
1 West, M. L. (1989) 14.

Ii. Αλκμήνη και μυθολογική παράδοση
Αν επιλέξει κανείς ως αφετηρία για την εξέταση του θέματος αυτού τη σχέση
του Ευριπίδη με την μυθολογική παράδοση γενικότερα, δεν θα προχωρήσει πολύ
μακριά. Οι μελέτες γύρω από το ζήτημα αυτό είτε διατυπώνουν ακραίες τοποθετήσεις
είτε -πράγμα που αποδεικνύεται πιο αποτελεσματικό- καταλήγουν στην παραδοχή της
αδυναμίας να προσδιορίσουμε, διατυπώνοντας αφορισμούς, με βάση τα σωζόμενα
δράματα την στάση του Ευριπίδη απέναντι στους παραδεδομένους μύθους και, για το
λόγο αυτό, πραγματεύονται επιμέρους περιπτώσεις και αρκούνται σε περιορισμένου
βεληνεκούς, αλλά ασφαλέστερα, συμπεράσματα.2
 Αυτές οι τελευταίες μελέτες
μπορούν να μας χρησιμεύσουν στην προσπάθειά μας να εξετάσουμε συγκεκριμένα τη
σχέση της ευριπίδειας Αλκμήνης με το προϋπάρχον μυθολογικό υλικό και να
διατυπώσουμε εικασίες.
Σημείο εκκίνησης της παρούσας έρευνας είναι οι ευριπίδειες καινοτομίες. Τα
ερωτήματα στα οποία καλείται κανείς να δώσει απάντηση, όταν καταπιάνεται με
αυτό το ζήτημα είναι: ποια ήταν η ήδη διαμορφωμένη μυθολογική παράδοση σχετικά
με την ιστορία της Αλκμήνης και του Αμφιτρύωνα, δηλαδή ποιο, πιθανώς, ήταν το
υλικό που παρέλαβε ο Ευριπίδης; Πώς διαμορφώνεται ο μύθος μετά τον Ευριπίδη,
έτσι όπως αποτυπώνεται σε παραστάσεις αγγείων, σε έργα μεταγενέστερων
μυθογράφων και στην μεταγενέστερη ελληνική και λατινική γραμματεία γενικότερα;
Και, τέλος, ποια από τα στοιχεία του μύθου που συναντάμε σε μεταγενέστερες πηγές
αντλήθηκαν από το ευριπίδειο δράμα;
Προκειμένου να δοθούν απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, στηριζόμαστε
αφενός στις διαθέσιμες γραπτές πηγές, αφετέρου σε μελέτες των σωζόμενων έργων
του Ευριπίδη οι οποίες επικεντρώνονται ακριβώς σε καινοτομίες του τραγικού
αναφορικά με το μύθο σε συγκεκριμένα έργα, καθώς και σε μελέτες που αφορούν
ειδικότερα στην πραγμάτευση του μύθου της Αλκμήνης στην προγενέστερη και την
μεταγενέστερη του Ευριπίδη λογοτεχνική παραγωγή.
2
 Για μία κατατοπιστική επισκόπηση των σημαντικότερων μελετών γύρω από τη σχέση του
Ευριπίδη με την μυθολογική παράδοση, αλλά και για πραγμάτευση επιμέρους περιπτώσεων
βλ. Στεφανόπουλος (1980). Για την αναποτελεσματικότητα των ακραίων τοποθετήσεων βλ.
ενδεικτικά Whitman (1996) 135, 178.
5
Οι διαθέσιμες πηγές διαιρούνται σε δύο κατηγορίες με κριτήριο την
χρονολόγησή τους. Η διαίρεση αυτή διευκολύνει την προσέγγιση του θέματος και δεν
ενέχει αξιολογική κρίση, εφόσον και στις δύο κατηγορίες πηγών κινούμαστε εν
πολλοίς σε επισφαλές έδαφος και προχωράμε με εικασίες. Στην πρώτη
περιλαμβάνονται κείμενα δημιουργών προγενέστερων του Ευριπίδη :
Α. Όμηρος, Ιλιάδα Τ, στ. 95-129: Εξιστορείται από τον Αγαμέμνονα η τύφλωση
του Δία από την Άτη και ο δόλος της Ήρας, προκειμένου να καθυστερήσει την
γέννηση του Ηρακλή και να δοθεί η εξουσία του Άργους στον Ευρυσθέα σύμφωνα με
την δέσμευση του Δία. Γίνεται έμμεση αναφορά στην ένωση του Δία με την Αλκμήνη
και τονίζεται κυρίως ο προορισμός του καρπού αυτής της ένωσης : (στ. 103-05)
σήμερον ἄνδρα φόωσδε μογοστόκος Εἰλείθυια/ ἐκφανεῖ, ὃς πάντεσσι περικτιόνεσσιν
ἀνάξει,/ τῶν ἀνδρῶν γενεῆς οἵ θ’ αἵματος ἐξ ἐμεῦ εἰσι.
Β. Όμηρος, Οδύσσεια λ, στ. 266-68 : Τὴν δὲ μέτ’ Ἀλκμήνην ἴδον, Ἀμφιτρύωνος
ἄκοιτιν,/ ἥ ῥ’ Ἡρακλῆα θρασυμέμνονα θυμολέοντα/ γείνατ’ ἐν ἀγκοίνηισι Διὸς
μεγάλοιο μιγεῖσα. Αναφέρονται τα κύρια πρόσωπα του μύθου και δίνεται έμφαση στο
αποτέλεσμα της ένωσης της Αλκμήνης με τον Δία, δηλαδή στην γέννηση του ήρωα, ο
οποίος κοσμείται με δύο τυπικά ομηρικά επίθετα, ενώ δεν παρέχεται καμία
πληροφορία για τον τρόπο της ένωσης του Δία με την Αλκμήνη, παρόλο που η
τελευταία προσδιορίζεται ως Ἀμφιτρύωνος ἄκοιτις.
Γ. Ησίοδος, Θεογονία στ. 943-44 Ἀλκμήνη δ’ ἄρ’ ἔτικτε βίην Ἡρακληείην/
μιχθεῖσ’ ἐν φιλότητι Διὸς νεφεληγερέταο και στ. 526-27 Ἀλκμήνης καλλισφύρου
ἄλκιμος ὑιός/ Ἡρακλέης. Τα πρόσωπα προσδιορίζονται με τυπικά επίθετα που δεν
κομίζουν κανένα επιπρόσθετο στοιχείο.
Δ. Στο προοίμιο της [ησιόδειας] Ασπίδας (στ. 1-56) δίνονται επιπλέον
πληροφορίες όσον αφορά στα χαρίσματα της Αλκμήνης (εξωτερική ομορφιά και
ήθος), στην σχέση της με τον Αμφιτρύωνα, στα πεπραγμένα του Αμφιτρύωνα κατά το
παρελθόν και στην υποχρέωσή του να πάρει εκδίκηση για τον φόνο των αδελφών της
Αλκμήνης –υποχρέωση με την οποία τον επιφόρτισαν οι θεοί και ο ίδιος ο Δίας
(Διόθεν θέμις στ. 22)- και στις ενέργειες του Δία : ποια ήταν η πρόθεσή του και ποιο
το μέσο (πατὴρ δ’ ἀνδρῶν τε θεῶν τε/ ἄλλην μῆτιν ὕφαινε μετὰ φρεσίν, ὥς ῥα θεοῖσιν/
ἀνδράσι τ’ ἀλφηστῆισιν ἀρῆς ἀλκτῆρα φυτεῦσαι/ ... δόλον φρεσὶ βυσσοδομεύων στ. 27-
30). Τέλος, δίνεται ο τόπος (Θήβας στ. 2) καθώς και η διαδρομή που ακολούθησε ο
πατέρας των θεών (ὦρτο δ’ ἀπ’ Οὐλύμποιο στ. 30, τάχα δ’ ἷξε Τυφαόνιον στ. 32,
6
Φίκιον ἀκρότατον προσεβήσατο στ. 33), ο χρόνος (αὐτῆι μὲν γὰρ νυκτὶ στ. 35) κατά
τον οποίο η Αλκμήνη συνευρέθη και με τον Αμφιτρύωνα, και το αποτέλεσμα
(διδυμάονε γείνατο παῖδε στ. 49).
Ε. Σύγχρονος με τον Ευριπίδη, αν και κατά μία περίπου γενιά μεγαλύτερος, ο
Πίνδαρος αναφέρεται σε τρεις ωδές του στην Αλκμήνη: στον ένατο Πυθιόνικο στ. 84-
9 (474 π.Χ.), όπου επαναλαμβάνεται η διπλή ένωση σε μία νύχτα και η διπλή γέννα,
στον έβδομο Ισθμιόνικο στ. 5-10 (454 π.Χ.;), όπου ο Δίας επισκέπτεται την Αλκμήνη
τα μεσάνυχτα μεταμορφωμένος σε χρυσή βροχή και στον δέκατο Νεμεόνικο στ. 11-7
(444 π.Χ.;), όπου για πρώτη φορά γίνεται λόγος για την μεταμόρφωση του Δία σε
Αμφιτρύωνα (τῶι ὄψιν ἐειδόμενος/ ἀθανάτων βασιλεὺς αὐλὰν ἐσῆλθεν στ. 15-6),
προκειμένου ο θεός να ενωθεί με την Αλκμήνη και να γεννηθεί ο ατρόμητος ήρωας.
Ο Αμφιτρύωνας, σημειωτέον, είναι ο τιμημένος από τον θεό (ὁ δ’ ὄλβωι φέρτατος/
ἵκετ’ ἐς κείνου γενεάν στ. 24-5).
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλες τις αναφορές ως εδώ το γεγονός που
εξαίρεται είναι το αποτέλεσμα της πράξης του Δία: η γέννηση ενός ήρωα-λυτρωτή.
Επιπλέον, η Αλκμήνη επαινείται για την αφοσίωσή της στον Αμφιτρύωνα είτε άμεσα
είτε έμμεσα (εφόσον ο Δίας έπρεπε να χρησιμοποιήσει δόλο για να την πλησιάσει).
Τα προβλήματα σε σχέση με την χρονολόγηση των δύο τελευταίων πινδαρικών
ωδών, καθώς και της Αλκμήνης του Ευριπίδη,3
 δεν μας επιτρέπουν να αποδώσουμε με
βεβαιότητα το στοιχείο της μεταμόρφωσης του Δία σε Αμφιτρύωνα στον έναν ή στον
άλλο δημιουργό. Ο Ηρόδοτος εξάλλου αφηγείται παρόμοια ιστορία (VI. 68-69) για
τον τρόπο σύλληψης του βασιλιά της Σπάρτης Δημάρατου. Στην αφήγηση αυτή
υπάρχουν πολλά από τα στοιχεία που συναντάμε στα έργα με θέμα την ιστορία της
Αλκμήνης και του Αμφιτρύωνα: ένας θνητός, ο Δημάρατος, γεννιέται από την ένωση
μιας θνητής κι ενός θεοποιημένου ήρωα, του Αστράβακου. Ο ήρωας παίρνει την
3
 Εξωτερικές ενδείξεις για την χρονολόγηση της ευριπίδειας Αλκμήνης δεν υπάρχουν.
Στηριζόμαστε στην άποψη των Cropp & Fick (1985) για την αξιοποίηση των μετρικών
αναλύσεων στην προσπάθεια χρονολόγησης του έργου. Ο Webster (1967), αποκλείοντας τα
απ. 67 Nauck και P. Hamburg 119, Coll. III (απ. 87b Kannicht και 88a Kannicht) από την
Αλκμήνη, τοποθετεί το δράμα στην πρώιμη παραγωγή του Ευριπίδη, δηλαδή στα 455- 428
π.Χ. Οι Cropp & Fick, δεχόμενοι το απ. 87b Kannicht ως ανήκον στην Αλκμήνη, διευρύνουν
το χρονικό πλαίσιο (455- 410 π.Χ) και, παρόλο που αδυνατούν να παράσχουν συγκεκριμένη
χρονολόγηση, με τις παρατηρήσεις τους καταργούν την βεβαιότητα του Webster και
επανατοποθετούν τον προβληματισμό σε πιο στέρεη βάση.
7
μορφή του νόμιμου συζύγου, του Αρίστωνα, συνευρίσκεται με την σύζυγο του
τελευταίου και σημειώνει την παρουσία του αφήνοντάς της ως δώρο τα ιερά
στεφάνια του. Ο Αρίστων, μετά την αναχώρηση του φάσματος, βλέποντας την σύζυγό
του με τα στεφάνια, ζητά να πληροφορηθεί την προέλευσή τους. Στον διάλογο που
ακολουθεί, η δέσμευση της γυναίκας με όρκο ότι εκείνος ο ίδιος της τα πρόσφερε
έπειτα από την συνέυρεσή τους πριν από λίγο, οδηγεί τον Αρίστωνα να αντιληφθεί ὡς
θεῖον εἴη τὸ πρῆγμα.
4
Η υιοθέτηση της μορφής του συζύγου όμως δεν είναι το μόνο αξιοπρόσεκτο
στην παραπάνω ιστορία. Το γεγονός ότι δύο ακόμη στοιχεία αξιοποιούνται από την
γυναίκα στο να αποδείξει την αθωότητά της είναι πολύ σημαντικό και αυτό καθεαυτό
αλλά και όσον αφορά στο είδος των στοιχείων αυτών: αποδείχθηκε ότι πράγματι τα
στεφάνια είχαν προέλθει από το ιερό του Αστράβακου -που βρισκόταν στην είσοδο
της οικίας-, και, επιπλέον, οι μάντεις επιβεβαίωσαν την επίσκεψη του Αστράβακου
(καὶ τοῦτο μὲν οἱ στέφανοι ἐφάνησαν ἐόντες ἐκ τοῦ ἡρωίου …τοῦτο δὲ οἱ μάντιες τὸν
αὐτὸν τοῦτον ἥρωα ἀναίρεον εἶναι). Εν τούτοις, όταν γεννήθηκε ο Δημάρατος –
νωρίτερα από το αναμενόμενο-, πολλοί (ακόμη και ο ίδιος ο Αρίστων) ισχυρίστηκαν
ότι ήταν νόθος. Και πάλι η σύζυγος έχει μία εύλογη εξήγηση να δώσει στηριζόμενη
σε εμπειρικά αυτή την φορά δεδομένα : τίκτουσι γὰρ γυναῖκες καὶ ἐννεάμηνα καὶ
ἑπτάμηνα, καὶ οὐ πᾶσαι δέκα μῆνας ἐκτελέσασαι. Ο Αρίστων αργότερα μετανόησε για
την δυσπιστία του και ο Δημάρατος ικανοποιήθηκε από τις εξηγήσεις που του έδωσε
η μητέρα του. Στοιχεία όπως το θαύμα, η αμφιβολία,5
 η παρανόηση που
4
 Για την αφήγηση του Ηροδότου σε σχέση με την ιστορία της Αλκμήνης και του
Αμφιτρύωνα βλ. Friedrich (1953) 264-65, Hölscher (1994) 344 και Stärk (1982) 284-85.
5
 Ο Friedrich (1953) 265-68 επισημαίνει αφενός ότι στην αφήγηση του Ηροδότου δεν τίθεται
ζήτημα ψευδορκίας και, αφετέρου ότι το θαύμα εκλαμβάνεται ως δυνατότητα, πράγμα που,
όπως υποθέτει, δεν συμβαίνει στο ευριπίδειο δράμα όπου η τραγικότητα πηγάζει από την
έλλειψη πίστης στο θαύμα και από την παραδοχή της ύπαρξης ορίων που δεσμεύουν την
ανθρώπινη γνώση. Ο Hölscher (1994) 344 πάλι γράφει ότι “Die Verwirrung tritt bei Euripides
ein, weil Amphitryon an das Wunder der göttlichen Zeugung nicht glauben kann, weil er in
den banalen Kategorien von Sexus und Ehebruch denkt. So entspricht es dem Geist der
griechischen Aufklärung des 5. Jahrhunderts”. Επιπλέον, αφού έχει αναφερθεί στην
ηροδότεια αφήγηση ως παράδειγμα πίστης σε θεϊκά θαύματα, καταλήγει : “So also sieht die
Geschichte aus, ehe sie durch rationalistische Kritik and den Unglauben des Gatten die
tragische Wendung nimmt. Der Gatte, wie auch der Sohn, rechnet sich den Eingriff des
8
δημιουργείται με αφορμή το δώρο, οι πραγματικές αποδείξεις (τεκμήρια) και η
μαντική, δεν είναι ασύμβατα με τις προτάσεις που έχουν γίνει για την ανασύνθεση
της υπόθεσης της Αλκμήνης. Ωστόσο, εξίσου σημαντικό με τα παραπάνω είναι ότι η
ύπαρξη τέτοιων δεδομένων μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο Ευριπίδης
διαμόρφωσε το σχετικό υλικό του όχι από το μηδέν, αλλά με βάση τα στάδια που
προϋπήρξαν στην σκέψη των προηγούμενων δημιουργών. Πιθανώς, δηλαδή το δικό
του έργο αξιοποιεί –ώριμα πια- στοιχεία που προϋπήρχαν, όπως φαίνεται, εν
σπέρματι.
Στην δεύτερη κατηγορία πηγών ανήκουν τα κείμενα των μεταγενέστερων του
Ευριπίδη μυθογράφων:
Α. Στην Βιβλιοθήκη (II. iv. 5-8) ο [Απολλόδωρος] επαναλαμβάνει το στοιχείο της
εξαπάτησης μέσω της μεταμόρφωσης του Δία (ὅμοιος Άμφιτρύωνι γενόμενος …καὶ τὰ
γενόμενα περὶ Τηλεβοῶν διηγήσατο) και προσθέτει αρκετά ακόμη: ο Αμφιτρύων
σκότωσε κατά λάθος τον Ηλεκτρύωνα, ο Σθένελος επωφελείται από τα γεγονότα
προκειμένου να εξουσιάσει όλο το Άργος, η νύχτα παρατάθηκε (τρία
εικοσιτετράωρα), ο Αμφιτρύων εκπλήσσεται δυσάρεστα από την υποδοχή της
Αλκμήνης και διαφωτίζεται από τον Τειρεσία. Ως προς τα υπόλοιπα ακολουθείται η
προϋπάρχουσα εκδοχή.
Β. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (4. 9. 1-4) ενδιαφέρεται για την ερμηνεία του
σχεδίου του Δία αναφερόμενος στις προθέσεις του: ο Ζευς ενώθηκε με την Αλκμήνη
οὐκ ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας ἕνεκα ... ἀλλὰ τὸ πλέον τῆς παιδοποιίας χάριν. Ο
τριπλασιασμός της διάρκειας της νύχτας έγινε για να προσημάνει τὴν ὑπερβολὴν τῆς
τοῦ γεννηθησομένου ῥώμης. Το στοιχείο της ἀπάτης δικαιολογείται επίσης: διὸ καὶ
βουλόμενον τὴν ἐπιπλοκὴν νόμιμον ποιήσασθαι βιάσασθαι μὲν μὴ βουληθῆναι, πεῖσαι
δ’ οὐδαμῶς ἐλπίζειν διὰ τὴν σωφροσύνην· τὴν ἀπάτην οὖν προκρίναντα διὰ ταύτης
παρακρούσασθαι τὴν Ἀλκμήνην, Ἀμφιτρύωνι κατὰ πᾶν ὁμοιωθέντα.
Γ. Ο Υγίνος (Fab. 29) αφηγείται την ίδια περίπου ιστορία με τους παλαιότερους
διαφοροποιούμενος σε ορισμένα σημεία: αναφέρει ότι ο Αμφιτρύωνας εκστράτευσε
göttlichen Heros nur zur Ehre an”. Ωστόσο, όπως είδαμε, και η πίστη του Αρίστωνα
κλονίζεται και ο περίγυρος κατηγορεί την γυναίκα για μοιχεία, αλλά και χρησιμοποιούνται
αποδείξεις πάσης φύσεως (όρκος, τεκμήρια, εμπειρικά δεδομένα, μαντική), για να αποδειχθεί
η αθωότητα της γυναίκας.
9
στην Οιχαλία, αναφορά η οποία θεωρήθηκε σφάλμα του μυθογράφου,6
 κάνει λόγο με
διαφορετικό τρόπο για παράταση της νύχτας (qui tam libens cum ea concubuit ut
unum diem usurparet, duas noctes congeminaret, ita ut Alcimena tam longam noctem
ammiraretur)
7
 και σημειώνει στο τέλος ότι ο Αμφιτρύωνας δεν κοιμήθηκε με την
Αλκμήνη από εκείνη την ημέρα και εξής. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο [Υγίνος]
πλησιάζει στο τέλος της αφήγησής του την παλαιότερη μυθολογική παράδοση σε
σχέση με την στάση του Αμφιτρύωνα, όταν αναφέρει quae cum signa omnia diceret,
sensit Amphitryon numen aliquod fuisse pro se.
8
 Ο χρόνος δηλώνεται αόριστα (cum
abesset, postea), δηλαδή δεν αναφέρεται ότι πρόκειται για γεγονότα που συνέβησαν
την παραμονή της επιστροφής του Αμφιτρύωνα από την εκστρατεία. Αοριστία
υπάρχει και σε σχέση με το πώς ξεγελάστηκε η Αλκμήνη, προκειμένου να καταφέρει
ο Δίας να την πλησιάσει, δηλαδή δεν υπάρχει ρητή αναφορά σε μεταμόρφωση του
θεού, παρόλο που γενικά σε ολόκληρο το έργο του [Υγίνου] πολλές φορές
αναφέρονται μεταμορφώσεις θνητών και θεών και, ειδικότερα, οι δύο μεταμορφώσεις
του Δία στην προσπάθειά του να πλησιάσει θνητές: σε ταύρο στον μύθο της Ευρώπης
(Fab. 178) και σε χρυσή βροχή στον μύθο της Δανάης (Fab. 63). Τέλος, ο Τειρεσίας
δεν έχει θέση μέσα σε αυτήν την εκδοχή, ούτε γίνεται αναφορά σε διπλή γέννηση.
Σύντομες αναφορές στον μύθο προέρχονται και από άλλες πηγές εκτός της
μυθογραφικής παράδοσης:
Δ. Στον Αριστοτέλη (Περὶ τὰ ζῶια ἱστορίαι IX (VII) 585a 14 διαβάζουμε :
τίκτουσιν ὥσπερ δίδυμα γόνωι, καθάπερ καὶ τὸν Ἰφικλέα καὶ τὸν Ἡρακλέα
μυθολογοῦσιν.
Ε. Ο Στάτιος στην Θηβαΐδα, στ. 421-26, φαίνεται να υπονοεί τους έρωτες του
Δία με τις θνητές Ευρώπη, Αλκμήνη και Σεμέλη (σχετικά με την Αλκμήνη: nunc
vetitam currus deiungere Phoeben).
6
Jouan & Van Looy (2002) 119 σημ. 5. Εξάλλου, για την εκστρατεία του Αμφιτρύωνα
εναντίον των Τηλεβόων ή Ταφίων υπάρχουν πολλές μαρτυρίες που συμπίπτουν (βλ. στην
έκδοση της Βιβλιοθήκης από τους Goold & Frazer 1995, σελ. 173 σημ. 3). Ο [Απολλόδωρος]
αναφέρεται στα πλαίσια αυτής της εξιστόρησης στην Οιχαλία στο τέλος της παραγρ. 11 (iv):
ἔγημε δὲ καὶ Ἀλκμήνην μετὰ τὸν Ἀμφιτρύωνος θάνατον Διὸς παῖς Ραδάμανθυς, κατώκει δὲ ἐν
Ὠικαλέαις τῆς Βοιωτίας πεφευγώς.
7
 Πρβλ. Οβίδιου Trist. II 401-2 quid … et noctes cui coiere duae .
8
 Αυτός φαίνεται να είναι ο λόγος της αποχής του από την συζυγική κλίνη και όχι ο θυμός
του, όπως υποστηρίζει ο Murray (1890) 226.
10
Στ. Ο Παυσανίας (1.18. 3) αναφέρει: χιτῶνα δὲ ἐνδεδυκὼς ἀνὴρ τῆι μὲν δεξιᾶι
κύλικα, τῆι δὲ ἔχων ἐστὶν ὅρμον, λαμβάνεται δὲ αὐτῶν Ἀλκμήνη. πεποίηται δὲ ἐς τὸν
λόγον τῶν Ἑλλήνων ὡς συγγένοιτο Ἀλκμήνηι Ζεὺς Ἀμφιτρύωνι εἰκασθείς.
Ζ. Ο Αθήναιος (Δειπνοσοφισταί xi. 466d [781c]) γράφει: αὐτός γε μὴν ὁ Ζεὺς τῆς
Ἡρακλέους γενέσεως ἄξιον ἡγεῖται δῶρον Ἀλκμήνηι δοθῆναι ποτήριον, ὅπερ
Ἀμφιτρύωνι εἰκασθεὶς δίδωσιν, ‘ἁ δ’ ὑποδεξαμένα θαήσατο χρύσεον αἶψα’ ποτήριον.
Επίσης παραδίδει (xi. 474f) ότι ἀρχαιότατον δ’ ἐστὶ ποτήριον τὸ καρχήσιον, εἴ γε ὁ
Ζεὺς ὁμιλήσας Ἀλκμήνηι ἔδωκε δῶρον αὐτὸ τῆς μίξεως, ὡς Φερεκύδης ἐν τῆι δευτέραι
ἱστορεῖ καὶ Ἡρόδωρος ὁ Ἡρακλεώτης, καθώς και (xi. 475c) ότι ο Χάρων από τη
Λάμψακο ἐν τοῖς Ὥροις παρὰ Λακεδαιμονίοις φησὶν ἔτι καὶ εἰς αὐτὸν δείκνυσθαι τὸ
δέπας τὸ δοθὲν Ἀλκμήνηι ὑπὸ Διός, ὅτε Ἀμφιτρύωνι εἰκάσθη.
Οι μεταγενέστεροι μυθογράφοι –κυρίως ο [Απολλόδωρος]- διανθίζουν τις
αφηγήσεις τους με περισσότερες λεπτομέρειες που αφορούν στις πράξεις των
προσώπων, τα οποία τείνουν να διαγραφούν ως πιο ολοκληρωμένοι χαρακτήρες :
συγκεκριμένα υπάρχουν αναφορές στο παρελθόν του Αμφιτρύωνα, στον τρόπο με τον
οποίο ο Δίας προσεγγίζει την Αλκμήνη –χωρίς όμως αναφορά στα κίνητρά του περί
γέννησης ενός σωτήρα- και στις αντιδράσεις του Αμφιτρύωνα. Ωστόσο, σε κανέναν
από τους μυθογράφους αυτούς δεν γίνεται λόγος για την απόπειρα του Αμφιτρύωνα
να τιμωρήσει την Αλκμήνη και μάλιστα τόσο σκληρά, ώστε να επιδιώκει να την
κάψει ζωντανή, ενώ αυτή έχει καταφύγει σε βωμό. Το γεγονός αυτό, μεταξύ άλλων,
επικαλούνται όσοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει σκηνή με πυρά στο ευριπίδειο
δράμα,9
 γεγονός που αποτελεί μεν ισχυρό επιχείρημα, το οποίο όμως είναι σκόπιμο
να εξεταστεί.
Ο [Απολλόδωρος] θεωρείται αξιόπιστη πηγή, προκειμένου να εξαγάγουμε
συμπεράσματα, κυρίως χάρη στον σεβασμό με τον οποίο φαίνεται ότι ο ίδιος
μεταχειρίζεται τις πηγές του.10 Ακολουθεί σε πολλές περιπτώσεις πιστά την εκδοχή
του μύθου που υιοθετούν οι μεγάλοι τραγικοί ποιητές. Ωστόσο, δεν πρέπει να
παραβλέψουμε το γεγονός ότι σε εξίσου πολλές περιπτώσεις διαφοροποιείται.
9 Aélion (1981) 229-31.
10 Βλ. Frazer στην έκδοση της Βιβλιοθήκης (1995) xix. Δυστυχώς το έργο του Ασκληπιάδη
από τoν Τράγιλο, που συνιστά μία από τις σημαντικότερες πηγές του [Απολλόδωρου] και που
θα συνεισέφερε σημαντικά στο ζήτημα που μας ενδιαφέρει εδώ, εφόσον αποτελούσε
επισκόπηση των τραγωδιών, δεν σώζεται.
11
Ειδικότερα σε σχέση με τον Ευριπίδη παρατηρείται το φαινόμενο να μην
υιοθετούνται στην Βιβλιοθήκη ορισμένες εκδοχές που αποτελούν καινοτομίες του.
Χωρίς η έρευνά μας να είναι εξαντλητική και έχοντας συνείδηση του γεγονότος ότι οι
στατιστικές μελέτες χάνουν σημαντικό μέρος της αξίας τους όταν το εξεταζόμενο
δείγμα δεν είναι αντιπροσωπευτικό, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε ορισμένα
χαρακτηριστικά παραδείγματα που αφορούν σε συγκεκριμένο τύπο ευριπίδειας
καινοτομίας. Πρόκειται για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες γεγονότα που προκύπτουν
αναπάντεχα και που ως τέτοια τα βιώνει ένα δραματικό πρόσωπο, αποτελούν
καινοτομίες στον μύθο οι οποίες αποσκοπούν στο να αιφνιδιάσουν και το κοινό.11
Στις πέντε από τις έξι περιπτώσεις που επιλέγονται από την McDermott ως
ανήκουσες σε αυτόν τον τύπο καινοτομίας διαπιστώνουμε ότι ο [Απολλόδωρος]
απομακρύνεται από την ευριπίδεια εκδοχή, την οποία δεν παραθέτει ούτε καν ως
εναλλακτική: πρόκειται για την παρουσία του σφετεριστή Λύκου (Ηρακλής), για την
μεταφορά του αιχμάλωτου από τον Ιόλαο Ευρυσθέα στην Αλκμήνη (Ηρακλείδες), για
την συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο του Ετεοκλή και του Πολυνείκη ενώπιον της
Ιοκάστης στον Αγώνα12 των Φοινισσών, για την εμφάνιση του φαντάσματος του
Πολύδωρου και την παρουσία του Πολυμήστορα (Εκάβη) και, τέλος, για την
απόπειρα του Ορέστη και του Πυλάδη να σκοτώσουν την Ελένη και να συλλάβουν
όμηρο την Ερμιόνη (Ορέστης). Το γεγονός αυτό καθεαυτό της μη υιοθέτησης από
τον [Απολλόδωρο] αυτών των στοιχείων των τραγωδιών του Ευριπίδη δεν
αποδεικνύει ότι το ίδιο συνέβη και με την πιθανή ύπαρξη της πυράς στην Αλκμήνη -
άλλωστε δεν έχει αποδειχθεί ότι η σκηνή της πυράς αποτελεί ευριπίδεια καινοτομία.
Θα μπορούσε όμως να λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα στις περιπτώσεις εκείνες στις
οποίες ο [Απολλόδωρος] φαίνεται να ακολουθεί κατά γράμμα τον Ευριπίδη.
Σχολιάζοντας την στάση του Υγίνου απέναντι στον μύθο της Αλκμήνης και,
συγκεκριμένα, την απουσία αναφοράς σε σκηνή βωμού και σε εμφάνιση από μηχανής
11 McDermott (1991) 124. Ο λόγος των δραματικών προσώπων που έρχονται αντιμέτωπα με
το αναπάντεχο στις περιπτώσεις αυτές χαρακτηρίζεται από δισημία (“Double meaning”):
“Thus, when a character says words that express the novelty of a turn of events, these words
may not only apply at the level of dramatic action, but also reflect the response of the
audience as they discover that the plot is departing from a predictable mythic track”.
12 Για την σχέση των καινοτομιών του Ευριπίδη με τον Αγώνα βλ. Στεφανόπουλος (1980) 38-
40. Παρόμοιος συσχετισμός του στοιχείου που συνιστά καινοτομία με τον Αγώνα μπορεί να
διαπιστωθεί και στους Ηρακλείδες , στην Εκάβη, στον Ηρακλή.
12
θεού, ο Stärk13 αναφέρει ότι οι μυθογράφοι δεν ενδιαφέρονταν για όσα συνέβαιναν
επί σκηνής. Ωστόσο, η οργή του Αμφιτρύωνα και η απόπειρά του να τιμωρήσει την
Αλκμήνη –όποια μορφή και αν λάμβανε αυτή η τιμωρία-, καθώς και η θεϊκή
παρέμβαση δεν έχουν να κάνουν μόνο με την σκηνική πραγμάτωση, αλλά και με
αυτήν καθεαυτήν την υπόθεση, δηλαδή την ιστορία. Το ζήτημα της αξιοπιστίας του
Υγίνου θα μας απασχολήσει στην συνέχεια, εφόσον το σχετικό κείμενό του αποτελεί
σημαντική -μάλλον όμως ελλείψει πληθώρας- πηγή. Υπάρχουν ορισμένοι παράγοντες
οι οποίοι καθιστούν προβληματική την ενασχόληση με το έργο του Υγίνου
γενικότερα: η χρονολόγησή του, τα στάδια επεξεργασίας του, οι δημιουργοί που
ενεπλάκησαν στα στάδια αυτά, η ανομοιογένεια του περιεχομένου του, καθώς και η
παράδοσή του είναι μερικά από τα προβλήματα που τίθενται ενώπιον όποιου
επιδιώκει ασφαλή συμπεράσματα, επισημαίνει ο Breen επανεξετάζοντας και
επανεκτιμώντας το έργο του Υγίνου.
14 Οι δύο αναφορές στον Ευριπίδη (Fab. 4 Ino
alia Euripides και Fab. 8 Eadem (Antiope) Euripides), καθώς και ο χαρακτήρας της
Υπόθεσης που έχουν ορισμένοι από τους μύθους του Υγίνου, οδήγησαν στην άποψη
ότι και άλλοι μύθοι προέρχονται από Υποθέσεις τραγωδιών και μάλιστα του
Ευριπίδη. Ωστόσο, έχει καταδειχθεί ότι αυτό δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί με
βεβαιότητα, τόσο γιατί, ενώ πολλοί μύθοι θα μπορούσαν να συσχετιστούν με
τραγωδίες του Ευριπίδη, μόνο σε δύο από αυτούς υπάρχει η σχετική αναφορά, όσο
και επειδή υπάρχουν και πολλοί άλλοι μύθοι που δεν γνωρίζουμε να αποτελούν
αντικείμενο πραγμάτευσης τραγωδιών.15 Εξάλλου, παρατηρούνται πολλές
παραλείψεις «αδικαιολόγητες» εκδοχών οι οποίες προέρχονται από διάφορες πηγές (
μεταξύ άλλων και από τον Ευριπίδη) και, γενικότερα, μία τάση για συνοπτική
παρουσίαση των μύθων και για αποκλίσεις, όχι στα γενικά περιγράμματα, αλλά στα
επιμέρους στοιχεία τους. Όλα τα παραπάνω οδηγούν τον Breen στην ακόλουθη
διαπίστωση: “We might then view the Fabulae, in essence, as a collection of ‘potted
versions’ of great literary works which accumulated parasitical material over a period
of time”.16 Με αυτά τα δεδομένα όμως δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η
13 Stärk (1982) 298.
14 Breen (1991).
15 Για τις διαπιστώσεις αυτές βλ. αντίστοιχα Breen (1991) 91 - όπου μάλιστα αναφέρεται ως
παράδειγμα η Αλκμήνη - και 169.
16 Breen (1991) 164.
13
απουσία ενός στοιχείου πλοκής από την διήγηση του Υγίνου οδηγεί αναγκαστικά
στον αποκλεισμό του από το έργο του Ευριπίδη.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάγνωση των μυθογραφικών πηγών γίνεται
ορισμένες φορές με τρόπο εκβιαστικό, που οδηγεί σε ανακρίβειες στην εξαγωγή
συμπερασμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το θέμα της καταιγίδας ως
εκδήλωσης της θεϊκής βούλησης. Ο Murray17 και ο Séchan18
-στην προσπάθειά τους
να δικαιώσουν μία άλλη πηγή, δηλαδή τις αγγειογραφίες τις οποίες θα εξετάσουμε
στην συνέχεια- καταφεύγουν στον [Απολλόδωρο] (II. VII. 7) και, αναφερόμενοι στο
τέλος του Ηρακλή στην Οίτη, κάνουν λόγο για ‘storm’ και για ‘tempête’ αντίστοιχα,
υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για παρόμοια σκηνή με αυτήν της γέννησης του
Ηρακλή στην Αλκμήνη του Ευριπίδη, γέννηση η οποία συνοδεύεται από σκηνή πυράς
και καταιγίδας. Ο [Απολλόδωρος] ωστόσο στο εν λόγω χωρίο αναφέρει: καιομένης δὲ
τῆς πυρᾶς λέγεται νέφος ὑποστὰν μετὰ βροντῆς αὐτὸν εἰς οὐρανὸν ἀναπέμψαι. Δεν
υπάρχει αναφορά σε καταιγίδα.
17 Murray (1890) 228.
18 Séchan (1926) 246.
14
Iii. Οι Αγγειογραφίες ως μαρτυρίες
Μεγάλη προσοχή επιβάλλεται γενικότερα στην χρήση των αγγειογραφιών ως
μαρτυριών οι οποίες λειτουργούν ενισχυτικά στην προσπάθεια για ανασύνθεση των
αποσπασματικά σωζόμενων δραμάτων. Ωστόσο, θεωρώντας ότι οι παραστάσεις στα
αγγεία -αν και δεν αποτελούν επιβεβαιωμένα εικονογραφήσεις συγκεκριμένων
θεατρικών παραστάσεων ή έργων- μπορούν να παράσχουν πληροφορίες για τους
τρόπους με τους οποίους έχουν υπάρξει οι μύθοι, και με δεδομένο το ότι φορείς
αυτών των τρόπων ύπαρξης ήταν τα δραματικά έργα και κατεξοχήν οι τραγωδίες,
νομίζουμε ότι έχει θέση εδώ η ενασχόληση με τις αγγειογραφίες.
Στην περίπτωση της Αλκμήνης ειδικότερα, η στάση των μελετητών απέναντι
στην αξιοποίηση των αγγειογραφιών, για τις οποίες εικάζεται ότι αναπαριστούν
σκηνές από τον σχετικό μύθο, ποικίλλει από την ένθερμη παραδοχή ότι παρέχουν
έγκυρες πληροφορίες για το χαμένο ευριπίδειο δράμα ως την έντονη
επιφυλακτικότητα ή και την απόρριψή τους ως πηγών που θα μπορούσαν να
αποτελέσουν testimonia για το συγκεκριμένο έργο.
Σύντομη αναφορά στις διαφορετικές απόψεις σε σχέση με το ζήτημα αυτό
κρίνεται απαραίτητη για δύο λόγους. Πρώτον, διότι μετά την κριτική έκδοση των
αποσπασμάτων του Ευριπίδη από τον Kannicht,
19 προστέθηκαν στις πέντε
αγγειογραφίες που εξετάζονται στο μνημειώδες αυτό έργο ακόμη τρεις,
20 οι οποίες
παρέχουν επιπλέον πληροφορίες αναφορικά τόσο με την ανασύνθεση της υπόθεσης
του δράματος όσο και με την αξιολόγηση των ήδη γνωστών αγγειογραφιών ως
μαρτυριών. Δεύτερον, το ζήτημα της αξιοπιστίας των αγγειογραφιών, στις ευρύτερες
διαστάσεις του, επανατοποθετείται σε νέα βάση από μελετητές όπως ο Trendall,
21 ο
Green,
22 και ο Taplin,
23 που χαλιναγωγούν τον παλαιό ενθουσιασμό όσων με
βεβαιότητα συνέδεαν αγγειογραφίες με συγκεκριμένα δραματικά έργα. Επιπλέον,
χωρίς να εγκαταλείπουν προηγούμενες απόψεις τους, τις δοκιμάζουν στο πεδίο της
εφαρμογής στην πράξη, δείχνοντας μεγαλύτερη προσοχή σε ό,τι αφορά στην σχέση
19 Kannicht (2004).
20 Cropp (2006).
21 Trendall (1991).
22 Green (1991).
23 Taplin (2007)
15
των δύο τεχνών και υιοθετώντας, για το λόγο αυτό, διατυπώσεις που χαρακτηρίζονται
από επιφυλακτικότητα, η οποία πολλές φορές αγγίζει τα όρια της διπλωματικότητας,
όπως θα φανεί στην συνέχεια.
Την συζήτηση γύρω από την υπόθεση της Αλκμήνης με βάση αγγειογραφίες
που προέρχονται από την Μεγάλη Ελλάδα ανοίγει ο Engelmann το 187224, ο
εισηγητής της άποψης ότι οι αγγειογραφίες LIMC ‘Αλκμήνη’5,6 (εδώ εικ. 1, 2) σε
συνδυασμό με τους στίχους 83-88 (και κυρίως με τον στ. 86) από τον Rudens του
Πλαύτου μπορούν να συμβάλουν στην ανασύνθεση της χαμένης τραγωδίας.
Ενθουσιώδης υποστηρικτής, μεταξύ άλλων, αυτής της άποψης υπήρξε ο Séchan που
προχώρησε περαιτέρω σε ερμηνεία των σωζόμενων αποσπασμάτων στηριζόμενος
στην πρόταση του Engelmann, η οποία, άλλωστε, αποτέλεσε αφετηρία και για άλλες
προσπάθειες ανασύνθεσης με αρκετές διαφορές στις λεπτομέρειες.
25 Κοινό
χαρακτηριστικό αυτών των προσπαθειών ήταν η εκκίνηση από την αντίληψη ότι οι
συγκεκριμένες αγγειογραφίες μπορούσαν να θεωρηθούν αξιόπιστες μαρτυρίες.
Έχοντας ως αφετηρία την ίδια αντίληψη ο Schwartz, διαφοροποιήθηκε σημαντικά
απορρίπτοντας την θεωρούμενη ως τότε επικρατέστερη υπόθεση για την ευριπίδεια
Αλκμήνη.
26 Στην θέση της προτείνει ως κεντρικό θέμα του δράματος τον θάνατο και
την αποθέωση του Ηρακλή. Αυτό που είναι σκόπιμο να αναφερθεί εδώ είναι η
επιχειρηματολογία του όσον αφορά στις αγγειογραφίες, η οποία θεωρήθηκε πειστική
και ενισχύθηκε περαιτέρω από την Aélion, παρόλο που η τελευταία δεν αποδέχτηκε
την πρότασή του ανασύνθεσης της υπόθεσης.27 Ο Schwartz, γενικεύοντας το
συμπέρασμα που προκύπτει από ένα, κατά τη γνώμη του, ‘παράλληλο’, δείχνει ότι οι
ανήκοντες στο περιβάλλον του Ασστέα αγγειογράφοι αντλούσαν την έμπνευσή τους
και από έργα άλλων δραματουργών εκτός του Ευριπίδη, αμφισβητεί την χρήση του
ευριπίδειου δράματος ως προτύπου στην περίπτωση του ζωγράφου Πύθωνα, δηλαδή
του δημιουργού της αγγειογραφίας της εικ. 1, ο οποίος επίσης ανήκε στο περιβάλλον
24 Σύμφωνα με τον Murray (1890) 225. Για τη συμβολή του Engelmann στην συζήτηση αυτή
και για τις απόψεις που προηγήθηκαν της δικής του ερμηνευτικής πρότασης βλ. και Séchan
(1967) 240-248.
25 Séchan (1967) 241 και σημ. 3.
26 Schwartz (1951).
27 Aélion (1981).
16
αυτό.
28 Η Aélion τοποθετεί την ένσταση αυτή σε σωστότερες διαστάσεις: ούτε η
χρονολόγηση του εν λόγω αγγείου, ούτε η προσωπικότητα του δημιουργού του
οδηγούν αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι η έμπνευσή του πηγάζει από τον
Ευριπίδη.
29
Εύλογα η χρήση των αγγειογραφιών ως πηγών πληροφόρησης, παρ’ όλα τα
προβλήματα που ανακύπτουν, ασκεί γοητεία και υιοθετείται από σημαντικούς
μελετητές πάνω από έναν αιώνα και μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, και ακολουθώντας
χρονολογική σειρά, αναφερόμαστε πρώτα στον Murray, ο οποίος επαναδημοσιεύει
τον κρατήρα του Πύθωνα (εικ. 1) και εκκινώντας από τις απόψεις του Engelmann
προχωράει, αφενός, σε δική του πρόταση σχετικά με το περιεχόμενο του δράματος
και, αφετέρου, σε δική του ερμηνεία αναφορικά με την αίσθηση κωμικότητας που
θεωρήθηκε ότι απέπνεε η συγκεκριμένη παράσταση, στοιχείο που συνυπολογίζεται
ως σημαντικό όχι μόνο σχετικά με την τεχνοτροπία του, αλλά και με την πηγή
έμπνευσης του ζωγράφου.
30 Πολύ αργότερα ο Webster,
31 στηριζόμενος σε τρεις
αγγειογραφίες (εικ. 1, 2 και 6) και χωρίς να διατυπώνει επιφυλάξεις για την
αξιοπιστία τους, ερμηνεύει τα σωζόμενα αποσπάσματα, ενώ μαζί με τον Trendall32
περιλαμβάνουν στο σύνολο των αγγειογραφιών που σχετίζονται με έργα του
Ευριπίδη τρεις παραστάσεις (ΙΙΙ 3.6, ΙΙΙ 3.7, ΙΙΙ 3.8 που αντιστοιχούν στις εικ.6, 4, 1)
μην αφήνοντας να διαφανεί κάποια αμφιβολία για τη σχέση τους με την ευριπίδεια
Αλκμήνη και αποδεχόμενοι σε πολλά σημεία –αν και όχι σε όλα- την πρόταση του
Engelmann.
Τέλος, οι εκδότες των αποσπασμάτων της Αλκμήνης Jouan & van Looy33 και
Kannicht34 διατηρούν επιφυλάξεις σε ό,τι αφορά στην αξιοπιστία των
28 Τα υπόλοιπα επιχειρήματά του που αφορούν στην ερμηνεία του Rudens 86 και στα
σωζόμενα αποσπάσματα της Αλκμήνης εξετάζονται στην επόμενη ενότητα της μελέτης αυτής.
29 Aélion (1981) 229.
30 Murray (1890).
31 Webster (1967) 92-4. Ωστόσο, επικρίνεται για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει την
ανασύνθεση των αποσπασμάτων και για την ελλιπή θεμελίωση των απόψεών του στους
McHardy, Robson & Harvey (2005) 45 και σημ. 127 όπου γίνεται αναφορά σε σχετικές
βιβλιοκρισίες.
32 Trendall & Webster (1971) 76-7.
33 Jouan & van Looy (2002).
34 Kannicht (2004).
17
προαναφερομένων παραστάσεων αγγείων. Οι πρώτοι παρουσιάζουν εν συντομία την
υπάρχουσα συζήτηση, χωρίς να παίρνουν θέση οι ίδιοι και, έχοντας στην διάθεσή
τους περιορισμένο αριθμό αγγειογραφιών (LIMC εικ. 1, 2, 6), καταλήγουν, εν
τούτοις, στο να διατυπώνουν -ολοκληρώνοντας την απόπειρά τους για προσδιορισμό
της υπόθεσης του έργου- σχόλια για το ιδεολογικό του περιεχόμενο και τις προθέσεις
του ποιητή.
35 Ο δεύτερος, στηριζόμενος σε μεγαλύτερο αριθμό αγγειογραφιών (εικ.
1-4 και 6), απομονώνει μία από αυτές (εικ. 6), επισημαίνοντας ότι η συγκεκριμένη θα
μπορούσε να σχετίζεται με το ευριπίδειο δράμα, εφόσον χρονολογείται περίπου το
400 π.Χ., δηλαδή προηγείται των ομότιτλων δραμάτων του 4ου π.Χ. αιώνα.
36
Ωστόσο, ο Kannicht, αν και περιλαμβάνει τις αγγειογραφίες στα Testimonia, δεν τους
χαρίζει ανεπιφύλακτα αυτόν τον χαρακτηρισμό, αφού αναφέρονται ως fortasse
referendae.
Αυτό που θα θεωρούσε κανείς αξιοπρόσεχτο είναι ότι την ίδια παράσταση
(εικ. 6) ξεχωρίζουν, εκτός από τον Kannicht, και άλλοι μελετητές, όπως ο Taplin37
και η Ε.-Μ. Schmidt38, με διαφορετικό ο καθένας τρόπο και καταλήγοντας σε
διαφορετικά συμπεράσματα. Τις απόψεις τους θα δούμε αμέσως παρακάτω,
τοποθετώντας τους σε μία συζήτηση, παρόλο που αυτή δεν φαίνεται να
πραγματοποιήθηκε ποτέ ως την στιγμή αυτή.
39
Ο Taplin σχολιάζει επιλεκτικά δύο αγγειογραφίες από τις έξι που δηλώνει ότι
έχει υπόψη του, αυτήν της εικ. 6 (αυτήν δηλαδή που προκρίνει και ο Kannicht),
δίνοντάς της τον αριθμό 57 στην δική του συλλογή, και μία ακόμη με τον αριθμό 58,
η οποία στο LIMC έχει τοποθετηθεί στο λήμμα ‘Τειρεσίας’ (αριθ. 4, εδώ εικ. 7) και
την οποία έχει ήδη συμπεριλάβει στην συζήτηση για την Αλκμήνη η Ε.-Μ. Schmidt
(2003). Για την συμβολή της πρώτης αγγειογραφίας στην ανασύνθεση της ευριπίδειας
35 Jouan & van Looy (2002) 128.
36 Παρόμοια και η Ε.-Μ. Schmidt (2003) 67, η οποία παρατηρεί επιπλέον ότι ο ζωγράφος της
εικ. 6 ανήκει στην παράδοση της αττικής αγγειογραφίας.
37 Taplin (2007) 170-4.
38 Schmidt E.-M. (2003).
39 Η Ε.-Μ. Schmidt (2003) παραπέμπει στον Taplin (1993, 1998) ο οποίος στο τελευταίο του
σχετικό έργο (2007) δείχνει να αγνοεί (;) το σχετικό με την Αλκμήνη άρθρο της , πράγμα που
επισημαίνεται και από τον Green (2007) στην βιβλιοκρισία του για το έργο του Taplin.
Ωστόσο, το άρθρο αυτό θεωρείται ότι συνεισφέρει στην έρευνα, αν κρίνει κανείς και από την
αναφορά σε αυτό του Cropp στην βιβλιοκρισία του για το TrGF, V5.1-2 του Kannicht.
18
Αλκμήνης δείχνει αρκετά συγκρατημένος και, ενώ επισημαίνει την σπουδαιότητά της,
δεν προσδιορίζει τους λόγους. Όσον αφορά στην άλλη παράσταση (58) ο Taplin –
πολύ προσεκτικά, είναι αλήθεια- βλέπει περισσότερη σχέση με το έργο του Ευριπίδη,
πράγμα που καθίσταται εμφανές από την διατύπωση που υιοθετεί: “possibly related
to Euripides’ Alkmene”
40 και “in conclusion, I think it is quite likely, though still far
from certain, that this vase would have been enriched for the viewer who had seen a
tragic performance –more likely than not the Alkmene of Euripides.” Αφού εξετάσει
την σχέση της αγγειογραφίας αυτής με τις υπόλοιπες πέντε, προκρίνει την παρουσία
τής μορφής του Τειρεσία ως σημαντικό στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της επίδρασης
κάποιας τραγωδίας στην απεικόνιση αυτού του θέματος, σε συνδυασμό με την
συνήθη τεχνοτροπία του καλλιτέχνη, όταν πρόκειται για μυθολογικές σκηνές που
απαντώνται σε τραγωδίες. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πηγή έμπνευσης για
όλες τις αγγειογραφίες στις οποίες έχει αναφερθεί είναι η ίδια τραγωδία,
επισημαίνοντας ότι τρία κοινά μεταξύ τους στοιχεία παραπέμπουν στην ίδια εκδοχή:
ο συνδυασμός βωμού και πυράς, η παρουσία του Ερμή και η ύπαρξη του ουράνιου
τόξου.41 Θεωρεί σχεδόν βέβαιη την παρουσία του Τειρεσία στο δράμα: ο Τειρεσίας
συμβουλεύει, ενώ ο Αμφιτρύων απορρίπτει τις συμβουλές του.
Σημαντική προς την ίδια κατεύθυνση φαίνεται να είναι η συμβολή της E.-M.
Schmidt η οποία, μελετώντας την παράσταση της άνω ζώνης ενός θραύσματος από
απουλικό αγγείο ταφικής λατρείας (εδώ εικ. 8), την ταυτίζει με σκηνή από τον μύθο
της Αλκμήνης. Η παράσταση σώζεται μερικώς, αλλά τα σημεία που είναι στην
διάθεση των μελετητών χαρακτηρίζονται επαρκή για να στηρίξουν μία τέτοια άποψη:
ο βωμός, η γυναικεία μορφή που είναι καθισμένη επάνω του και η αμφίεσή της, και,
τέλος, τα κλαδιά που βρίσκονται πεσμένα στο έδαφος μπροστά από τον βωμό.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι δύο μορφές που φαίνονται να απομακρύνονται από το
κέντρο της σκηνής, το οποίο καταλαμβάνει ο βωμός, έχοντας όμως την προσοχή τους
στραμμένη προς τα εκεί. Η Schmidt E.-M. υποθέτει με πειστικά επιχειρήματα ότι
πρόκειται για τον Τειρεσία και τον νεαρό συνοδό του και κάνοντας έναν αναλογικό
συλλογισμό φαντάζεται μία σκηνή της Αλκμήνης του Ευριπίδη παρόμοια με εκείνη
του Οιδίποδα Τύραννου στην οποία ο Οιδίποδας οργίζεται με τον Τειρεσία και τον
40 Στην εισαγωγή του ο Taplin (2007) 3 διευκρινίζει ότι: “by possibility I mean seriously
possible, not merely remotely possible”.
41 Taplin (2007) 170 και σημ. 14.
19
αποπέμπει. Παρόμοια είναι και η άποψη του Taplin, όπως είδαμε προηγουμένως, για
τον ρόλο του Τειρεσία σχετικά με την παράσταση την καταχωρισμένη με τον αριθμό
58. Στο σημείο αυτό και στην αξιοποίηση της αγγειογραφίας της εικ. 7 ως μαρτυρίας
για την ευριπίδεια Αλκμήνη οι δύο μελετητές συμπίπτουν. Υπάρχει όμως μία
καθοριστική διαφορά μεταξύ τους: η Schmidt E.-M. αυξάνει τον αριθμό των
αγγειογραφιών που πιθανόν σχετίζονται με την Αλκμήνη σε οκτώ και διαιρεί σε δύο
ομάδες τις γνωστές ως τώρα παραστάσεις σε αγγεία, με βάση όχι μόνο το τί
περιλαμβάνουν θεματικά αλλά και το ύφος τους, την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που
αποπνέουν και τον τρόπο με τον οποίο τις προσλαμβάνει ο θεατής. Στην πρώτη
ομάδα ανήκουν οι αγγειογραφίες των εικ. 6 και 7, καθώς και το θραύσμα που εισάγει
στη συζήτηση η Schmidt E.-M.. Την δεύτερη ομάδα συναποτελούν οι αγγειογραφίες
των εικ.1, 2, 3, 4 και ένα θραύσμα από σκύφο από την Σικελία του τρίτου τετάρτου
του 4ου π.Χ. αι. το οποίο δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο του LIMC και που ο
Taplin το καταχωρίζει με τον αριθμό 10642 στις περιπτώσεις των αταύτιστων
αγγειογραφιών (εδώ εικ. 5). Τα χαρακτηριστικά των παραστάσεων της δεύτερης
ομάδας –αντιπροσωπευτική των οποίων θεωρείται η παράσταση της εικ. 1 – είναι ότι
τα αγγεία που τις φέρουν προέρχονται από διαφορετικές περιοχές της Κάτω Ιταλίας
και ότι οι παραστάσεις κορυφώνονται σε ένα tableau με εκφραστικές χειρονομίες,
Υάδες (ηχηρό θέαμα) και υφέρπουσα κωμικότητα.43 Στην πρώτη ομάδα των
απουλικών αγγείων οι ζωγράφοι φαίνεται να αποδίδουν τον μύθο με διαφορετικό
τρόπο: παραβλέποντας τις εικονογραφικές διαφορές ως δευτερεύουσες, η Schmidt E.-
M. κρίνει ως καθοριστικό τον τρόπο παρουσίασης του γεγονότος, δηλαδή την ήρεμη
πραγμάτευση του θέματος από την οποία απουσιάζει κάθε κωμική νότα, καθώς και το
εσωτερικό στοιχείο της ‘μεταβατικότητας’ (‘transitorische’) δηλαδή το μη
τετελεσμένο, το μετέωρο σε αντίθεση με το προδιαγεγραμμένο ευτυχές τέλος με την
συμβολή των Υάδων, το οποίο υπονοείται στις αγγειογραφίες της δεύτερης ομάδας.
Με αφετηρία αυτές τις παρατηρήσεις, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να
αναζητήσουμε διαφορετικές πηγές έμπνευσης για τις δύο ομάδες αγγειογραφιών. Η
42 Κωμικό χαρακτήρα αναγνωρίζει στην αγγειογραφία αυτή ο Green (2007), διατηρώντας
όμως πολλές επιφυλάξεις για την απόδοσή της στο μύθο της Αλκμήνης : “A possible but
unlikely Alkmene”.
43 Κωμικό χαρακτήρα αναγνωρίζουν και ο Wecklein (1890) κατά τη μαρτυρία του Séchan
(1967) 248 και ο Murray (1890) 228-29.
20
πρώτη ομάδα πιθανόν σχετίζεται με την Αλκμήνη του Ευριπίδη, ενώ η δεύτερη πρέπει
να συνδεθεί με άλλη πηγή, ίσως με ιλαροτραγωδία ή κωμωδία.
Παρόλο που ο Taplin και η Schmidt E.-M. διαφοροποιούνται στο ζήτημα της
κατάταξης των αγγειογραφιών και, κατ’ επέκταση, και του λογοτεχνικού προτύπου
τους, είναι σημαντικό ότι συμπίπτουν σχετικά με την εμφάνιση του προσώπου του
Τειρεσία και με την μεταχείριση που, πιθανώς, του έγινε από τον Αμφιτρύωνα. Το
στοιχείο της χρονικής απόστασης των αγγείων LIMC 4 ‘Αλκμήνη’ (εικ. 6) και LIMC
4 ‘Τειρεσίας’ (εικ. 7) δεν αξιολογείται ως εμπόδιο για τον συσχετισμό τους. Ο Taplin
επιλέγει να τα παρουσιάσει στο τελευταίο έργο του αλλά χωρίς να τα συσχετίζει με
κάποιο τρόπο44, ενώ η Schmidt E.-M. τα συνδέει θεωρώντας παράγοντες
σημαντικότερους από τη χρονολόγηση των αγγείων τον τόπο κατασκευής τους
(Απουλία) και την τεχνοτροπία τους.
Είναι παρακινδυνευμένο να πάρει θέση κανείς σε σχέση με αυτές τις απόψεις,
τη στιγμή μάλιστα που, αφενός, τα σωζόμενα αποσπάσματα δεν παρέχουν έρεισμα
για κάτι τέτοιο και που, αφετέρου, η μυθογραφική παράδοση παρουσιάζει
διαφορετική εκδοχή της ιστορίας, όπως φάνηκε στην προηγούμενη ενότητα. Πριν
επιχειρήσουμε να διατυπώσουμε την άποψή μας αναφορικά με όλα τα παραπάνω, θα
εξετάσουμε ευθύς αμέσως την συνδρομή του στίχου 86 του Rudens στην διερεύνηση
της ευριπίδειας Αλκμήνης.
44 Το γεγονός ότι μένουν αρκετά σημεία ακάλυπτα στην εξέταση των εν λόγω αγγειογραφιών
από τον Taplin πιθανώς οφείλεται, σύμφωνα με τον Green (2007), στο ότι με το έργο αυτό
αποβλέπει σε ένα ευρύτερο κοινό, όχι αποκλειστικά σε ειδικούς. Ανάλογη παρατήρηση, η
οποία όμως γίνεται με άκομψο –τουλάχιστον- τρόπο, βλ. στον Billing (2008) 235.
21
Iiii. Rudens 86
Είναι γενικά παραδεκτό ότι ο στ. 86 από τον Rudens του Πλαύτου (non ventus
fuit verum Alcumena Euripidi) μπορεί να συμπεριληφθεί στα Testimonia της
ευριπίδειας Αλκμήνης. Αυτό που εξακολουθεί να αποτελεί θέμα συζήτησης είναι ο
τρόπος με τον οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί περαιτέρω το χωρίο αυτό.
Πρώτος ο Engelmann45 θεώρησε ότι το παραπάνω απόσπασμα λειτουργεί
ενισχυτικά στην πρότασή του για ανασύνθεση της υπόθεσης της χαμένης τραγωδίας
με βάση τις αγγειογραφίες, υποστηρίζοντας ότι στο ευριπίδειο δράμα η πυρά που
άναψε ο Αμφιτρύωνας με σκοπό να εκδικηθεί την Αλκμήνη σβήνει με μία καταιγίδα
σταλμένη από τον Δία. Σε αυτήν την σωτήρια παρέμβαση αναφέρεται, κατά τον
Engelmann, αλλά και αρκετούς άλλους,46 το χωρίο του Rudens.
To 1951 o Schwartz,
47 στην προσπάθειά του να ανατρέψει την υπόθεση του
Engelmann, επανεξετάζει το εν λόγω χωρίο και σημειώνει ότι η λέξη tempestas
(Rudens, 83) σημαίνει ‘θύελλα’ (ή ό,τι και το αρχαιοελληνικό ‘χειμών’) και όχι
‘βροχή’ ή ‘καταιγίδα’, καθώς και ότι αυτή η σημασία είναι περισσότερο συμβατή με
το στοιχείο του τόπου (αφρικανική Κυρήνη) στον οποίο διαδραματίζεται το έργο.
Επίσης, συγκρίνοντας την υποτιθέμενη σκηνή της καταιγίδας που σβήνει την πυρά με
την παράλληλή της από την ηροδότεια αφήγηση για τον Κροίσο (I. 86-87), παρατηρεί
ότι στην τελευταία ο συγγραφέας κάνει σαφέστατα λόγο για νέφη και βροχή, πράγμα
που δεν συμβαίνει στον Rudens. Τέλος, προσθέτει ότι η επί σκηνής παρουσίαση μιας
τέτοιας καταιγίδας στο ευριπίδειο έργο, ή μια ζωντανή και λεπτομερής περιγραφή
της, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά την δημιουργία της έκφρασης παροιμιώδους
χαρακτήρα με την Αλκμήνη του Ευριπίδη.
Ο Jocelyn48 επίσης αντιτίθεται στην γενικά παραδεκτή ερμηνεία του χωρίου,
προσθέτοντας ένα επιχείρημα λογοτεχνικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το οποίο η
έκφραση «verum Alcumena Euripidi» δεν αναφέρεται στο δράμα αλλά στο
45 Βλ. σημ. 24.
46 Wilamowitz, He (1959) Τ.β’ 54 σημ.92, Duchemin (1945) 82 και σημ. 4, Friedrich (1953)
264, Séchan (1967) 245, 247-48, Webster (1967) 93, Stärk (1982) 294, West St. (1984) 294-
95, Jouan & van Looy (2002) 127, Kannicht (2004) 219.
47 Schwartz (1951) 279-80. Συμφωνεί η Aélion (1981) 228 και σημ. 21.
48 Jocelyn (1966).
22
δραματικό πρόσωπο, δηλαδή στην σφοδρότητα με την οποία αντέδρασε η Αλκμήνη
εκδηλώνοντας τον θυμό της στο έργο του Ευριπίδη. Η έκφραση αξιοποιεί την
αντίθεση των δύο συγκρινόμενων μερών, άψυχου/έμψυχου : non ventus fuit/ verum
Alcumena Euripidi. Αν επρόκειτο για το έργο, ισχυρίζεται ο Jocelyn, η αντίθεση θα
ήταν αδύναμη, δηλαδή λογοτεχνικά αναποτελεσματική.
Στις απόψεις αυτές υπήρξε άμεσα αντίλογος από τον Skutsch (1967)49: α) μία
Αλκμήνη που θα εκδήλωνε με τέτοια ένταση την οργή της, ώστε να παρομοιάζεται με
θύελλα, θα είχε ‘αξιοποιηθεί’ από την κωμωδία. β) η αντιπαραβολή της κακοκαιρίας
για την οποία γίνεται λόγος στον Rudens με την τραγωδία του Ευριπίδη είναι
λογοτεχνικά αποτελεσματική, γιατί πρόκειται για αντίθεση ανάμεσα σε διαφορετικής
οντολογικής κατηγορίας πράγματα : ένα φυσικό φαινόμενο και ένα δράμα ή ένα
φυσικό φαινόμενο και μία «θεατρική καταιγίδα». Επιπλέον, ο Skutsch επισημαίνει ότι
η αμφισημία της λέξης Alcumena ως δραματικού προσώπου και ως έργου
συνεισφέρει στην κωμικότητα του χωρίου.
Η εικόνα ενός οργισμένου Αμφιτρύωνα –πόσο μάλλον μιας οργισμένης
Αλκμήνης- δεν παραδίδεται από κανέναν από τους μυθογράφους, όπως είδαμε.
Ωστόσο, στο έργο του Ευριπίδη θα μπορούσαν να υπάρχουν ένας θυμωμένος για την
υποτιθέμενη απιστία της συζύγου του Αμφιτρύωνας και μία εξοργισμένη για την
49 Skutsch (ClR 1967). Μαζί του φαίνεται να συμφωνεί ο Stärk (1982) 294 και σημ.86. Η
Aélion (1981) 228 σημ.21 συμπαρατάσσει τους Jocelyn (1966) και Skutsch (ClR 1967)
εναντίον του Engelmann ως μη υιοθετούντες την άποψή του σχετικά με την ερμηνεία του
χωρίου του Rudens. Πράγματι, ο Skutsch στο ClR 1967 δεν αναφέρεται ρητά σε ύπαρξη
πυράς και καταιγίδας. Ωστόσο, αλλού (HSCP 1967) υποστηρίζει ότι ο στίχος 590 από τον
Ευνούχο του Τερέντιου είναι κωμική αναφορά στην μετάφραση της Αλκμήνης του Ευριπίδη
από τον Έννιο και ότι, μάλιστα, πρόκειται για τον πρώτο στίχο του έργου (qui templa caeli
summa sonitu concutit). Αναλύοντας τα επιχειρήματά του σε σχέση με αυτήν την άποψη ο
Skutsch (αυτ., 129) κάνει λόγο για σκηνή καταιγίδας (thunderstorm) η οποία έσβησε την
πυρά. Ο Wilamowitz ήδη από το 1889 (βλ. σημ. 46) είχε χαρακτηρίσει την υπόθεση ότι ο
στίχος πιθανώς αναφέρεται «ad personam turbulentam» ως ανοησία, εφόσον ο Πλαύτος
κάνει λόγο ρητά στον Rudens για κακοκαιρία, αλλά και επειδή το στοιχείο της κακοκαιρίας
διατηρείται και στον Amphitruo. Όμως η τελευταία παρατήρηση δεν ευσταθεί, διότι στην
τελευταία πράξη του Amphitruo υπάρχουν αναφορές σε θαύματα και σε ήχους κεραυνού που
τα συνοδεύουν και όχι σε κακοκαιρία: (στ. 1056) ita tanta mira in aedibus sunt facta και (στ.
1062) strepitus, crepitus, sonitus, tonitrus: ut subito,/ ut propere, ut valide tonuit.
23
αμφισβήτηση της ηθικής της ακεραιότητας και τις άδικες κατηγορίες εναντίον της
Αλκμήνη. Αν, μάλιστα, υποθέσουμε ότι οι δύο σύζυγοι μαθαίνουν, στο πρώτο στάδιο,
την αλήθεια από τον Τειρεσία, τότε η Αλκμήνη θα μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό της
όχι μόνο θύμα των άδικων κατηγοριών του συζύγου της, αλλά και του θεϊκού δόλου
και, επομένως, ο θυμός της θα μπορούσε να στρέφεται και προς αυτήν την
κατεύθυνση. Με τα παραπάνω έχουμε ήδη προχωρήσει σε επικίνδυνα εδάφη
εικασιών σχετικά με θέματα στη διερεύνηση των οποίων γνωρίζουμε ότι απαιτείται
σύνεση. Ωστόσο, αφηνόμαστε λίγο ακόμη σε αυτό το επισφαλές μονοπάτι
προχωρώντας σε ακόμη μία παρατήρηση: η ετυμολογική ανάλυση του ονόματος της
Αλκμήνης ίσως μας ανοίγει άλλο ένα παράθυρο προς την υιοθέτηση της άποψης του
Jocelyn. Μήπως πρόκειται για άλλη μία περίπτωση παρετυμολογικού λογοπαιγνίου
(ομιλούντος ονόματος)50 που δεν είναι σπάνιο στον Ευριπίδη;
Ο Jocelyn, προκειμένου να στηρίξει την άποψή του, παραθέτει παράλληλα
χωρία τα οποία ο Skutsch δεν σχολιάζει. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε έναν στίχο
του Μενάνδρου (Σαμία 210-11) που πλησιάζει πολύ σημασιολογικά με το
απόσπασμα από τον Rudens: στρόβιλος <ἤ> σκη[πτὸς <οὐκ> ἄ]νθρωπός ἐστι.
Επιπλέον, παραθέτει δύο ακόμη παράλληλα χωρία από την λατινική γραμματεία -στα
οποία αναφέρονται με παρόμοιο τρόπο ήρωες ή ηρωίδες τραγωδιών51
-, καθώς και
μερικές ακόμη περιπτώσεις σύγκρισης πραγμάτων διαφορετικής οντολογικής
κατηγορίας, όπου το ένα από τα δύο αντιπαραβαλλόμενα μέρη είναι πάντα έμψυχο


50 Πρβλ. και την περίπτωση του Πενθέα (Βάκχες 367 και 507-508, βλ. τα αντίστοιχα σχόλια
του Dodds που παραπέμπει στην έκδοση των Βακχών από τον Elmsley ο οποίος έχει
συγκεντρώσει παρόμοιες περιπτώσεις ‘ομιλούντων ονομάτων’ που είναι πολλές και
δηλωτικές) και του Πολυνείκη (Φοίνισσες 636-637), καθώς και απ. 517 Kannicht Μελέαγρε,
μελέαν γάρ ποτ’ ἀγρεύεις ἄγραν. Βλ. και Καμπίτσης (1972) 26-27. Στο λήμμα ‘Ἀλκμήνη’ στο
Etymologicum Magnum (Gaisford T.) σημειώνεται «παρὰ τὴν ἀλκὴν ἀλκήνη καὶ πλεονασμῶι
τοῦ μ , Ἀλκμήνη, ὡς Ἀλκάων Ἀλκμάων. Ἢ παρὰ τὴν ἀκμὴν ἀκμήνη καὶ Ἀλκμήνη. Οὐδὲν
γὰρ ἔχομεν εἰπεῖν ἐπὶ τούτου πλέον· κύριον γάρ ἐστι τὸ ὑποκείμενον. Οὐ δεῖ γὰρ ἐπὶ τῶν
κυρίων ἐτυ-μολογίας λαμβάνειν. Οὕτως Ἡρωδιανὸς περὶ Παθῶν».
51 Τα παραδείγματα αυτά προέρχονται από τον Κικέρωνα (Tusc. iv. 67, Fin. iv. 62, Rep. i.
30). Ο Jocelyn τα παραθέτει ως περιπτώσεις αναφοράς σε δραματικούς ποιητές και
ήρωες/πρωταγωνιστές έργων τους. Ωστόσο, τα κείμενα από τα οποία προέρχονται δεν είναι
ποιητικά/θεατρικά κείμενα αλλά πραγματείες. Ίσως αυτό να αδυνατίζει το χαρακτήρα των
παραθεμάτων ως παράλληλων περιπτώσεων. 
24
(πιο συγκεκριμένα, ανθρώπινο).52 Εξετάζοντας όμως τα προαναφερόμενα χωρία και
τον στ. 86 του Rudens βάσει της συλλογιστικής του Jocelyn, παρατηρούμε ότι ο
συγκεκριμένος στίχος διαφοροποιείται από αυτά στα εξής σημεία: το πρώτο είναι η
θέση της άρνησης. Ο στ. 86 του Rudens δομείται ως εξής: non + άψυχο (ventus) //
έμψυχο (Alcumena Euripidi). Στις περισσότερες από τις περιπτώσεις που παραθέτει ο
Jocelyn η δομή είναι άψυχο// οὐκ/non έμψυχο. Στον στίχο του Πλαύτου το έμψυχο
(ανθρώπινο) φέρει την ιδιότητα σε υψηλότερο βαθμό από το άψυχο. Αυτό το στοιχείο
υποδηλώνει την ένταση της εντύπωσης που θα είχε αφήσει είτε η αντίστοιχη σκηνή
του ευριπίδειου έργου είτε (σύμφωνα με τον Jocelyn) η Αλκμήνη ως δραματικό
πρόσωπο. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι στον στίχο του Πλαύτου δεν
αναφέρεται μόνο η ηρωίδα ή το δράμα, αλλά και ο δημιουργός. Για ποιο λόγο
συμβαίνει αυτό και τί θα μπορούσε να δηλώνει; Τέλος, όποιος κι αν είναι ο τύπος της
σύγκρισης στα παράλληλα χωρία (επτά περιπτώσεις διακρίνει ο Jocelyn), η
συλλογιστική είναι πάντα η ίδια: αυτό δεν είναι άνθρωπος, είναι κάτι πέρα από την
ανθρώπινη φύση. Αναλογικά θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε το στίχο του
Πλαύτου ως εξής: αυτό δεν είναι φυσικό φαινόμενο (άνεμος), είναι κάτι υπερφυσικό.
Πιθανώς με αυτή την φράση να γίνεται αναφορά στην σφοδρότητα των φαινομένων
με την οποία εκδηλώθηκε η θεϊκή παρέμβαση στο έργο αυτό, πράγμα το οποίο όμως
δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά την ύπαρξη καταιγίδας.53
Είναι σκόπιμο να εξετάσουμε και τα δύο επιχειρήματα του Skutsch που
αναφέρθηκαν παραπάνω: το πρώτο, αναφορικά με την παρώδηση από την κωμωδία
μιας “spitfire”


54 Αλκμήνης, βαρύνει τόσο όσο και η αντίρρηση που προβάλλεται από
την πλευρά αυτών που δεν δέχονται την ύπαρξη μιας σκηνής βωμού και κατάσβεσης
της πυράς από μια θεϊκής προέλευσης βροχή στο έργο του Ευριπίδη: πώς η κωμωδία
δεν αξιοποίησε μια τέτοια σκηνή τόσο προκλητική για παρωδία;55 Αναφορικά με το
δεύτερο επιχείρημα που έχει να κάνει με την αποτελεσματικότητα του χωρίου μέσω
52 Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής χωρία: Αισχύλου Αγαμέμνων 668 θεός τις οὐκ ἄνθρωπος,
Ευριπίδη Μήδεια 1342 λέαιναν οὐ γυναῖκα, Ευριπίδη Βάκχες 542-3 ἀγριωπὸν τέρας οὐ φῶτα
βρότειον και Πετρώνιου 43.3 discordia, non homo.
53 Δεν εξετάζουμε εδώ το ζήτημα της σκηνικής πραγμάτωσης.
54 Skutsch (1967) 12.
55 Aélion (1981) 230, 232. Πράγματι, και στην νεότερη έκδοση των Θεσμοφοριαζουσών
(Austin-Olson, 2004) δεν γίνεται η παραμικρή νύξη για περίπτωση παρωδίας όσον αφορά
στους στ. 726-27.
25
της αντιπαραβολής μιας φυσικής καταιγίδας με μια ‘θεατρική’, αυτό θα ήταν πιο
ισχυρό, αν είχαμε, προηγουμένως, δώσει απαντήσεις σε ό,τι αφορά στην σκηνική
πραγμάτωση μιας διασκευής της Αλκμήνης στα χρόνια του Πλαύτου και στην
μεταθεατρική λειτουργία του στίχου στον Rudens. Ωστόσο, θα συμφωνούσε κανείς
με την άποψη ότι ο Πλαύτος δεν προσδοκούσε από το κοινό του να γνωρίζει την
ευριπίδεια τραγωδία στην αυθεντική μορφή της, ούτε βέβαια ότι θα υιοθετούσε
διατύπωση του έργου που αποτέλεσε πρότυπό του, εάν αυτή δεν θα είχε κωμικό
αποτέλεσμα στο δικό του κοινό. Πρέπει να υποθέσουμε ότι με τον στίχο αυτό ο
Πλαύτος αναφέρεται σε δραματική διασκευή της Αλκμήνης του Ευριπίδη η οποία είχε
παρασταθεί όχι πολύ πριν από την παράσταση του Rudens και είχε εντυπωσιάσει το
θεατρικό κοινό, το οποίο θα μπορούσε να την ανακαλέσει για να κατανοήσει και να
απολαύσει την κωμικότητα του στίχου 86.56 Το τί ακριβώς εντυπωσίασε και
εντυπώθηκε στην μνήμη των θεατών είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί. Εξάλλου,
θα ήταν μεθοδολογικά ορθό, προκειμένου να προχωρήσουμε σε ασφαλή ερμηνεία
του χωρίου, να μην υιοθετήσουμε μόνο την οπτική γωνία της προβληματικής σε
σχέση με το ευριπίδειο έργο, αλλά να το εξετάσουμε στο πλαίσιο της ιδιαιτερότητας
και της αυτονομίας του έργου στο οποίο ανήκει, εφόσον μάλιστα εντοπίζονται σε
αυτό (όπως και γενικότερα στο έργο του Πλαύτου) χαρακτηριστικά που δεν πρέπει να
παραβλεφθούν όπως: «πολύ υπερβολικές συγκρίσεις, τα ειδικά για μια φορά
επινοηθέντα λεκτικά σχήματα, οι αλλόκοτοι προσδιορισμοί [...] και οι μυθολογικές
συγκρίσεις».57
Τα παραπάνω πρέπει να ληφθούν υπόψη και στην επεξεργασία του
Amphitruo. Μελετώντας το θέμα υπό αυτήν την οπτική και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο
Πλαύτος απευθυνόταν σε ρωμαϊκό κοινό και εντός συγκεκριμένου ιστορικού
πλαισίου, θα αποφεύγαμε ερμηνευτικά σφάλματα αναφορικά με την πιθανή σχέση
του Amphitruo με το τραγικό πρότυπό του. Για παράδειγμα, δεν θα θεωρούσαμε τους
στίχους 648-53 του Amphitruo (τους οποίους εκφέρει η Αλκμήνη) παρωδία του
τραγικού προτύπου,58 ούτε θα τους λαμβάναμε υπόψη προκειμένου να
σκιαγραφήσουμε τον χαρακτήρα της Αλκμήνης της τραγωδίας ή να κάνουμε λόγο για
56 Βλ. West St. (1984) 295 και Stewart (2000) 295 σημ. 11.
57 Kenney & Clausen (2005) 149.
58 Οι Kenney & Clausen (2005) 194 εξηγούν ότι οι στίχοι αυτοί απλώς απηχούν αξίες
ρωμαϊκές και μέσα από ρωμαϊκούς όρους.
26
«inconsistency of such a character with the dignified Alcumena of the Amphitruo».
59
Με την παρατήρηση αυτή έχουμε περάσει σε έναν ακόμη δρόμο προσέγγισης του
θέματός μας, δηλαδή εκείνον του εντοπισμού στοιχείων που θα μπορούσαν να ρίξουν
φως στον τρόπο με τον οποίο επεξεργάστηκε ο Ευριπίδης τον σχετικό μύθο:
πρόκειται για την πιθανή σχέση του Amphitruo του Πλαύτου με το ευριπίδειο έργο.
Οι περισσότεροι μελετητές είτε διαπιστώνουν ότι αδυνατούμε να καταλήξουμε σε
βέβαια συμπεράσματα για τα πρότυπα του Πλαύτου, γιατί αυτός λειτουργεί με
μεγάλη ελευθερία ως προς αυτά,60 είτε ισχυρίζονται ότι μπορούμε να αποδείξουμε
την σχέση του Amphitruo με μία τραγωδία η οποία είναι με πολλές πιθανότητες –
αλλά όχι με βεβαιότητα- η ευριπίδεια Αλκμήνη.61 Μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν
την επίδραση τραγικού προτύπου στον Amphitruo δεν υπάρχει ταύτιση απόψεων: ο
Friedrich δεν είναι επιφυλακτικός σε σχέση με την επίδραση της ευριπίδειας
Αλκμήνης στον Amphitruo και συζητάει την ύπαρξη μιας κωμωδίας ως δεύτερου
προτύπου. Ο Stärk δεν υποστηρίζει ξεκάθαρα την επίδραση του έργου του Ευριπίδη
και αποκλείει την ύπαρξη δεύτερου, κωμικού, προτύπου. Ο Webster62 δέχεται ως
πιθανό τον συνδυασμό δύο τραγικών προτύπων (της Αλκμήνης του Ευριπίδη και του
Αμφιτρύωνα του Σοφοκλή) και επιδράσεις από κωμωδία. Το θέμα παραμένει ανοικτό.
Γενικά όμως, αυτό το οποίο τονίζεται τα τελευταία χρόνια έναντι της επικράτησης
της θεωρίας της contaminatio κατά το α΄ μισό του περασμένου αιώνα, είναι η
ανεξαρτησία και η δημιουργικότητα του Πλαύτου,63 πράγμα από το οποίο θα
μπορούσαμε να συναγάγουμε ότι η απουσία σκηνής πυράς στον Amphitruo δεν μας
οδηγεί αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι αυτή απουσίαζε και από την ευριπίδεια
Αλκμήνη.
59 Βλ. Skutsch (1967) 11, όπου με την φράση ‘such a character’ εννοεί μία ‘spit-fire’
Αλκμήνη στο ευριπίδειο δράμα.
60 Hunter (1994) 163-91, Stewart (2000), Kenney & Clausen (2005)148-74.
61 Friedrich (1953) 263-79, Stärk (1982). Επισκόπηση των παλαιότερων απόψεων παρέχει ο
Shero (1956) 202-06. Ο τελευταίος παρουσιάζει με συνοπτικό αλλά κατατοπιστικό τρόπο το
σύνολο των έργων, αρχαίων και νεότερων, που σχετίζονται με τον μύθο της Αλκμήνης και
του Αμφιτρύωνα.
62 Webster (1970) 86-97.
63 Stewart (2000) 299 σημ. 22.
27
Iiv. Στοιχεία από την υπόθεση της ευριπίδειας Αλκμήνης
“Qui vero ingeniosam illam somniandi id quod voluerint artem profitentur,
ὀνειροκρίτας suos alibi querant”. Με αυτά τα λόγια σχολίαζε ο Nauck64 την απόπειρα
ανασύνθεσης χαμένων δραμάτων με βάση σωζόμενα αποσπάσματα. Διδασκόμενοι
από την ρήση του το πνεύμα της επιφυλακτικότητας και στηριζόμενοι σε όσα
αναφέρθηκαν στις προηγούμενες ενότητες, προχωρούμε στην συνέχεια σε επιλογή
των στοιχείων εκείνων που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι πιθανώς ανήκουν στην
υπόθεση (πλοκή) του ευριπίδειου δράματος.
Ο τόπος στον οποίο το έργο διαδραματίζεται είναι στη Θήβα. Εκεί κατέφυγαν
ο Αμφιτρύων και η Αλκμήνη μετά την απομάκρυνσή τους από το Άργος. Ο Σθένελος
επωφελείται από την κακοτυχία του Αμφιτρύωνα, ο οποίος από λάθος φόνευσε τον
Ηλεκτρύωνα, πατέρα της Αλκμήνης, και του στερεί τα δικαιώματά του στην εξουσία
(απ. 4, 89 Kn.
65). Ο Αμφιτρύων δεσμεύεται να εκδικηθεί τον θάνατο των αδελφών
της Αλκμήνης οι οποίοι φονεύθηκαν από τους Ταφίους, κατοίκους των Εχινάδων
νήσων, κατά την ληστρική επιδρομή των τελευταίων. Η δέσμευση αυτή σχετίζεται
άμεσα αφενός, με την τέλεση ή την ολοκλήρωση του γάμου του με την Αλκμήνη και,
αφετέρου, με την εκπλήρωση κάποιου χρησμού. Επιπλέον, και η Αλκμήνη
δεσμεύεται με όρκο να παντρευτεί τον Αμφιτρύωνα, εφόσον εκείνος εκπληρώσει την
επιθυμία της. Οι θεοί, συνεπώς, είναι παρόντες, μέσω του όρκου και του χρησμού,
εξαρχής. Τα παραπάνω αποτελούν γεγονότα εκτός του δράματος που χρονικά
τοποθετούνται στο παρελθόν και τα οποία πληροφορούμαστε στον Πρόλογο του
έργου (απ. 1, 87b Kn.).
Ό,τι ακολουθεί θεωρούμε ότι ανήκει στα διαδραματιζόμενα ή εξιστορούμενα
επί σκηνής. Ο χρόνος των διαδραματιζομένων είναι η ημέρα κατά την οποία ο
Αμφιτρύων επιστρέφει από την εκστρατεία του, που πραγματοποιήθηκε με επιτυχία,
με την επιθυμία να εκπληρωθεί η υπόσχεση της Αλκμήνης. Η τελευταία αδυνατεί να
ικανοποιήσει τον όρο της συμφωνίας ο οποίος αφορούσε στην δική της συμπεριφορά
και κατηγορείται για απιστία. Ο Αμφιτρύων οργισμένος απειλεί να την τιμωρήσει ως
μοιχαλίδα, ενώ εκείνη, βρισκόμενη σε δεινή θέση, προσπαθεί να υπερασπιστεί τον
64 Nauck (1856) viii.
65 Στο εξής υιοθετείται η συντομογραφία Kn. για τα αποσπάσματα που έχουν εκδοθεί από
τον Kannicht (2004).
28
εαυτό της (απ. 3, 88a Kn.). Ο Τειρεσίας προσπαθεί να διαφωτίσει τον Αμφιτρύωνα
σχετικά με την θεϊκή πράξη και, ταυτόχρονα, να τον συνετίσει, αλλά αυτός δεν
πιστεύει στο θεϊκό θαύμα και τον αποπέμπει. Στο σημείο αυτό η τραγικότητα
παράγεται αφενός, από την στάση ενός ανθρώπου που αποκλείει το υπερφυσικό από
την περιοχή της δυνατότητας και, αφετέρου, από την ανάδειξη του γεγονότος ότι
στην ανθρώπινη γνώση υπάρχουν όρια.
66 Τα απ. 6 (91 Kn.), 7 (92 Kn.), 9 (94 Kn.), 10
(95 Kn.), 11 (96 Kn.) και 14 (99 Kn.) παραπέμπουν σε έναν διάλογο που αφορά στην
σχέση ατόμου, οικονομικά και πολιτικά ισχυρού, και πόλης. Αδυνατούμε να
διατυπώσουμε ασφαλή υπόθεση σχετικά με το ποια είναι τα διαλεγόμενα μέρη και
για ποιον γίνεται λόγος. Η Αλκμήνη απειλούμενη καταφεύγει σε βωμό και ο
Αμφιτρύων αποπειράται να την κάψει κατασκευάζοντας πυρά γύρω από αυτόν.
67 Η
σκηνή αυτή περιγράφεται σε ρήση (το απ. 5, 90 Kn. θα μπορούσε να αποτελεί
μεταφορά –σε ευθύ λόγο- λεγομένων προσώπου που συμμετέχει στα
διαδραματιζόμενα εκτός σκηνής).
Ο ρόλος του Δία στα διαδραματιζόμενα είναι ζητούμενο. Στα σωζόμενα έργα
του Ευριπίδη ο Δίας δεν εμφανίζεται ως από μηχανής θεός, ούτε εμπλέκεται στην
δράση, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις επιφάνειας άλλων θεών, για παράδειγμα της
Αφροδίτης και της Άρτεμης στον Ιππόλυτο ή του Διόνυσου στις Βάκχες.
68 H West69
υποστηρίζει –διατηρώντας, ωστόσο, κάποια επιφύλαξη- ότι ο Δίας θα μπορούσε να
ανήκει στα dramatis personae της Αλκμήνης. Γι αυτήν της την τοποθέτηση στηρίζεται,
αφενός, στους στίχους 88-92 του Amphitruo όπου γίνεται αναφορά σε προηγούμενη
εμφάνιση του Δία επί σκηνής πιθανώς σε μία παράσταση ρωμαϊκής διασκευής της
66 Για το ζήτημα αυτό βλ., εκτός από όσα έχουν προαναφερθεί στην σημ. 5, και Friedrich
(1953) 272: “Wir sehen nunmehr deutlich, worauf es Euripides in seiner Alkmene ankam. Da
Zeus zu erhaben ist, um sich Amphitryon in einer Tragödie persönlich zu stellen, so war der
dramatische Kern der Dichtung eine analytische Szene, die in manchen Zügen an die
Forschungen des sophokleischen Oidipus erinnern mochte. Je weiter Amphitryon das Verhör
trieb, desto mehr entfernte er sich von der Wahrheit, die gerade noch rechtzeitig ans Licht
kam, um ein Unglück zu verhüten. Trotz des guten Ausganges wurde die Hilfslosigkeit des
Menschen vor den Göttern hier ebenso offenbar wie in der Troerinnentrilogie, im Herakles, in
den Bakchen”.
67 Βλ. Wilamowitz στους Bierl, Calder & Fowler (1991) 72.
68 Wildberg στους Cropp, Lee & Sansone (2000) 235-56.
69 West St. (1984) 294-95.
29
ευριπίδειας Αλκμήνης και, αφετέρου, σε δύο επιχειρήματα για την ισχύ των οποίων
και η ίδια δεν δηλώνει απολύτως βέβαιη. Σύμφωνα με το πρώτο, είναι πιθανό ο Δίας
να εμφανίζεται ιδιαίτερα καταδεκτικός με τους θνητούς σε αυτό το έργο χάρη στην
Αλκμήνη, το πρότυπο της ηθικής, με την οποία αποφασίζει να τεκνοποιήσει. Το
δεύτερο επιχείρημά της είναι πρακτικού χαρακτήρα: αφού στον μύθο ο Δίας υιοθετεί
την μορφή του Αμφιτρύωνα, δεν τίθεται το πρόβλημα της μορφής με την οποία θα
εμφανιζόταν ο πατέρας των θεών επί σκηνής. Χωρίς να μπορούμε να αποκλείσουμε
την εμφάνιση του Δία, φαίνεται πιθανότερη η υπόθεση κατά την οποία ο Δίας
παρεμβαίνει μέσω θαυμάτων, δηλαδή με τον κεραυνό και την κατάσβεση της πυράς
με θαυματουργό τρόπο, αλλά όχι με καταιονισμό. Αυτή η παρέμβαση του θεού θα
μπορούσε να περιγράφεται σε μία ρήση (πιθανώς σε αυτήν ανήκει το απ. 2 (88Kn.)) ή
και να παρουσιάζεται στους θεατές με ηχητικά μέσα και σχόλια, πρβλ. Βάκχες 585-
603.
Όσον αφορά στα υπόλοιπα σωζόμενα αποσπάσματα του δράματος, μόνο
επιφυλάξεις διατυπώνονται στην παρούσα μελέτη:
- Το απ. 4 (89 Kn.) δεν μπορεί να τοποθετηθεί με βεβαιότητα στο τέλος του
έργου και να αποδοθεί σε από μηχανής θεό.
- Το απ. 8 (93 Kn.) αποδίδεται με αρκετές πιθανότητες, αλλά όχι με
βεβαιότητα, σε θεράποντα.
- Τα λεγόμενα στο απ. 12 (97 Kn.) πιθανώς προέρχονται είτε από πρόσωπο
κατώτερο κοινωνικά είτε από έναν αντιηρωικό χαρακτήρα.
- Τα απ. 13 (98 Kn.) και 14 (99 Kn.) έχουν εκ πρώτης όψεως παραινετικό
χαρακτήρα, αλλά θα μπορούσαν –κυρίως το πρώτο- να αποτελούν αυτοαναφορές.
- Το απ. 15 (100 Kn.) συνιστά παραμυθητικό λόγο για ευνοϊκή μεταβολή της
τύχης που θα μπορούσε να προέρχεται είτε από τον κορυφαίο του Χορού είτε από
άλλο πρόσωπο. Το πιο σημαντικό στοιχείο που προσφέρει το απόσπασμα δεν αφορά
στο πρόσωπο που εκφέρει τα λόγια αυτά, αλλά στο γεγονός ότι αναφέρεται σε
δυνατότητα εξόδου από μία απελπιστική κατάσταση, δηλ. σε στοιχείο της πλοκής.
- Το απ. 16 (101 Kn.) συνιστά πιθανώς προειδοποίηση.
- Το απ. 17 (102 Kn.) θα μπορούσε να αποδοθεί σε πάσχοντα τον οποίο
κάποιος προσπάθησε να νουθετήσει.
- Το απ. 18 (103 Kn.) δεν αποτελεί ασφαλές έρεισμα για να υποθέσουμε ότι
στην ευριπίδεια Αλκμήνη λαμβάνει χώρα η γέννηση του Ηρακλή.
30
- Τέλος, αναφορικά με το απ. 19 (104 Kn.) δεν νομιμοποιούμαστε να
διατυπώνουμε εικασίες, αλλά δύσκολα αντιστέκεται κανείς στην σκέψη ότι μπορεί το
χωρίο να σχετίζεται με την περίφημη ‘μακρά νύκτα’.
Τα πρόσωπα αυτού του δράματος είναι η Αλκμήνη, ο Αμφιτρύων, ένας
σύντροφος του Αμφιτρύωνα ή ένας έμπιστος θεράπων και, πιθανώς, ο Τειρεσίας, ο
Ερμής και –με συμβολική μορφή- ο Δίας. Όσον αφορά στον Χορό, δεν υπάρχει καμία
ένδειξη προκειμένου να διατυπώσουμε μία υπόθεση.
Στα αποσπάσματα που ακολουθούν γίνεται προσπάθεια να υποστηριχθούν οι
παραπάνω απόψεις. Δεν συγκαταλέγονται σε αυτά και δεν εξετάζονται εδώ τα απ. 87
Kn., 1002 Kn. και το αδεσπ. 400 Kn. & Sn. τα οποία δεν παραδίδονται ως ανήκοντα
στο συγκεκριμένο ευριπίδειο δράμα.
31
II
1 (87b Kn.)
10 ……[.]νος . συμφυγα [
11 ....κενυω .. τασα [
12 Θήβας ἐπι ... μοιστοισ [
13 ληισταὶ γὰρ [.]νι .....[
14 Τάφιοι μολόντες τάσδ [
15 νήσους ἁλιτενεῖς, ἃς καλ[οῦσ’ Ἐχινάδας·
16 ἡ δ’ ἐξομεῖται μηδενὸ[ς
17 ὃς μὴ μετέλθοι συγγόν[ων
18 Ταφίους· λιγὺς δὲ χρησ[μὸς
19 Ἀμφιτρύων γὰρ ἐπὶ γά[μοις
20 τ.κ....λ..υ....αφι.[
P. Hamb. 119 coll. III ed. Siegmann (1954) cf. Austin (1968) ; fr. retractavit Vysoký
(1975)
10 συμφυγά[δες Vysoký probante Kannicht ; συμφυρτ[ Siegmann et Austin probante Jouan
& van Looy || 11 dispexit Siegmann probantibus Austin et Vysoký || 12 ἐπιδρόμοις τοῖς [ ?
Kannicht || 13-15 ad rem vid. Hom. o 427, π 426 , Apoll. Rhod. 1, 750 et Hes. Fr. 193 || 14
τάσδ’ [ἐνώικησαν (βίᾳ vel πάλιν) Vysoký cf. Alc. 1051 ἐνοικήσει στέγην ; cf. item fr. 917. 2
Kn. τῶν ἐνοικούντων πόλιν et Herc. 1282 Θήβαις ἐνοικεῖν || 15 καλ[οῦσ’ Ἐχινάδας Austin
probantibus fere posterioribus || 16 ἡ δ’ scil. Ἀλκμήνη cf. Hes. fr. 195 Scut. 15 sqq., Pherec.
FGrHist 3 F 13b, Σ Apoll. Rhod. 1, 747-51 a , Apollod. Bibl. 2, 4, 6. ; fin. ψαύσειν γάμων
coll. Hipp. 14 Kassel et Snell ap. Austin probante Vysoký || 17 συγγόν[ων ὑπὲρ φόνου e.g.
Siegmann probante Vysoký || 18 χρησ[μὸς Siegmann probantibus fere posterioribus ;
χρησ[μὸς εἰσαναγκάσει vel εἰσηνάγκασε Vysoký cf. Aesch. Prom. 290 sq. || 19 γά[μοις
Siegmann probantibus posterioribus
32
Ο Austin70 θεωρεί ότι το απόσπασμα αποτελεί μέρος του Προλόγου της
Αλκμήνης, άποψη με την οποία συμφωνεί και ο Vysoký
71. Ο Webster72 δέχεται ότι το
απόσπασμα προέρχεται από Πρόλογο αλλά, προκειμένου να στηρίξει την υπόθεσή
του για την χρονολόγηση της ευριπίδειας Αλκμήνης, την οποία τοποθετεί στην
πρώιμη περίοδο δημιουργίας του τραγικού, αποφεύγει να το αποδώσει στο έργο αυτό
και εισάγει διαφορετικές εκδοχές, όπως την περίπτωση να ανήκει στον Πρόλογο ενός
μεταγενέστερου έργου, δηλαδή της Αύγης, του Τήμενου ή των Τημενιδών,
επισημαίνοντας και το γεγονός ότι αγνοούμε τα πάντα για το ομότιτλο έργο του
Αισχύλου. Σε αυτόν τον τρόπο χειρισμού της μελέτης του αποσπάσματος αντιτίθενται
οι Cropp & Fick,
73 οι οποίοι θεωρούν ότι το απόσπασμα ανήκει στον Πρόλογο της
Αλκμήνης, αιτιολογώντας τα μετρικά του χαρακτηριστικά και την απόκλιση που
παρουσιάζει σε σχέση με τα υπόλοιπα σωζόμενα αποσπάσματα του έργου. Σημαντική
για το θέμα που εξετάζουμε είναι η γενικότερη διαπίστωσή τους ότι οι προλογικές
ρήσεις αποτελούν μία κατηγορία περιπτώσεων στην οποία παρατηρείται τάση για
εμφάνιση, σε μεγάλο ποσοστό, μετρικών αναλύσεων, πράγμα που το αποδίδουν στην
παρουσία κύριων ονομάτων και στην ρυθμική χαλαρότητα εξαιτίας του πεζολογικού
αφηγηματικού ύφους που υιοθετείται συχνά σε αυτές. Αυτό το γεγονός τους οδηγεί
στην επισήμανση ότι τέτοιου είδους αποσπάσματα προερχόμενα από Προλόγους
ενδέχεται να περιέχουν μεγάλο, αλλά μη αντιπροσωπευτικό, αριθμό μετρικών
αναλύσεων.74 Επομένως, βασιζόμενος κανείς σε αυτές τις παρατηρήσεις, θα
μπορούσε να άρει το εμπόδιο που καθιστά τον Webster επιφυλακτικό απέναντι στην
απόδοση του αποσπάσματος στην Αλκμήνη του Ευριπίδη. Ωστόσο, και ο Kannicht
δεν συμμερίζεται την βεβαιότητα του Austin, αναγνωρίζοντας την μεγάλη δυσκολία
στην ανάγνωση του παπύρου λόγω της κακής του κατάστασης. Γνωρίζουμε ότι ο
πάπυρος περιείχε ευριπίδειους Προλόγους. Τα κύρια ονόματα αποτελούν ενδείξεις ότι
γίνεται λόγος για την ιστορία της Αλκμήνης και του Αμφιτρύωνα, αλλά δεν μας
επιτρέπουν να συμπεράνουμε με βεβαιότητα ποια φάση της ιστορίας τους συνιστά
την υπόθεση της συγκεκριμένης τραγωδίας. Οι πρώτοι στίχοι του αποσπάσματός μας
70 Austin (1968) 84.
71 Vysoký (1975).
72 Webster (1967) 92 σημ. 75.
73 Cropp & Fick (1985) 73.
74 Cropp & Fick (1985) 16-7.
33
φαίνεται να επιτελούν την λειτουργία της πληροφόρησης του κοινού. Το ‘γὰρ’ στον
στίχο 13 έχει τον συνήθη για αφηγηματικού ύφους κείμενα (όπως συχνά είναι οι
Πρόλογοι του Ευριπίδη) επιβεβαιωτικό και αιτιολογικό ρόλο, πρβλ. Μήδεια 6,
Ιππόλυτος 10, Τρωάδες 4. Ο Webster75 υποστηρίζει ότι στο κείμενο αναφέρεται το
περιεχόμενο ενός χρησμού που είχε δοθεί στο παρελθόν. Σχετικός με αυτήν την
άποψη είναι ο προβληματισμός γύρω από τον μέλλοντα ‘ἐξομεῖται’. Οι Jouan & van
Looy θεωρούν ότι ο μέλλοντας θέτει προβλήματα ερμηνείας. Ο Kannicht διερωτάται
αν ο μέλλοντας μπορεί να εξαρτάται από την λέξη ‘χρησ[μός’ . Αν θέλει κανείς να
εξακολουθήσει να θεωρεί το απόσπασμα ως μέρος του Προλόγου της Αλκμήνης και
αν επιθυμεί να ανασυνθέσει την υπόθεση του δράματος (με βάση τα όσα έχουν
υποστηριχθεί ως τώρα) ως την αντίδραση του Αμφιτρύωνα στην συμπεριφορά της
Αλκμήνης μετά την επιστροφή του από την εκστρατεία, πρέπει να δώσει
ικανοποιητική εξήγηση για την παρουσία του μέλλοντα ‘ἐξομεῖται’. Η ύπαρξη
μελλοντικού χρόνου στον Πρόλογο της ευριπίδειας τραγωδίας είναι συνήθης, αλλά
αφορά πάντα σε όσα πρόκειται να συμβούν είτε στο πλαίσιο του δράματος στην
συνέχεια (πρβλ. για παράδειγμα Ιππόλυτος 21-2 και Ίων 69-73) είτε στα εκτός του
δράματος (π.χ. Ιππόλυτος 33, Ίων 74-5 και Τρωάδες 73-5, 79-80, 87-8 και 91), πάντα
όμως στο μέλλον. Αυτό που θα μπορούσε κανείς να υποθέσει είναι ότι η λέξη
‘ἐξομεῖται’ περιέχεται σε έναν χρησμό ο οποίος μεταφέρεται από τον ομιλητή σε
ευθύ λόγο και αναφέρεται στο πλαίσιο του αποσπάσματος στα γεγονότα που έχουν
ήδη συμβεί στο παρελθόν, ενώ όσα έχουν σχέση με αυτά που θα παρακολουθούσε
κανείς στο δράμα ακολουθούν και δεν έχουν σωθεί στον πάπυρο. Παράλληλη θα
μπορούσε να θεωρηθεί η χρήση του μέλλοντα στον πρόλογο του Ίωνα (στ. 28-36),
όπου μεταφέρονται σε ευθύ λόγο τα λεγόμενα του Απόλλωνα στο παρελθόν, στα προ
του δράματος γεγενημένα. Ωστόσο, πρβλ. και Φοίνισσες 409-11 και (αυτ.) 641-2
όπου το περιεχόμενο χρησμών που αφορούν στα προγεγενημένα τίθεται σε
παρελθοντικό χρόνο. Όσον αφορά στην δόμηση του κειμένου μας παρόμοια
οργάνωση με αυτήν που υποθέσαμε ότι έχει το απόσπασμά μας (και ό,τι ακολουθεί
αμέσως μετά) με βάση τη θέση της λέξης ‘χρησμός’ βρίσκουμε στην έξοδο των
Βακχών 1330-39: στους στ. 1330-32 υπάρχει αναφορά στο περιεχόμενο του χρησμού,
στο στ. 1333 παρεμβάλλεται η φράση ‘χρησμὸς ὡς λέγει Διός’ και στους επόμενους
στίχους συνεχίζεται η αναφορά στα μελλοντικά γεγονότα.
75 Webster (1967) 92 σημ. 75.
34
Το πρόσωπο που εκφέρει τα λόγια αυτά είναι σύμφωνα με τον Vysoký
76 ένας
θεός, πιθανώς ο Ερμής. Με την υπόθεση αυτή συμφωνεί και ο Kannicht, ενώ οι Jouan
& van Looy προτείνουν ως ένα ακόμη πιθανό πρόσωπο την Ηώ, σαφώς επηρεασμένοι
από την αγγειογραφία του Πύθωνα (Εικ. 1). Ωστόσο, αν στηριχτούμε αποκλειστικά
στο απόσπασμα που σώζεται και όχι στις γενικότερες γνώσεις μας γύρω από τις
τακτικές του Ευριπίδη, η αναφορά σε χρησμό που αφορά σε γεγονότα του
παρελθόντος δεν έχει προφητικό περιεχόμενο και, επομένως, δεν μας αναγκάζει να
υποθέσουμε την ύπαρξη ενός θεού που προλογίζει, όπως συμβαίνει σε άλλες
ευριπίδειες τραγωδίες, στον Ιππόλυτο, την Άλκηστη, τις Βάκχες κ.α.77 Επιπλέον, από
την στιγμή που δεχόμαστε ότι ο χρησμός αναφέρεται στο παρελθόν και δεν
γνωρίζουμε τί ακολουθεί μετά το στ. 20, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτός με
τον προφητικό του χαρακτήρα λειτουργεί ως προωθητής της δράσης. Η αναφορά
στον Πρόλογο σε κάποιον χρησμό που αφορούσε σε αυτό το μέρος της ιστορίας της
Αλκμήνης και του Αμφιτρύωνα θα μπορούσε να ιδωθεί σε συνδυασμό με την
μυθολογική εκδοχή της Ασπίδος όπου αναφέρεται : στ. 20 τὼς … οἱ διέκειτο, θεοἱ δ’
ἐπἱ μάρτυροι ἧσαν και στ. 22 μέγα ἔργον, ὅ οἱ Διόθεν θέμις ἦεν. Ο Vysoký
78
στηρίζεται σε αυτόν τον συσχετισμό για να εικάσει χρησμὸ[ς εἰσαναγκάσει ή
εἰσηνάγκασεν. Σε αυτήν την περίπτωση η αναφορά στον χρησμό δεν θα είχε
προφητικό χαρακτήρα, αλλά θα μπορούσε να εξυπηρετήσει άλλους σκοπούς, όπως να
διαφανούν πτυχές της σχέσης θεών και ανθρώπων ή να δοθεί μία πληροφορία που θα
συμβάλλει στην κατανόηση της συμπεριφοράς του Αμφιτρύωνα στα εντός του
δράματος γεγονότα που θα ακολουθήσουν (πρβλ. Ιφιγ. την εν Ταύροις 17-24 και
Φοίνισσες 17-20 για μεταφορά σε ευθύ λόγο (με χρήση μέλλοντα) του περιεχομένου
ενός χρησμού ο οποίος δεν αναφέρεται άμεσα στα της πλοκής του δράματος, αλλά
λειτουργεί καθοριστικά σε άλλο επίπεδο). Η αναφορά στα πρόσωπα του Αμφιτρύωνα
(στ. 19) και της Αλκμήνης (ἡ δ’, στ.16 ) αποκλείει την περίπτωση το πρόσωπο που
προλογίζει να είναι ένα από τα δύο κεντρικά πρόσωπα του δράματος, και επομένως,
παρά το γεγονός ότι διαθέτουμε λιγοστά στοιχεία για τον Πρόλογο αυτού του έργου,
μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν ανήκει στις περιπτώσεις Προλόγων που
76 Vysoký (1975) 41.
77 Βλ. σχετικά Hamilton (1978).
78 Vysoký (1975) 40-1.
35
περιγράφει ο Segal79 ως αυτοπαρουσίαση του ήρωα που διεκτραγωδεί τα πάθη του ή
ως σκηνή ικεσίας.
Το μόριο ‘γὰρ’ στον στ. 19 δεν φαίνεται να έχει την ίδια σημασία με αυτό του
στ. 13. Πιθανώς έχει την σημασία που ο Denniston80 περιγράφει ως ‘anticipatory’
(προληπτικό), αφού οι στίχοι πριν την φράση ‘λιγὺς δὲ χρησμὸς’ απαρτίζουν μία
ολοκληρωμένη νοηματική ενότητα και ο στ. 19 φαίνεται να εισάγει μία νέα στην
οποία θα περιγράφεται η δράση του Αμφιτρύωνα προκειμένου να νυμφευθεί την
Αλκμήνη.
Ο Austin81 και ο Vysoký
82 προτείνουν στην αρχή του στ. 20 να διαβάσουμε
‘τήκει’. Στον Ευριπίδη το ρήμα ‘τήκω’ (απλό) συσχετίζεται με την συναισθηματική
κατάσταση που συνοδεύει τον θρήνο (Ηρακλείδες 644-45, Εκάβη 433 κ.εξ.) και την
δυστυχία ή την συμπάθεια (Μήδεια 25, 145, Ηλέκτρα 240, Ιφιγένεια η εν Αυλίδι 398
και Μοσχίωνα απ. 9, 9 Sn. & Kn.) ή ακόμη και την ασθένεια (Ορέστης 34, 283). Από
την άποψη του νοήματος δεν φαίνεται απίθανο να χρησιμοποιείται εδώ για να
εκφράσει έντονη συναισθηματική κατάσταση του Αμφιτρύωνα, αλλά ο στίχος είναι
τόσο φθαρμένος που η εικασία αυτή παραμένει αναπόδεικτη.
79 Segal (1992) 94-100.
80 Denniston (1954) 69-70.
81 Austin (1968).
82 Vysoký (1975).
36
2 (88 Kn.)
πολὺς δ’ ἀνεῖρπε κισσός, εὐφυὴς κλάδος,
ἀηδόνων μουσεῖον
Ar. Ran. 92-3 ἐπιφυλλίδες ταῦτ’ ἐστὶ καὶ στωμύλματα/ χελιδόνων μουσεῖα, λωβηταὶ
τέχνης ubi Σ RVEBarbΘΜ ad 93 ‘χελιδόνων μουσεῖα’ (REBarb) παρὰ τὰ (VEBarbΘ :
περὶ τῆι R : ἀπὸ τοῦ M) ἐν Ἀλκμήνῃ Εὐριπίδου | Sud. χ 187 Adler sub. ‘χελιδόνων
μουσεῖα’ om. fab. nom.
1 ἀνεῖρπε VM et Sud., ἂν εἶπε S, ἂν εἷρπε BarbΘ, ἂν εἶρ’ R : ἐνεῖρπε E | εὐφυής (ἐκ φυῆς R )
κλάδος Σ Ar. et Sud. : εὐφυής (ad κισσός) κλάδους Bergk : εὐφυεῖς κλάδους Meineke
(1856) teste Kannicht probante Haupt (1876) coll. Polluc. 1, 235 sq. κλάδοι ... ἁπαλοὶ δὲ ἐρεῖς
καὶ ἁδροί, εὐφυεῖς et (ad ἀνεῖρπε) Arat. Phaen. 957 sq. ἀθρόοι ὦφθεν ἴουλοι/ τείχε’
ἀνέρποντες || 2 ἀηδόνων Meineke : χελιδόνων Σ Ar. et Sud. ; ad rem Kannicht cf. S. OC 670
sqq. μινύρεται ... ἀηδὼν χλωραῖς ὑπὸ βάσσαις, τὸν οἰνωπὸν ἔχουσα κισσὸν et Hel. 173-6 et ib.
1107-8
Η γραφή ‘ἀνεῖρπε’ φαίνεται να αποτελεί την πιο ‘λογική’ επιλογή, καθώς οι
υπόλοιπες δημιουργούν επιπλέον προβλήματα : η γραφή που παραδίδεται από τον S
νοηματικά δεν ευσταθεί και, άλλωστε, το ρήμα ‘ἕρπω’ χρησιμοποιείται συχνά στις
εικόνες που αναφέρονται στη βλάστηση (πρβλ. και Σοφοκλή απ. 255, 2-3 Radt τῆιδε
βακχεῖος βότρυς/ ἐπ’ ἦμαρ ἕρπει). Υιοθετώντας μία από τις γραφές στις οποίες
παραδίδεται το ‘ἂν’ θα έπρεπε να ερμηνεύσουμε μία δυνητική οριστική ακατανόητη,
ενώ η εκδοχή ‘ἐνεῖρπε’ επίσης δημιουργεί μία περίεργη εντύπωση σε σχέση με την
δραστηριότητα του φυτού, εφόσον ‘ἐνέρπω’ σημαίνει ‘έρπω’ και μεταφορικά
‘παρακολουθώ’ (LSJ Suppl.). Η αιτιατική ‘κλάδους’ θα απαιτούσε μεταβατικό ρήμα
που δεν υπάρχει στον στίχο που σώζεται. Οι ονομαστικές ‘εὐφυής κλάδος’ και
‘μουσεῖον’ ως προσδιορισμοί του ‘κισσός’ ταιριάζουν με μία περιγραφική
διατύπωση, όπως φαίνεται να είναι το απόσπασμα. Η λέξη ‘μουσεῖον’ εδώ σημαίνει
τον τόπο όπου τραγουδούν τα πουλιά (παρόμοια και στην Ελένη 1107-8 σὲ τὰν
ἐναύλοις ὑπὸ δενδροκόμοις/ μουσεῖα καὶ θάκους ἐνίζουσαν ἀναβοάσω/ τὰν
ἀοιδοτάταν/ ὄρνιθα μελωιδὸν ἀηδόνα δακρυόεσσαν και στο αποσπ. 481. 19 Kn.
Μουσεῖον ἐκλιποῦσα Κωρύκιόν τ’ὄρος), ενώ στον πληθυντικό αριθμό στο 
37
αριστοφανικό κείμενο (Βάτραχοι, 93) δηλώνει τους τραγικούς ποιητές και στην
Ελένη, 173 μουσεῖα θρηνήμα/ σι ξυνωιδά πέμψαιτε,/ Φερσέφασσα φόνιον ἄχαριν/ἵν’
ἐπὶ δάκρυσι κτλ., τους τραγουδιστές. Η πρόταση του Meineke ‘ἀηδόνων’
υποστηρίζεται, εκτός από τα παράλληλα χωρία που αναφέρονται στο κριτικό
υπόμνημα από τον Kannicht, από επιπλέον επιχειρήματα. Ο Kannicht παραπέμπει
στον Roemer (1908) 252 σημ. 8 για την σημασία της πρόθεσης ‘παρά τα’ στα Σχόλια,
η οποία δεν δηλώνει σημασιολογική ταύτιση αλλά προσέγγιση. Ο Roemer83
, στο ίδιο
κείμενο, αναφερόμενος στα αρχαία Σχόλια στις περιπτώσεις παρωδίας επισημαίνει
ότι η εμφάνιση της πρόθεσης ‘παρά’ συνήθως δηλώνει διαφορά μεταξύ του κωμικού
κειμένου και του προτύπου του. Μπορούμε επιπλέον να παρατηρήσουμε ότι: α) αφού
πρόκειται για παρωδία –η οποία προϋποθέτει ως τυπική της μέθοδο την αλλοίωση
του προτύπου της-, το κωμικό αποτέλεσμα θα ήταν εξασφαλισμένο στην περίπτωση
που ο Αριστοφάνης θα χρησιμοποιούσε στα δικά του συμφραζόμενα ένα κακόφωνο
πτηνό, όπως το χελιδόνι, με το οποίο θα παρομοίαζε τους ατάλαντους καλλιτέχνες και
β) στον Ευριπίδη υπάρχουν πολλές αναφορές στο αηδόνι (πρβλ. επιπλέον απ.588, 3
Kn τὰν οὐδέν’ ἀλγύνουσαν ἀηδόνα Μουσᾶν, απ. 773, 68 Kn τὰν ἀηδὼν ἁρμ[ονίαν, απ.
931 Kn λωτίνας ἀηδόνας, Εκάβη 337 πάσας ὥστ’ἀηδόνος στόμα φθογγὰς ἱεῖσα) αλλά
καμία σε χελιδόνι. Στον Αισχύλο (Αγαμέμνων 1050 χελιδόνος δίκην ἀγνῶτα φωνὴν
βάρβαρον κεκτημένη και απ. 450(?) Radt χελιδονίζειν=βαρβαρίζειν) οι αναφορές στο
χελιδόνι και στο κελάηδημά του έχουν αρνητικό περιεχόμενο.
Ο Webster84 τοποθετεί το απόσπασμα σε αγγελική ρήση υποστηρίζοντας ότι
πρόκειται για περιγραφή της μετατροπής του ιδιαίτερου διαμερίσματος της Αλκμήνης
σε κισσοσκεπή θάλαμο, πράγμα που το αποδίδει, επηρεαζόμενος από την
αγγειογραφία του Πύθωνα (Εικ. 1), στην χρυσή βροχή. Οι Jouan & van Looy85
-
μάλλον σωστότερα - επίσης θεωρούν το απόσπασμα μέρος μιας αγγελικής ρήσης, η
οποία όμως αναφέρεται στα γεγονότα της πυράς και του θαύματος που είχε ως
αποτέλεσμα την κατάσβεσή της και την εμφάνιση του κισσού. Σωστά -αν και
83 Roemer (1908) 250. Πρβλ. και Στεφανόπουλος (1988 Tr. I) 211 για την αριστοφανική
τεχνική παρώδησης χωρίων της τραγωδίας κατά την οποία ο κωμικός ποιητής διατηρεί
αυτούσια την τραγική φράση αλλάζοντας μόνο μία λέξη και παράγοντας κατ’αυτόν τον
τρόπο το κωμικό αποτέλεσμα.
84 Webster (1967) 93.
85 Jouan & van Looy (2002) 127.
38


σύμφωνα με τον λογοκρατούμενο τρόπο της δικής μας εποχής- επισημαίνουν ότι ένα
θαύμα εντός του θαλάμου της κατά την συνεύρεσή της με τον Δία θα της κινούσε
υποψίες. Η θεϊκή παρέμβαση έπρεπε να γίνει αντιληπτή και από τον Αμφιτρύωνα και
από την Αλκμήνη την στιγμή που το θαύμα ήταν αναγκαίο. Μία εκδοχή σαν αυτή των
Jouan & van Looy θυμίζει την αντίστοιχη παρέμβαση του Διονύσου στις Βάκχες 11-
2, όταν ο θεός κάλυψε με άμπελο τον τάφο της Σεμέλης. Ο Dodds στην έκδοσή του
των Βακχών σχολιάζοντας τους παραπάνω στίχους αναφέρει «σύμφωνα με μία άλλη
εκδοχή της ιστορίας δεν πρόκειται για άμπελο αλλά για κισσό που αναπτύχθηκε
πολύ γρήγορα σαν από θαύμα (Σχόλια στις Φοίνισσες 651, τῶν Καδμείων βασιλείων
κεραυνωθέντων κισσὸς περὶ τοὺς κίονας φυεὶς ἐκάλυψεν αυτόν [sc. Διόνυσον], από τον
Αλεξανδρινό γεωγράφο Μνασέα)».
86
86 Dodds σε ελλην. μτφρ. (2004) 67.
39
3 (88a Kn., 67 N. 2nd
. ed.)
ὁ φόβος, ὅταν τις σώματος μέλληι πέρι
λέγειν, καταστὰς εἰς ἀγῶν’ ἐναντίον,
τό τε στόμ’ εἰς ἔκπληξιν ἀνθρώπων ἄγει
τὸν νοῦν τ’ ἀπείργει μὴ λέγειν ἃ βούλεται.
τῶι μὲν γὰρ ἔνι κίνδυνος, ὁ δ’ ἀθῶιος μένει.
ὅμως δ’ ἀγῶνα τόνδε δεῖ μ’ ὑπερδραμεῖν·
ψυχὴν γὰρ ἆθλα τιθεμένην ἐμὴν ὁρῶ
Stob. 3, 8, 12 (Hense 3, 342, 11) ( περὶ δειλίας) Ευριπ(ίδου) ἀκμί (S : om. AM) | in
ἀκμί (S) aut Ἀλκμαίωνι aut Ἀλκμήνηι latere videtur [vid. infra]
1 τις Paris. 1985 teste Gaisford : τι S | σώματος S : αἵματος N. sed improbantibus
Wilamowitz et Kannicht cf. Lys. Or. 5,1 περὶ ... τοῦ σώματος ... ἠγωνίζετο | μέλλει Paris
1985 teste Gaisford (μέλληι Dobree et edd. post Wagner): μέλη S || 2 εἰς Scaliger ap.
Grotium : ἐπ’ S | ad καταστὰς ... ἐναντίον Kannicht cf. HF 978 ἐναντίον σταθείς sim. || 3
ἀνθρώπων (ἀνων compendium S) ‘vitiosum’ Nauck (1889) || 3-4 τὸν νοῦν μὲν εἰς ἔκπληξιν
..., / τὸ στόμα τ’ ἀπείργει ... Bothe [/τὸ δὲ στόμ’ εἴργει ... Herwerden (1872)] sed vid.
Wilamowitz ad Her. 883 p. 199 || 5 ἀθῶιος S | versum metri causa damn. Wilamowitz
probantibus Fraenkel ms., van Looy , Snell, Jouan & van Looy, Collard & Cropp || 6
ὑπερδραμεῖν Paris 1985 (ubi teste Gaisford ὑποδραμεῖν ms. prim., ὑπερ- ms. sec.) dubitanter
Matthiae teste Kannicht confidenter van Looy teste Kannicht cf. v.l. ὑπεκ- / ὑπερ- Tro. 930,
Phoen. 578 sed coll. Alc. 489, El. 883, Or. 878, IA 1455 : δεῖ μ’ ἤδη δραμεῖν Bergk teste
Nauck (1889) || 7 ἆθλον Cobet (1878) 211 | κειμένην Lobeck (1809) 345 et Dobree
probantibus Cobet, Νauck, Hense, Bergk (1886) 277, al.
Το απόσπασμα δεν αποδίδεται από όλους τους μελετητές στην Αλκμήνη. Με
τον Gaisford, ο οποίος είκασε ότι το απόσπασμα ανήκει στον Αλκμαίωνα,
συντάχθηκαν ο Meineke, ο Nauck αρχικά (1856 και 1889), ο Wilamowitz, ο Snell, ο
Mette, ο van Looy (1964), οι Cropp & Fick και οι Jouan & van Looy (2002). Τον
Schow στην απόδοση του αποσπάσματος στην Αλκμήνη ακολούθησαν οι Engelmann,
Nauck (1892), Weil, Séchan, van Looy (1960), Kannicht (2004) και οι Collard &
Cropp (2008). Ο Kannicht υποστηρίζει ότι εφόσον το απ. 87b Kn. συμπεριλήφθηκε
στην Αλκμήνη, δεν υφίστανται λόγοι μετρικής φύσεως (ύπαρξη πολλών αναλογικά με
40
τα υπόλοιπα σωζόμενα αποσπάσματα αναλύσεων) για τους οποίους να αποκλειστεί
το εξεταζόμενο απόσπασμα από το έργο αυτό. Σημειωτέον ότι το έδαφος στο οποίο
στηρίζεται αυτή η άποψη δεν είναι στέρεο, αφού ο ίδιος ο Kannicht συγκαταλέγει με
επιφυλάξεις το απ. 87b στα αποσπάσματα της Αλκμήνης. Ωστόσο, το επιχείρημα που
αφορά στις μετρικές αναλύσεις και στην σχέση τους με την χρονολόγηση του έργου
(Webster87), πέρα από το ότι αποτελεί λήψη του ζητουμένου, λειτουργεί ασφυκτικά
για την διερεύνηση του αποσπάσματος. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως (στα
ερμηνευτικά σχόλια για το απ. 87b Kn.), η προσέγγιση του ίδιου θέματος από τους
Cropp & Fick είναι αποδοτικότερη. Η δυσκολία καθίσταται μεγαλύτερη από το
γεγονός ότι το γενικόλογο περιεχόμενο του αποσπάσματος δεν επιτρέπει ταύτιση με
συγκεκριμένη κατάσταση ή με συγκεκριμένο πρόσωπο. O van Looy88 υποστηρίζει
ότι συνεξετάζοντας παράγοντες όπως είναι η ατελής και ασαφής παράδοση, τα
μετρικά χαρακτηριστικά, το περιεχόμενο (ἀγὼν σώματος καὶ ψυχῆς πέρι) και ο
ρητορικός χαρακτήρας του αποσπάσματος, οδηγούμαστε στην απόδοσή του είτε στην
Αλκμήνη είτε στον Αλκμαίωνα τον δια Κορίνθου και στον αποκλεισμό της περίπτωσης
να ανήκει στον Αλκμαίωνα τον δια Ψωφίδος.
Για την λέξη ‘φόβος’ ως υποκείμενο του ρήματος ‘ἄγει’ συντασσόμενο με
αιτιατική και εμπρόθετο προσδιορισμό με την πρόθεση ‘εἰς’, η οποία σύμφωνα με
τον van-Looy (1964) 95 είναι μετρικά αναγκαία (ο τελευταίος παραβάλλει για το ‘εἰς’
στην ίδια μετρική θέση Ανδρομάχη 328 κατέστης εἰς ἀγῶν[α]) πρβλ. Ελένη 312 φόβος
γὰρ εἰς τὸ δεῖμα … μ’ ἄγει και για την επίδραση του φόβου στην ανθρώπινη
συμπεριφορά πρβλ. Σοφοκλή Αντιγόνη 505 λέγοιτ’ ἄν, εἰ μὴ γλῶσσαν ἐγκλήιοι φόβος.
Η γραφή ‘τις’ φαίνεται πιθανότερη, και λόγω του νοήματος του πρώτου δίστιχου και
επειδή η παράλειψη του ‘c’ στο S δικαιολογείται ικανοποιητικότερα ως σφάλμα του
αντιγραφέα. Η φράση ‘σώματος ... πέρι’, που σημαίνει ‘για την ζωή του’, απαντάται
συχνά στην αττική πεζογραφία και κυρίως στην ρητορική και την ιστοριογραφία:
Δημοσθ. 610. 5-7 τοῖς μὲν δούλοις τὸ σῶμα...τοῖς δ’ ἐλευθέροις... τοῦτό γ’ ἔνεστι
σῶσαι, Ισοκρ. 125Β τὸ μὲν πρῶτον ἐκλιπεῖν τὴν χώραν διενοήθη καὶ τὸ σῶμα
διασώζειν, Λυσι. 102. 35 εἰ μὲν περί ... τοῦ σώματος...ἠγωνίζετο, Αντιφών 117. 19 τοῦ
σώματος οὐκ ἀπεστερούμην. Βλ. και Θουκ. 1. 136 καὶ οὐκ ἐς τὸ σῶμα σώζεσθαι
ἐναντιωθῆναι..., σωτηρίας ἂν τῆς ψυχῆς ἀποστερῆσαι, Θουκ. 1. 85 περὶ πολλῶν
87 Webster (1967).
88 van Looy (1964) 310.
41
σωμάτων καὶ χρημάτων βουλεύσωμεν και Ξενοφ. Αναβ. 5, 5, 13 ἥκομεν ἀγαπῶντες ὅτι
τὰ σώματα διεσωσάμεθα καὶ τὰ ὅπλα. Στα συμφραζόμενα του αποσπάσματός μας η
λέξη ‘σώματος’ δεν αντίκειται στο νόημα. Επιπλέον, δεν εκπλήσσει στο πλαίσιο των
λεξιλογικών προτιμήσεων του Ευριπίδη ο οποίος συχνά υιοθετεί λέξεις της
πεζογραφίας και κατεξοχήν της ρητορικής.
89 Στο ίδιο πλαίσιο είναι ερμηνεύσιμη η
φράση ‘καταστὰς εἰς ἀγῶν’’ για την οποία πρβλ. Πλατ. Απολ. 24c ῥαδίως εἰς ἀγῶνα
καθιστὰς ἀνθρώπους και Πολ. 494e καὶ δημοσίαι εἰς ἀγῶνας καθιστάντας. Η λέξη
‘ἐναντίον’ εδώ είναι επίρρημα. Αυτό υποστηρίζει ο Kannicht, όπως φαίνεται από το
χωρίο που παραθέτει ως παράλληλο (Ηρακλής, 978 ἐναντίον σταθεὶς βάλλει πρὸς
ἧπαρ). Ο van Looy90 επιχειρηματολογεί κατά της περίπτωσης να πρόκειται για
επίθετο προσδιοριστικό του ‘ἀγῶν’, επισημαίνοντας ότι δεν συναντάμε αυτήν την
σύναψη πουθενά αλλού στον Ευριπίδη, ενώ βρίσκουμε το ουσιαστικό ‘ἀγών’
συνοδευόμενο από το επίθετο ‘μέγας’ πολλές φορές, καθώς και από άλλα επίθετα που
αναφέρονται σε κάποιον ειδικού τύπου αγώνα, όπως Ικέτιδες 706 ἰσόρροπος, Ορέστης
334 φόνιος, Ιφιγένεια την εν Αυλίδι 1096 κοινός, κ.α. Επίσης, εικάζει ότι ίσως
μπορούμε να διαβάσουμε ‘ὁ φόβος … καταστὰς ἐναντίος’, αλλά δεν προχωράει σε
διερεύνηση αυτής της εικασίας και παραμένει στην εκδοχή του επιρρήματος. Από την
άποψη του νοήματος το επίρρημα ‘ἐναντίον’ προσδιορίζει την μετοχή ‘καταστὰς’ και
συμπληρώνει την περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκεται το υποκείμενο
‘τις’.
Όσον αφορά στους στίχους 3-4 η πρόταση του Bothe απορρίπτεται και από
τον van Looy και από τον Kannicht. Αμφότεροι παραπέμπουν στον Wilamowitz ο
οποίος με μεγαλύτερη ευαισθησία από τον Bothe, είδε σε αυτό το δίστιχο ένα σχήμα
λόγου κι όχι μία παράλογη ακολουθία.91 Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει επιπλέον
στην υπερβολικά εκλογικευμένη αντιμετώπιση του δίστιχου την ακόμη πιο τολμηρή
διατύπωση από τον Ιππόλυτο 612 ἡ γλῶσσ’ ὀμώμοχ’, ἡ δὲ φρὴν ἀνώμοτος. Το
ουσιαστικό ‘νοῦς’ δεν απαντάται στον Ευριπίδη συναπτόμενο με το ρήμα ‘λέγω’.
Κατ’ αναλογίαν όμως βλ. Ελένη 122 νοῦς ὁρᾶι και Σοφοκλή Οιδ. Τύραννος 371
89 Βλ. Collard (1981) 25-6.
90 Van Looy (1964) 95.
91 Ο Wilamowitz (Her. 883 σελ. 198-9) αναφέρει:“Nur ein Dichter, der sich seiner
sprachschöpfenden Gewalt bewusst ist, aber auch bewusst mit der Sprache experimentiert,
kann so etwas wagen, unde die Erklärungen des Verstandes bleiben ohnmächtig”.
42
τυφλὸς τά τα’ ὧτα τόν τε νοῦν τά τ’ ὄμματ’ εἶ, Οιδ. Επί Κολωνώ 935-36 καὶ ταῦτα σοι/
τῶι νῶι θ’ ὁμοίως κἀπὸ τῆς γλώσσης λέγω και, τέλος, Επίχαρμου απ. 214 Κ.Α. νοῦς
ὁρῆι καὶ νοῦς ἀκούει. Για την σύναψη του ‘στόματος’ με την ‘ἔκπληξιν’ πρβλ. Ελένη
549 ἔκπληξιν ἡμῖν ἀφασίαν τε προστίθης και Φοίνισσες 960-1 Κρέον, τί σιγᾶις γῆρυν
ἄφθογγον σχάσας;/ κἀμοὶ γὰρ οὐδὲν ἧσσον ἔκπληξις πάρα, καθώς και τα παρόμοια
Ορέστης 549 τὸ γῆρας … τὸ σόν, ὅ μ’ἐκπλήσσει λόγου και Ιφιγένεια η εν Ταύροις 240 τί
δ’ἔστι τοῦ παρόντος ἐκπλῆσσον λόγου; Το ουσιαστικό ‘ἄνθρωπος’ θεωρήθηκε ύποπτο
από τον Nauck εξαιτίας της πεζότητάς του. Αν και στον Ευριπίδη απαντάται πολύ
συχνά, εδώ ηχεί πλεοναστικά. Οι εικασίες για αντικατάστασή του από άλλες λέξεις
απορρίπτονται από τον van Looy92: συγκεκριμένα, κατά την μαρτυρία του, ο Enger
προτείνει ‘ἔκπληξιν ἀφασίαν τε’ και ο Hense ‘ἀπορίαν τε’, αλλά το πρώτο θα
αποτελούσε ταυτολογία με το ‘ἀπείργει μὴ λέγειν ἃ βούλεται’ και το δεύτερο μετά το
‘ἔκπληξιν’ θα είχε ως αποτέλεσμα ένα ‘decrescendo’. Ο στίχος (5) δημιουργεί
υποψίες. Ο Wilamowitz, κατά την μαρτυρία του Kannicht, τον καταδίκασε για
μετρικούς λόγους, λόγω δηλαδή των αναλύσεων (στους Cropp & Fick Alk. K 67.5 2nd
longum resolution ἔνι κίνδυνος και 4
th longum resolution ὁ δ’ἀθῶιος).93 Οι Cropp &
Fick, οι οποίοι συγκαταλέγουν το απόσπασμα στον Αλκμαίωνα τον δια Κορίνθου, δεν
οβελίζουν τον στίχο αλλά τον αξιοποιούν στη μελέτη τους για τις μετρικές αναλύσεις
στον Ευριπίδη.
Προβληματική είναι και η νοηματική ανάλυση αυτού του στίχου. Ίσως αποβεί
αποτελεσματικότερη η εξέταση του στίχου ως προς την θέση που αυτός κατέχει στο
απόσπασμα, συγκριτικά με δύο άλλα χωρία, το απ. 22 Kn. (τὴν δ’ εὐγένειαν, πρὸς
θεῶν, μή μοι λέγε· / ἐν χρήμασιν τόδ’ ἐστί· μὴ γαυροῦ, πάτερ./ κύκλωι γὰρ ἕρπει· τῶι
μὲν ἔσθ’, ὁ δ’ οὐκ ἔχει· /κοινοῖσι δ’ αὐτοῖς χρώμεθ’· ὧι δ’ ἂν ἐν δόμοις/ χρόνον
συνοικῆι πλεῖστον, οὗτος εὐτυχής ) και το απ. 415 Kn. (ἄνασσα, πολλοῖς δ’ ἔστιν
ἀνθρώπων κακά,/ τοῖς δ’ ἄρτι λήγει, τοῖς δὲ κίνδυνος μολεῖν./ κύκλος γὰρ αὑτὸς
καρπίμοις τε γῆς φυτοῖς/ θνητῶν τε γενεᾶι· τῶν μὲν αὔξεται βίος,/ τῶν δὲ φθίνει τε καὶ
θερίζεται πάλιν). Τα τρία αποσπάσματα είναι γνωμολογικού περιεχομένου και η
δόμησή τους είναι παρόμοια. Προηγείται γενική διαπίστωση και ακολουθεί μερισμός
που αφορά σε δύο περιπτώσεις (ο ένας... ο άλλος) και που λειτουργεί ως επεξήγηση
της γενικής διαπίστωσης που προηγήθηκε. Όμως, στα απ. 22 Kn. και 415 Kn. είναι
92 van Looy (1964) 96.
93 Cropp & Fick (1985).
43
σαφή τόσο η έννοια που μερίζεται (στο απ. 22 Kn. εννοείται από τα συμφραζόμενα
‘εμείς οι άνθρωποι’ και στο απ. 415 Kn. δηλώνεται ‘ανθρώπων’), όσο και τα δύο
μέρη. Επίσης, το νόημα σημπληρώνεται και στις δύο περιπτώσεις με την εικόνα της
ανακύκλησης που διέπει τα ανθρώπινα (κύκλωι γὰρ ἕρπει και κύκλος γὰρ αὑτὸς...) και,
έτσι, ακολουθεί εύλογα ο μερισμός. Στο απ. 88a Kn., στο οποίο τόσο το συνολικό
περιεχόμενο όσο και το λεξιλόγιο παραπέμπουν σε Αγώνα, ο στίχος (5) που περιέχει
τα δύο μέρη (τῶι μὲν ... ὁ δ’...) δεν ακολουθεί με κάποιας μορφής λογική σχέση τους
προηγούμενους στίχους και, εντασσόμενος στην νοηματική ενότητα των τεσσάρων
πρώτων στίχων των οποίων το περιεχόμενο είναι γνωμολογικό, δεν αποτελεί
επεξήγηση της γενικής πληροφορίας που προηγήθηκε. Αν ο στ. (5) οβελιστεί, στην
ακολουθία 1-4 και 6-7 υπάρχει λογική συνοχή. Από την άλλη πλευρά, αν
διατηρήσουμε τον στίχο, πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτός έχει παρενθετικό
χαρακτήρα και αναφέρεται γενικόλογα σε δύο πρόσωπα, κατήγορο και
κατηγορούμενο, τα οποία όμως δεν συμμετέχουν στον παρόντα Αγώνα λόγων γιατί
σε αυτήν την περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε ικανοποιητικά την
προσωπική αναφορά (μ’) στον 6ο
 στίχο. Στο πλαίσιο της συνήθους στον Ευριπίδη
αντίθεσης μεταξύ γλώσσας και σκέψης θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η φράση
‘τῶι μὲν’ αναφέρεται στο ‘στόμα’ και το ‘ὁ δ’’ στον ‘νου’ λαμβάνοντας υπόψη και
την παρουσία των μορίων ‘μὲν’, ‘δέ’ και ‘γὰρ’ που φαίνεται να συνδέουν αρκετά
ισχυρά τα λεγόμενα του στίχου (5) με όσα προηγούνται. Ωστόσο, η αναζήτηση της
απόλυτης συμμετρίας στο συσχετισμό των ‘μὲν’ και ‘δέ’ με λέξεις της αμέσως
προηγούμενης πρότασης δεν είναι ασφαλής κίνηση όσον αφορά στην ποίηση.
94
Επιπλέον, με αυτήν την εικασία μάλλον κανείς ακροβατεί επικίνδυνα. Το επίθετο
‘ἀθῶιος’ εδώ έχει πιθανώς παρόμοια σημασία με αυτήν στην Μήδεια 1300 ἀθῶιος
αὐτὴ τῶνδε φεύξεσθαι δόμων. Σύμφωνα με το σχόλιο του Mastronarde95 για τη λέξη
αυτή στον εν λόγω στίχο το επίθετο έχει νομική σημασία και μεταφράζεται ως
‘ατιμώρητος’ συμπληρώνοντας το νόημα της έκφρασης ‘δώσει δίκην’ στον στ. 1298.
Πρβλ. και Βάκχες 672 λέγ’, ὡς ἀθῶιος ἐξ ἐμοῦ πάντως ἔσει.
Το απαρέμφατο ‘ὑπερδραμεῖν’ που σημαίνει ‘ξεπερνώ’, ‘υπερνικώ’ (βλ.
Τρωάδες 930 εἰ θεᾶς ὑπερδράμοι, Ίων 973 καὶ πῶς τὰ κρείσσω θνητὸς οὖσ’
ὑπερδράμω, Ελένη 1524 οὐ γὰρ ἐλπίδων/ ἔσω βέβηκα μίαν ὑπερδραμεῖν χέρα/
94 Βλ. Denniston (1954) 371-2 και σημ. 1.
95 Mastronarde (1994).
44
τοσούσδε ναύτας και Φοίνισσες 578 καὶ τὰ τοῦδ’ ὑπερδράμηι) νοηματικά είναι
καταλληλότερο στα συμφραζόμενά μας σε σχέση με το ‘ὑπεκδραμεῖν’ που σημαίνει
‘γλιτώνω’, ‘ξεφεύγω’ (βλ. Ανδρομάχη 338 ἢν δ’ οὖν ἐγώ μὲν μὴ θανεῖν ὑπεκδράμω και
Φοίνισσες 873 ὡς δὴ θεοὺς ὑπεκδραμούμενοι). Στα χωρία που προαναφέρθηκαν
καταγράφονται και οι δύο γραφές ‘ὑπεκ’ και ‘ὑπερ’ στα αντίστοιχα κριτικά
υπομνήματα. Ο Mastronarde (Phoen. 578)96 επισημαίνει ότι “the direction of
corruption is more commonly from ‘ὑπεκ’ to ‘ὑπερ’ ” αλλά στον συγκεκριμένο στίχο
υιοθετεί τη γραφή ‘ὑπερ’ ως καταλληλότερη νοηματικά. Η συνηθέστερη στον
Ευριπίδη και πιο αναμενόμενη γραφή, όπως παρατηρεί ο Kannicht παραβάλλοντας με
την Άλκηστη 489 οὐ τόνδ’ ἀγῶνα πρῶτον ἂν δράμοιμ’ ἐγώ, Ηλέκτρα 833 ἥκεις γὰρ οὐκ
ἀχρεῖον ἔκπλεθρον δραμὼν/ ἀγῶν’ ἐς οἴκους κ.α., θα ήταν η χρήση του απλού
ρήματος. Η φράση με τη χρήση του ‘δραμεῖν’ είναι συνήθης και έχει αποκτήσει
χαρακτήρα παροιμίας (βλ. Ηρόδοτος 8, 102 πολλοὺς ἀγῶνας δραμέονται περὶ σφέων
αὐτῶν και Αριστοφ. Σφήκες 375 τὸν περὶ ψυχῆς δρόμον δραμεῖν). Aν πρέπει να
επιλεγεί ένας σύνθετος τύπος, φαίνεται προτιμότερος ο τύπος ‘ὑπερδραμεῖν’ αφού ο
τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στον αγώνα που έχει να δώσει το πρόσωπο που
μιλάει δεν δείχνει ότι επιθυμεί ή έχει την δυνατότητα να τον αποφύγει, εφόσον,
μάλιστα, κάνει λόγο και για το αποτέλεσμά του στον στ. 7, δηλαδή το έπαθλο σε
περίπτωση νίκης, που θα είναι η ίδια του η ζωή. Ωστόσο, υπέρ της επιλογής της
γραφής ‘ὑπεκδραμεῖν’ συνηγορεί η αρχή ‘praestat difficilior lectio’. Επιπλέον, για την
σημασία του απαρεμφάτου εδώ, η οποία προσδιορίζεται μεταξύ του ‘ξεφεύγω’ και
του ‘υπερνικώ’, πρβλ. Θεοδέκτη απ. 10, 4 Snell & Kn. ἐλθόντ’ ἀγῶνα καὶ
δυσέκφευκτον κρίσιν. Για την πρόκριση του πληθυντικού ‘ἆθλα’ (έναντι του ενικού
ουδετέρου ‘ἆθλον’) με την σημασία του ‘έπαθλου’ δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι,
αφενός επειδή υπάρχει το παράλληλο χωρίο από την Ελένη 42-3 προυτέθην ἐγὼ μὲν
οὔ,/ τὸ δ’ὄνομα τοὐμόν, ἆθλον Ἕλλησιν δορός και, αφετέρου, επειδή στις Φοίνισσες
1262 καὶ τἆθλα δεινά, εκτός του ότι ο στίχος οβελίζεται από τον Valckenaer κατά τη
μαρτυρία του Mastronarde, ο πληθυντικός (που αναφέρεται στην απώλεια των δύο
γιων και στα δάκρυα της Ιοκάστης όπως διευκρινίζεται παρακάτω) προσδιορίζεται
αόριστα με το επίθετο ‘δεινά’, ενώ στον στίχο (7) του αποσπάσματός μας
προσδιορίζεται συγκεκριμένα με το ουσιαστικό ‘ψυχήν’.
96 Mastronarde (1994).
45


4 (89 Kn.)
οὐ γάρ ποτ’ εἴων Σθένελον εἰς τὸν εὐτυχῆ
χωροῦντα τοῖχον τῆς δίκης ἀποστερεῖν
Ar. Ran. 536 μετακυλίνδειν αὑτὸν ἀεὶ πρὸς τὸν εὖ πράττοντα τοῖχον, ubi Σ VEBarbΘ
ad ‘μετακυλίνδειν’ (VE) ~ Sud. τ 174 Adler (Ar. Ran. 534-8) fin. ὅμοιον τῶι ἐν
Ἀλκμήνηι Εὐριπίδου
1 ποτε BarbΘ | εἰς τὸν om. Σ Ar. || 2 δίκης ἀποστερεῖν V : <σ’> ἀποστερεῖν Grotius :
δίκης ἀποστατεῖν Wecklein (1921) teste Kannicht et Wil. ms. teste Kannicht
Η αναφορά του ονόματος του Σθένελου παραπέμπει στην αφήγηση του
[Απολλόδωρου] σύμφωνα με την οποία ο Αμφιτρύωνας σκότωσε από λάθος τον
Ηλεκτρύωνα ‘ὅθεν λαβὼν ταύτην τὴν πρόφασιν Σθένελος παντὸς Ἄργους ἐξέβαλεν
Ἀμφιτρύωνα, καὶ τὴν ἀρχὴν τῶν Μυκηνῶν καὶ τῆς Τίρυνθος αὐτὸς κατέσχε’. Εικάζεται
από τον Robert (1919) teste Kannicht ότι το πρόσωπο που μιλάει είναι πιθανώς ο Δίας
που ως από μηχανής θεός απευθύνεται στον Αμφιτρύωνα για να τον διαβεβαιώσει ότι
ποτέ δεν θα επέτρεπε στον Σθένελο να στερήσει από τον Αμφιτρύωνα το δίκιο του,
αλλά, προσθέτει, ‘είχα ορίσει η Αλκμήνη να γεννήσει από μένα τον Ηρακλή στη
Θήβα’. Ο Robert θεωρεί ανάλογη περίπτωση αναδρομικής αναφοράς από μηχανής
θεού τους στ. 1658-61 από την Ελένη, όπου τον λόγο εκφέρει ο Κάστωρ : πάλαι δ’
ἀδελφὴν κἄν πρὶν ἐξεσώσαμεν,/ ἐπείπερ ἡμᾶς Ζεὺς ἐποίησεν θεούς/ ἀλλ’ ἥσσον’ ἦμεν
τοῦ πεπρωμένου θ’ ἅμα/ καὶ τῶν θεῶν, οἷς ταῦτ’ ἔδοξεν ὧδ’ ἔχειν. Το απόσπασμα
συσχετίζουν με εμφάνιση από μηχανής θεού χωρίς να τον προσδιορίζουν και οι
Collard & Cropp (2008).
Το απόσπασμα θεωρείται διαφωτιστικό για την ανασύνθεση της υπόθεσης της
Αλκμήνης αφού, κατά τους Jouan & van Looy, δεν αφήνει περιθώρια για συσχετισμό
της με έργα όπως ο Ραδάμανθυς ή ο Λικύμνιος σύμφωνα με τις προτάσεις
ανασύνθεσης των Welcker και Hartung αντίστοιχα. Από την άλλη πλευρά όμως, το
απόσπασμα χαρακτηρίζεται δυσερμήνευτο από τον Nauck (1889) και τους Jouan &
van Looy (2002). Οι τελευταίοι δεν βλέπουν θετικά την άποψη ότι πρόκειται για
λεγόμενα του Δία ως από μηχανής θεού με το επιχείρημα ότι δεν απαντάται άλλη
παρόμοια περίπτωση εμφάνισης του θεού. Αποδίδουν τους στίχους, ως αυτοαναφορά, 
46
στον Αμφιτρύωνα υποθέτοντας ότι το ρήμα ‘εἴων’ βρίσκεται σε πρώτο ενικό
πρόσωπο, αλλά δεν παραθέτουν σχετικά παράλληλα. Διερωτώνται, ωστόσο, μήπως
το ‘εἴων’ βρίσκεται στο τρίτο πληθυντικό πρόσωπο, χωρίς να προχωρούν περαιτέρω
τον συλλογισμό τους. Το υποκείμενο του ρήματος ‘εἴων’ είναι δύσκολο να
προσδιοριστεί και λόγω της διττής υπόστασης του γραμματικού τύπου και λόγω της
γενικότερης άγνοιας της υπόθεσης του έργου. Θα μπορούσε, επιπλέον, να μην
ταυτίζεται το υποκείμενο του ρήματος με το πρόσωπο που εκφέρει αυτούς τους
στίχους αν, φέρ’ ειπείν, ένα πρόσωπο αναφέρεται στη δράση άλλων, για παράδειγμα
των θεων, είτε σε τρίτο πρόσωπο είτε –μεταφέροντας τα λεγόμενα άλλου προσώπου
σε ευθύ λόγο- σε πρώτο πρόσωπο. Βαδίζουμε σε πιο στέρεο έδαφος όταν εξετάζουμε
την φράση ‘εἰς τὸν εὐτυχῆ χωροῦντα τοῖχον’. Πρόκειται για μεταφορά που
περιγράφει την καιροσκοπική στάση ζωής ή την συμπόρευση με την εκάστοτε
κατάσταση, πρβλ. Ορέστης 896 ἐπὶ τὸν εὐτυχῆ/πηδῶσ’ἀεὶ κήρυκες (με το μέρος του
επιτυχημένου/ νικητή). Ο Willink97 σχολιάζει σχετικά ότι πρόκειται για ιδιωματική
φράση και παραβάλλει στον στίχο αυτό το απ. 89 Kn. και τους στ. 536-537α των
Βατράχων οι οποίοι ανήκουν σε μία στροφική ενότητα όπου περιγράφεται ο
καιροσκοπισμός του Θηραμένη. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Willink, ο di
Benedetto προτείνει να εννοήσουμε ως συμπλήρωμα του ἐπὶ τὸν εὐτυχῆ του 896 από
τον Ορέστη το ‘τοῖχον’. Για το ‘τοῖχον’ με την σημασία της ‘πλευράς’ πρβλ. Τρωάδες
116-8 ὥς μοι πόθος εἱλίξαι/ καὶ διαδοῦναι νῶτον ἄκανθάν τ’/ εἰς ἀμφοτέρους τοίχους
και Ελένη 1573 ἄλλοι δὲ τοίχους δεξιοὺς λαιούς τ’ ἴσοι. Η διατύπωση αυτή που
αναφέρεται στην τύχη, την οποία εκμεταλλεύτηκε ή θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί ο
Σθένελος, δείχνει ότι ο Ευριπίδης, πιθανώς, ακολούθησε την εκδοχή σύμφωνα με την
οποία ο Αμφιτρύωνας από λάθος, και όχι από πρόθεση, σκότωσε τον Ηλεκτρύωνα
και, κατά συνέπεια, έχασε τα δικαιώματά του. Το στοιχείο αυτό θα ενίσχυε την
τραγικότητα της μοίρας αυτού του προσώπου. Η λέξη ‘δίκης’ εδώ σημαίνει δικαίωμα
πρβλ. Ανδρομάχη 555-6 τίνι δίκηι … ἄγουσί σε.
97 Willink στον Ορέστη (1986).
47
5 (90 Kn.)
πόθεν δὲ πεύκης πανὸν ἐξηῦρες λαβεῖν;
Pollux 10, 117 (2, 225, 12 Bethe) πανός μέντοι καὶ φανός ἡ λαμπάς, ὡς ὅταν φῆι ἐν
τῆι Ἀλκμήνηι Εὐριπίδης ‘πόθεν δὲ ... λαβεῖν;’
πανὸν CL; φανὸν FS (cf. Athen. 15 p. 699D sqq. et S.F 184 Radt); cf. Athen. l.l. 700de ;
‘πανὸν’, ‘πόθεν’ et ‘πεύκης’ similem sonum habent. || ἐξεῦρες libri; ἐξηῦρες Nauck
probantibus Kannicht et Jouan & van Looy.
Για το ερωτηματικό ‘πόθεν’ το οποίο δεν σημαίνει εδώ ‘από πού’ αλλά ‘πώς
και’ πρβλ. Ευρ.Βάκχες 465 πόθεν δὲ τελετὰς τάσδ’ ἄγεις ἐς Ἑλλάδα και ib. 648 πόθεν
σὺ δεσμὰ διαφυγὼν ἔξω περᾶις, Ιφιγ.η εν Αυλίδι 1237 πόθεν ἦλθ’ ἐπ’ ὀλέθρωι τὠμῶι
πάτερ; (del. Matthiae teste Stockert), καθώς και Αισχ. Χοηφόροι 515 πόθεν χοὰς
ἔπεμψεν. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με το ‘ἐξηῦρες’ που ερμηνεύεται ως ‘σκέφτηκες’
το νόημα της φράσης είναι ‘μα πώς σκέφτηκες να’ (πρβλ. Μήδεια 260 ἤν μοι πόρος
τις μηχανή τ’ ἐξευρεθῆι, Πλάτωνα Πολιτεία 566b τὸ δὴ τυραννικὸν αἴτημα τὸ
πολυθρύλητον ἐπὶ τούτωι πάντες οἱ εἰς τοῦτο προβεβηκότες ἐξευρίσκουσιν, ib.375c :
πόθεν ἅμα πρᾶιον καὶ μεγαλόθυμον ἦθος εὑρήσομεν, και Ευθύδημος 273 πόθεν τοῦτο
τὸ ἕρμαιον ηὑρέτην). Για τη σύνταξη του ρ.‘ἐξευρίσκω’ με απαρέμφατο και με τη
σημασία του ‘σκέφτομαι, επινοώ’ πρβλ. Ηροδότου 1, 196 ἄλλο τι ἐξευρήκασι
γενέσθαι. Ο τύπος ‘ἐξηῦρες’ προκρίνεται έναντι του μεταγενέστερου ‘ἐξεῦρες’.98
Ο Webster99 αποδίδει σε αυτήν την ερώτηση χαρακτήρα μομφής
(προερχόμενης ίσως από τον Δία με αποδέκτη τον Αμφιτρύωνα), υποθέτοντας ότι
περιλαμβάνεται σε μία ρήση ενός προσώπου που περιγράφει όσα διαδραματίστηκαν
στο εσωτερικό του παλατιού και τα οποία απεικονίζονται στα αγγεία. Παράλληλα
χωρία θεωρεί α) σε σχέση με το χαρακτήρα μομφής, τον στ. 547 της Ανδρομάχης (τί
ταῦτα; πῶς ταῦτ’;) και β) για την μεταφορά, σε ευθύ λόγο, των λεγομένων (ερώτησης)
κάποιου προσώπου στο πλαίσιο μιας ρήσης, τον στ. 1210 του Ίωνα (βοᾶι δε· τίς μ’
ἔμελλεν ἀνθρώπων κτανεῖν;). Με την σκηνή της πυράς συσχετίζουν το απόσπασμα
98 Threatte (1980) τ. Α 385, τ. Β 482.
99 Webster (1953) 87 και (1967) 93.
48
και ο Kannicht100 και οι Jouan & van Looy.
101 Οι τελευταίοι, προφανώς έχοντας κατά
νου συγκεκριμένη αγγειογραφία (Εικ. 1), διατυπώνουν την υπόθεση ότι τον πυρσό
κρατάει ο Αμφιτρύων ή ο ‘υπηρέτης του’ Αντήνωρ. Πέρα από το γεγονός ότι η
υπόθεση αυτή στηρίζεται υπερβολικά στην αξιοπιστία των αγγειογραφιών, στην
πραγματικότητα με αυτήν επιχειρείται επιπλέον ερμηνεία της αγγειογραφίας με
αυθαίρετο τρόπο όσον αφορά στην ταυτότητα του προσώπου που φέρει το όνομα
‘Αντήνωρ’. Δεν συνηθίζεται να προσγράφονται ονόματα σε απεικονίσεις προσώπων
που ανήκουν στο υπηρετικό προσωπικό.102 Είναι πολύ πιθανό ο στίχος να αναφέρεται
στην σκηνή της πυράς και πράγματι φαίνεται να εκφράζεται με αυτόν, αν όχι μομφή,
έκπληξη. Ωστόσο, δεν φαίνεται πιθανό να φέρει τον πυρσό ένας υπηρέτης έχοντας
λάβει την πρωτοβουλία και, άρα, δεν μπορεί να απευθύνεται σε αυτόν η ερώτηση.
Επιπλέον, ο Δίας, που ως από μηχανής θεός είτε εμφανίζεται στο τέλος του έργου είτε
η επέμβασή του περιγράφεται από έναν θεράποντα του οίκου, δεν περιμένουμε να
εκπλήσσεται και να απευθύνει ερωτήσεις στον Αμφιτρύωνα, ούτε να εκφράζει την
μομφή του με τόνο οικειότητας που μάλλον θα είχε κωμικό αποτέλεσμα.
100 Kannicht (2004) 223.
101 Jouan & van Looy (2002) 126.
102 Stärk (1982) 299.
49
6 (91 Kn.)
ἀτρέκεια δ’ ἄριστον ἀνδρὸς ἐν πόλει δικαίου
Stob. 4, 1, 24 (Hense 4, 7, 7) (περὶ πολιτείας) Εὐριπίδου (ΜΑ : τ(οῦ) αὐτ(οῦ) S)
Ἀλκμήνης
δικαίου πέλει SM et supra scr. manus prima A : πέλει Nauck sed Wil. damn. metri causa
probante Kannicht | ἀτρέκεια δέ/ ἄριστον ἀνδρὸς ὅπλον ἐνδίκου πόλει Herwerden (1862)
sed Kannicht indicit v. ἀτρεκής numquam ap.Euripidem in trim. occurit.
Οι Cropp & Fick103 δεν συμπεριλαμβάνουν το απόσπασμα στα ανήκοντα στην
Αλκμήνη θεωρώντας το αβέβαιο και μένοντας συνεπείς στην αρχή τους να
απορρίπτουν μέρος του υλικού που ίσως αλλοιώνει την εικόνα του δείγματός τους και
οδηγεί σε παρανοήσεις, έστω και με κόστος την μείωση του εξεταζόμενου δείγματος.
Σημειωτέον, ωστόσο, ότι ο Cropp και ο Collard104 στην έκδοσή τους των
αποσπασμάτων του Ευριπίδη το συγκαταλέγουν στα αποσπάσματα της Αλκμήνης και
μάλιστα το αποδίδουν στον Χορό. Το ουσιαστικό ‘ἀτρέκεια’ δεν μαρτυρείται άλλη
φορά στους τραγικούς. Το βρίσκουμε στον Ηρόδοτο 4, 152 πάντων τῶν ἡμεῖς
ἀτρεκείην ἴδμεν και 6,1 εἰδὼς τὴν ἀτρεκείην τῆς ἀποστάσεως όπου σημαίνει ‘ακριβής
(γνώση)’ και στον Πίνδαρο απ. 232,4 δίχα μοι νόος ἀτρέκειαν εἰπεῖν με παρόμοια
σημασία, αλλά και, με την σημασία της ‘Δικαιοσύνης’ (Ἀτρέκεια προσωποποιημένη),
Ολ. 10 (11), 17 νέμει γὰρ Ἀτρέκεια πόλιν/ Λοκρῶν Ζεφυρίων. Το επίθετο ‘ἀτρεκής’
(συνηθισμένο, όπως και το επίρρημα, στον Όμηρο με την σημασία του ‘αληθούς’,
‘ακριβούς’, ‘βέβαιου’) το βρίσκουμε στον Ευριπίδη πάντα σε λυρικά μέρη, όπως
επισήμανε ο Kannicht ο οποίος παραθέτει τα εξής σχετικά χωρία: Ιππόλυτος 261
ἀτρεκεῖς ἐπιτηδεύσεις, ib. 1115 δόξα δὲ μητ’ ἀτρεκὴς μητ’ αὖ παράσημος ἐνείη, καθώς
και απ. 315 Kn. ἀτρεκήσασα, απ. 472, 8 Kn. σ’ ἀτρεκεῖς ἁρμοὺς κυπάρισσος (και για
το επίρρημα το αμφισβητούμενο αδέσποτο απ. 713 ]η καὶ γοερῶν σαβάνων ἀτρεκῶς [.
Για το επίθετο ως προσδιοριστικό προσώπου που χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα
και ακριβοδίκαιη κρίση πρβλ. Πίνδαρος Ο. 3, 12 ἀτρεκὴς Ἑλλανοδίκας γλεφάρων
103 Cropp & Fick (1985).
104 Collard & Cropp (2008).
50
Αἰτωλὸς ἀνὴρ ὑψόθεν. Την τελευταία αυτή σημασία φαίνεται να έχει η λέξη στο
απόσπασμά μας.
Το ρήμα ‘πέλει’ δεν είναι απαραίτητο για να ολοκληρωθεί το νόημα του
στίχου. Υπάρχει ήδη η νοηματική αυτοτέλεια και ο αποφθεγματικός χαρακτήρας.
Από την άλλη πλευρά η τοποθέτησή του στο τέλος του συγκεκριμένου στίχου
συνάδει με τον γνωμολογικό του χαρακτήρα (πρβλ. Ευρ. Μήδεια 520 και Αισχ.
Αγαμέμνων 1124, Ευμενίδες 233, Σοφ. Αντιγόνη 332-3,). Ο Kannicht περιγράφει την
μετρική δομή του αποσπάσματος με λυρικά μέτρα ( γλυκώνειος- ίαμβος- βακχείος |
είτε ιππωνάκτειος | κρητικός βακχείος (ιθυφαλλικός) και επισημαίνει, αντικρούοντας
την πρόταση του Herwerden, ότι η λέξη ‘ἀτρεκής’ δεν απαντάται πουθενά σε
τρίμετρο στον Ευριπίδη. Σε σχέση με την εν λόγω πρόταση μπορούμε να
παρατηρήσουμε, επίσης, ότι η λ. ‘ὅπλον’ στον ενικό αριθμό, όπου απαντάται στον
Ευριπίδη (Ηρακλής 161, 570 και 942), έχει κυριολεκτική σημασία, ενώ η μεταφορική
σημασία είναι μεταγενέστερη (πρβλ. Μενάνδρου Γνῶμαι Μονοστ. 604 ὅπλον μέγιστον
ἐν βροτοῖς τὰ χρήματα και 613 ὅπλον μέγιστόν ἐστιν ἀνθρώποις λόγος και τον στίχο
Αγνώστου ποιητού στα Ηθικά (2. 21 Ε) του Πλουτάρχου : ποτὶ τὸν πονηρὸν οὐκ
ἄχρηστον ὅπλον ἁ πονηρία), ενώ το επίθετο ‘ἔνδικος’ δεν το συναντάμε πουθενά στον
Ευριπίδη.
Το απόσπασμα έχει αποφθεγματικό χαρακτήρα, πράγμα που οδηγεί στο να
υποψιαζόμαστε πιθανές παρεμβάσεις από ανθολόγους και αντιγραφείς. Αναφορικά με
το νόημα αυτού του αποσπάσματος και την θέση του στο δράμα δεν μπορούμε να
θεμελιώσουμε κάποια υπόθεση. Αν όμως βασιστούμε στην μαρτυρία του Στοβαίου
και αν το δούμε σε συνδυασμό με τα αποσπ. 7 (92 Kn.), 9 (94 Kn.) και 10 (95 Kn.) τα
οποία περιέχουν σχόλια πολιτικού περιεχομένου, μπορούμε να εικάσουμε ότι σε ένα
μέρος αυτού του έργου –κατά πάσα πιθανότητα στον Αγώνα- ο Ευριπίδης, ως
συνήθως, προεκτείνει δράσεις και σκέψεις των ηρώων του πέρα από το μυθολογικό
ιστό, ως τις πολιτικές αντιλήψεις και τις συμπεριφορές των ανθρώπων της εποχής
του.105 Ο στίχος εξάλλου, εξαιτίας της μετρικής μορφής του, θα μπορούσε να
αποτελεί μέρος των σχολίων του κορυφαίου του Χορού του είδους που συναντάμε σε
Αγώνες λόγων, σχόλια δηλαδή με γενικόλογο περιεχόμενο, τα οποία δεν σχετίζονται
άμεσα με τα γεγονότα στην λεπτομέρειά τους.
105 Collard (1981) 32.
51
7 (92 Kn.)
ἴστω τ’ ἄφρων ὢν ὅστις ἄνθρωπος γεγώς
δῆμον κολούει χρήμασιν γαυρούμενος
Stob. 4, 4, 9 (Hense 4, 186, 8) (περὶ τῶν ἐν ταῖς πόλεσι δυνατῶν) Εὐριπίδου
Ἀλκμήνης (MA : om. S)
1 ἴστω τ’ MA et Kannicht : ἴστω δ’ Gesner | ἄνθρωπος γεγώς MA et Kannicht cf. F 406, 2 .
843, 1~ θνητὸς γεγώς F 392 et Alc. 799, F 1074sq., F 986 : ὄλβιος γεγώς Herwerden : ἐν
πρώτοις γεγώς Busche : αὐθάδης γεγώς Gomperz || 2 κολούει Α : κωλύει Μ : Di Benedetto
cf. Hdt. 5, 92ζ καὶ ἐκόλουε αἰεὶ ὅκως τινὰ ἴδοι τῶν ἀσταχύων ὑπερέχοντα, κολούων δὲ ἔρριπτε
: vid. sim. Sositheus F 2, 19-20 τὸν ξένον δὲ δράγματι/ αὐτῶι κολούσας κρατὸς ὀρφανὸν φέρει,
sed vid. F 626, 6 Kn. et F 1055 Kn.
Η εναλλακτική χρήση των μορίων ‘τε’ και ‘δε’ στην συγκεκριμένη περίπτωση
δεν δημιουργεί αξιόλογη σημασιολογική διαφορά, εφόσον εδώ φαίνεται να επιτελούν
την ίδια λειτουργία, δηλαδή να προσθέτουν ένα ακόμη στοιχείο, να συνεχίζουν έναν
συλλογισμό που έχει αρχίσει από πριν.106 Το απόσπασμα πιθανώς ανήκει στα
λεγόμενα κάποιου προσώπου (ίσως στο πλαίσιο ενός Αγώνα) που προσπαθεί να
προσθέσει σε ένα προηγούμενο του αποσπάσματος επιχείρημά του ένα ακόμη. Η
προστακτική ‘ἴστω’ στην αρχή του στίχου δείχνει την προσπάθεια του ομιλούντος
προσώπου να πείσει τον συνομιλητή του. Πρόκειται για σχόλιο πολιτικού
περιεχομένου που τόσο στο περιεχόμενο όσο, κυρίως, στο λεξιλόγιο πλησιάζει στο
απ. 626 Kn. δήμωι δὲ μήτε πᾶν ἀναρτήσηις κράτος,/ μήτ’ αὖ κακώσηις, πλοῦτον
ἔντιμον τιθείς./…/κώλυε δ’ἄνδρα παρὰ δίκην τιμώμενον. Από την άποψη αυτή η
φράση ‘ἄνθρωπος γεγώς’ χωρίς να δημιουργεί προβλήματα στην ολοκλήρωση του
νοήματος, δεν συνάδει πλήρως με το πολιτικό περιεχόμενο του αποσπάσματος. Όπου
την συναντάμε, αυτήν ή την συνώνυμή της (‘θνητὸς γεγώς/ὢν’), τα συμφραζόμενα
αφορούν στην ανθρώπινη κατάσταση γενικά ή, ειδικότερα, έναντι της θεϊκής, στον
ευμετάβλητο χαρακτήρα της και, κυρίως, στον πόνο που προκαλούν οι δυσάρεστες
ανατροπές της τύχης πρβλ. Med. 1018 κούφως φέρειν χρὴ θνητὸν ὄντα συμφοράς,
106 Denniston (1934) 162-3 και 497.
52
Phoen. 1763 τὰς γὰρ ἐκ θεῶν ἀνάγκας θνητὸν ὄντα δεῖ φέρειν, Βa. 199 οὐ καταφρονῶ
‘γὼ τῶν θεῶν θνητὸς γεγώς, απ. 406 Kn. μὴ σκυθρωπὸς ἴσθ’ ἄγαν/ πρὸς τοὺς κακῶς
πράσσοντας, ἄνθρωπος γεγώς, απ. 1075 Kn. θνητὸς γὰρ ὢν καὶ θνητὰ πείσεσθαι δόκει,
απ. 908b Kn. μή νυν τὰ θνητὰ θνητὸς ὢν ἀγνωμόνει , και τα παρόμοια απ. 418 Kn.
γίγνωσκε τ’ ἀνθρώπεια μηδ’ ὑπερμέτρως/ ἄλγει και Αισχύλου απ. 159,3 Radt γίγνωσκε
τἀνθρώπεια μὴ σέβειν ἄγαν. Για την πρόταση του Herwerden (‘ὄλβιος’) πρβλ.
Ικέτιδες 862 ἥκιστα δ’ ὄλβωι γαῦρος ἦν. Στα απ. 661, 1-5 Kn. οὐκ ἔστιν ὅστις πάντ’
ἀνὴρ εὐδαιμονεῖ … πολλοὺς δὲ πλούτωι καὶ γένει γαυρουμένους …, και απ. 1113a Kn.
ὅταν ἴδηις πρὸς ὕψος ἠρμένον τινά/ λαμπρῶι τε πλούτωι καὶ γένει γαυρούμενον/ ὀφρύν
τε μείζω τῆς τύχης ἐπηρκότα,/ τούτου ταχεῖαν νέμεσιν εὐθὺς προσδόκα, συναντάμε έναν
παραπλήσιο συσχετισμό των λέξεων ‘γαυρούμενος’ και ‘πλοῦτος’ που, όμως, για
ακόμη μία φορά, αναφέρεται στην ανθρώπινη κατάσταση και την προσωπική
ευδαιμονία και όχι στην πολιτική ζωή. Η φράση, λοιπόν, ‘ἄνθρωπος γεγώς’ απαντά
συχνά σε νοηματική σύναψη με την μετοχή ‘γαυρούμενος’, με το ‘τοῖς χρήμασι’ και
με τον χαρακτηρισμό ‘ἄφρων’ (πρβλ. Μενάνδρου Γνῶμαι Μονόστ. 69 Ἀβέβαιόν ἐστι
πλοῦτος, ἐάν τις εὖ φρονῆ), αλλά όχι με την φράση ‘δῆμον κολούει’. Το ρήμα
‘κολούει’, εδώ χρησιμοποιείται με την μεταφορική του σημασία η οποία, όπως
φαίνεται, είχε περάσει στην καθομιλουμένη πρβλ. Πλάτωνα Απολογία 39d μὴ τοὺς
ἄλλους κολούειν ἀλλ’ ἑαυτὸν παρασκευάζειν ὅπως ἔσται ὡς βέλτιστος και Πλάτωνα
Νόμοι 731 Α ὁ μὲν γὰρ τοιοῦτος τὰς πόλεις αὔξει, ἁμιλλώμενος μὲν αὐτός, τοὺς ἄλλους
δὲ οὐ κολούων διαβολαῖς.Τα χωρία αυτά περιέχουν παρόμοια με το ευριπίδειο
απόσπασμα συλλογιστική : ‘κολούω=εμποδίζω, ανακόπτω, περιορίζω τους άλλους’
σε αντιπαράθεση με μία κατάσταση και στάση του αναφερόμενου προσώπου. Αυτή η
κατάσταση και στάση μπορεί να περιγραφεί ως εξής : ματαιοδοξία και αλαζονική
συμπεριφορά εξαιτίας του πλούτου που διαθέτει κανείς. Υποθέτουμε ότι η αλαζονία
αυτή χαρακτηρίζει την συμπεριφορά προσώπου με κύρος και εξουσία, αφού
αποδέκτης της είναι ο δῆμος, πρβλ. Ανδρομάχη 699-700 σεμνοὶ δ’ ἐν ἀρχαῖς ἥμενοι
κατὰ πτόλιν/ φρονοῦσι δήμου μεῖζον. Πολλά ερωτήματα ανακύπτουν : αναφορικά με
την συμπεριφορά ποιου προσώπου γίνεται το σχόλιο; Του Αμφιτρύωνα, που έχοντας
επιστρέψει πλούσιος από την εκστρατεία του, δείχνεται σκληρός και ανάλγητος;
Ποιος σχολιάζει; Ο Τειρεσίας που τον νουθετεί; Ποιος είναι ο δῆμος που
περιφρονείται; Ένας Χορός αποτελούμενος από πολίτες που εμπλέκονται δυναμικά
στην ροή των γεγονότων; Ελλείψει στοιχείων, όλα μένουν στην σφαίρα της εικασίας. 
53
8 (93 Kn.)
ἀεὶ δ’ ἀρέσκειν τοῖς κρατοῦσι· ταῦτα γάρ
δούλοις ἄριστα· κἀφ’ ὅτωι τεταγμένος
εἴη τις, ἁνδάνοντα δεσπόταις ποιεῖν
Stob. 4, 19, 27 (Hense 4, 427, 3) (περὶ δεσποτῶν καὶ δούλων) Εὐριπίδου Ἀλκμήνης
(MA : om. S)
2 κἀφότω M : κἀφί τωι A
Πρόκειται για κοινότοπη αντίληψη την οποία συναντάμε διατυπωμένη στην
απλή της μορφή στο σατυρικό δράμα πρβλ. απ. 313 Kn. δούλωι γὰρ οὐχ οἷόν τε
τἀληθῆ λέγειν,/ εἰ δεσπόταισι μὴ πρέποντα τυγχάνοι και απ. 375 Kn. +πιστὸν μὲν οὖν
εἶναι χρὴ τὸν διάκονον/ τοιοῦτον τ’ εἶναι+ καὶ στέγειν τὰ δεσποτῶν και σε πιο
σύνθετους συλλογισμούς στην τραγωδία πρβλ. Φοίνισσες 391-3 Πολ. ἕν μὲν μέγιστον·
οὐκ ἔχει παρρησίαν/ Ιοκ. δούλου τόδ’ εἶπας, μὴ λέγειν ἅ τις φρονεῖ/ Πολ. τὰς τῶν
κρατούντων ἀμαθίας φέρειν χρεὼν. Το μοτίβο του πιστού δούλου που δηλώνει την
αφοσίωσή του είναι σύνηθες (πρβλ. Ανδρομάχη 56-9 και 87-90, Ίων 850-8, Ελένη
726-33 και 1640-41, απ. 85 Kn, απ. 529 Kn.). Στο απόσπασμα δεν εκφράζεται η
συμπάθεια του δούλου προς τα δεινά του κυρίου του (όπως στην Μήδεια 54-5
χρηστοῖσι δούλοις ξυμφορὰ τὰ δεσποτῶν/ κακῶς πίτνοντα και στις Βάκχες 1027-[28]
ὥς σε στενάζω, δοῦλος ὢν μέν, ἀλλ’ ὅμως/[χρηστοῖσι δούλοις συμφορὰ τὰ
δεσποτῶν](damn. Tyrrell et Dodds). Τα λεγόμενα, με τον αξιωματικό τους
χαρακτήρα, φαίνεται να δικαιολογούν συμπεριφορά που είτε έχει ήδη εκδηλωθεί, είτε
πρόκειται να εκδηλωθεί στην συνέχεια πρβλ. Ηλέκτρα 632-3 Ορ. ἡμῖν ἄν εἶεν, εἰ
κρατοῖμεν, εὐμενεῖς;/ Πρ. δούλων γὰρ ἴδιον τοῦτο . Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι
εκφέρονται από δούλο πρβλ. Ιφιγένεια την εν Αυλίδι 312 Πρ. ἀλλ’ εὐκλεές τοι
δεσποτῶν θνήσκειν ὕπερ και Ίων 850-6 και (αυτ.) 1040-43 ἡμεῖς δ’ ἐφ’ ὧι τετάγμεθ’
ἐκπονήσομεν/.../ ἐχθρὸν δ’ ἐπ’ ἄνδρα στεῖχε δεσποτῶν μέτα,. Τα λεγόμενα στο
απόσπασμα μπορούν να συσχετιστούν με την συμπεριφορά δούλου με σημαντικές
αρμοδιότητες, όπως είναι η Τροφός ή ο Παιδαγωγός. Όμως τίποτε δεν αποκλείει να
μην εμπλέκεται η συμπεριφορά ενός δούλου στα διαδραματιζόμενα, αλλά να
σχολιάζεται με αυτόν τον τρόπο η συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου σε
αντιδιαστολή με την δουλικότητα πρβλ. Φοίνισσες 391-3 (βλ. προηγουμένως).
54
9 (94 Kn.)
τῶν γὰρ δυναστῶν πλεῖστος ἐν πόλει λόγος
Stob. 4, 4, 7 (Hense 4, 186, 2) (περὶ τῶν ἐν ταῖς πόλεσι δυνατῶν) Ἀλκμήνη (S : om.
MA) recurrit Floril. Monac. 126 et Floril. Leid. 119
δυναστῶν S : τῶν δυνατῶν Floril. Monac. : τῶν γὰρ δυνατῶν Floril. Leid.
Ανάμεσα στις δύο γραφές ‘δυναστῶν’ και ‘δυνατῶν’ δεν υπάρχει σημαντική
σημασιολογική διαφορά. Στον Ευριπίδη συναντάμε πολλές φορές το
ουσιαστικοποιημένο επίθετο ‘δυνατός’, αλλά όχι με την σημασία του κατόχου της
εξουσίας (βλ. Ιππόλυτος 922 εὖ φρονεῖν τοὺς μὴ φρονοῦντας δυνατὸς ἐστ’ αναγκάσαι,
Φοίνισσες 505 δυνατὸς ὢν δρᾶσαι τάδε, Βάκχες 270 θράσει δε δυνατὸς καὶ λέγειν οἷός
τ’ ἀνήρ κ.α.). Στην Ιφιγ. την εν Αυλίδι 280 βρίσκουμε τον τύπο ‘δυνάστωρ’ με την
σημασία του ηγέτη : Ἤλιδος δυνάστορες. Στο απόσπασμά μας η λέξη αναφέρεται
στην κοινωνικά ισχυρή τάξη αυτών που έχουν εξουσία, πρβλ. αδέσποτο απ.292 Kn.
& Snell χαῖρ’, ὦ δυνάστα τῆσδε γῆς Τιρυνθίας και Μοσχίωνα απ. 9, 2 Snell & Kn.
Ἄργους δυνάστης.
107 Έχουν προταθεί δύο τρόποι ερμηνείας του χωρίου από τους
Jouan & van Looy : μεταφράζουν “car c’est la parole des puissants qui l’emporte dans
la cité” -όπου το ‘δυναστῶν’ εκλαμβάνεται ως γενική υποκειμενική στο ‘λόγος’-
108
αλλά παραθέτουν τον εναλλακτικό τρόπο κατανόησης του χωρίου “car dans une cité,
c’est surtout des puissants qu’on parle” όπου θα είχαμε γενική αντικειμενική
εξαρτώμενη από το ουσιαστικό λόγος (πρβλ. Σοφοκλή Αντιγόνη 11 μῦθος φίλων).
109
Την ιδέα που προκύπτει από τον πρώτο τρόπο ερμηνείας του αποσπάσματος την
συναντάμε και αλλού στον Ευριπίδη πρβλ. Εκάβη 294-5 λόγος γὰρ ἐκ τ’ ἀδοξούντων
ἰὼν/ κἀκ τῶν δοκούντων αὑτός, οὐ ταυτὸν σθένει και Ορέστης 896-897 πηδῶσ’ ἀεὶ
κήρυκες· ὅδε δ’ αὐτοῖς φίλος,/ ὅς ἂν δύνηται πόλεος ἐν τ’ ἀρχαῖσιν ἦι και παρόμοια
απ. 327, 1-2 Kn. φιλοῦσι γάρ τοι τῶν μὲν ὀλβίων βροτοί/ σοφοὺς νομίζειν τοὺς λόγους.
107 Βλ. και Στεφανόπουλος (1988) 32-3.
108 Jouan & van Looy (2002). Παρόμοια μεταφράζουν και οι Collard & Cropp (2008).
109 Smyth (1984) λήμμα 1332.
55
Για τον δεύτερο τρόπο ερμηνείας πρβλ. Ανδρομάχη 696-8 ἀλλ’ ὁ στρατηγὸς … ἔχει
πλείω λόγον.
 Η φράση, όπως δηλώνει ο σύνδεσμος ‘γὰρ’, αιτιολογεί άποψη που
εκφράστηκε αμέσως πριν και έχει πολιτικό περιεχόμενο. Το απόσπασμα είναι τόσο
σύντομο και το περιεχόμενό του τόσο γενικόλογο, ώστε δεν μπορούμε να
προχωρήσουμε σε καμία εικασία για το πρόσωπο που μιλάει, τον δέκτη των
λεγομένων του και την δραματική κατάσταση. 
56
10 (95 Kn.)
ἀλλ’ οὐδὲν ηὑγένεια πρὸς τὰ χρήματα·
τὸν γὰρ κάκιστον πλοῦτος εἰς πρώτους ἄγει
Stob. 4, 31, 35 (Ηense 5, 747, 3) (ὅσα πλοῦτος ποιεῖ διὰ τὴν τῶν πλείστων ἄνοιαν)
Εὐριπίδου Ἀλκμήνηι (SMA) ; ecl. recurrit CPG 2, 595, 18
1 ἀλλ’ om. CPG sed. cf. F 98 Kn. | ἡ εὐγένεια SMA || 2 πλοῦτος om. A
1 Η άποψη που εκφράζεται είναι κοινός τόπος στον Ευριπίδη, πρβλ. Ηλέκτρα
37-8 λαμπροὶ γὰρ ἐς γένος γε, χρημάτων δὲ δὴ/ πένητες, ἔνθεν ηὑγένει’ ἀπόλλυται,
Φοίνισσες 404-5 Ιοκ. οὐδ’ ηὑγένεια σ’ ἦρεν εἰς ὕψος μέγαν;/Πολ. κακὸν τὸ μὴ ἔχειν·
τὸ γένος οὐκ ἔβοσκέ με , (αυτ.) 438-42 Πολ. πάλαι μὲν οὖν ὑμνηθέν, ἀλλ’ ὅμως ἐρῶ· /
τὰ χρήματ’ ἀνθρώποισι τιμιώτατα,/ δύναμίν τε πλείστην τῶν ἐν ἀνθρώποις ἔχει/ ...
πένης γὰρ οὐδὲν εὐγενὴς ἀνήρ, καθώς και τα απ. 22, 1-2 Kn τὴν δ’ εὐγένειαν, πρὸς
θεῶν, μή μοι λέγε / ἐν χρήμασιν τόδ’ ἐστί, απ. 326 Kn ἆρ’ οἶσθ’ ὁθούνεχ’ οἱ μὲν
εὐγενεῖς βροτῶν/ πένητες ὄντες οὐδὲν ἀλφάνουσ’ ἔτι,/ οἱ δ’ οὐδὲν ἦσαν πρόσθεν, ὄλβιοι
δὲ νῦν,/ δόξαν φέρονται τοῦ νομίσματος χάριν/... κακὸς δ’ ὁ μὴ ἔχων, οἱ δ’ ἔχοντες +
ὄλβιοι, απ. 362, 14 Kn. ἔχειν δὲ πειρῶ· τοῦτο γὰρ τό τ’ εὐγενές, και απ. 462,5 Kn. καὶ
τῶν ἐχόντων ηὑγένεια κρίνεται. Στον Ευριπίδη σχολιάζεται πολλές φορές η δύναμη
του πλούτου σε σχέση με άλλες ‘αξίες’. Σε αυτό το απόσπασμα ο πλούτος
αντιπαρατίθεται στην ευγενική καταγωγή και συνδέεται με την κοινωνική θέση,
πρβλ. και Αλκαίου απ. 360 (101) Voigt χρήματ’ ἄνηρ, πένιχρος δ’ οὐδ’ εἶς πέλετ’
ἔσλος οὐδὲ τίμιος. 2 Η λέξη ‘κάκιστον’ δεν έχει ηθικό περιεχόμενο αλλά κοινωνικό
πρβλ. απ. 20 Kn μὴ πλοῦτον εἴπηις· οὐχὶ θαυμάζω θεόν,/ ὃν χὠ κάκιστος ῥαιδίως
ἐκτήσατο.
110 Σε σχέση με τον καθοριστικό ρόλο του πλούτου στην κοινωνική
ιεραρχία πρβλ. και απ. 285, 11-3 Kn. ὅστις δὲ γαῦρον σπέρμα γενναῖόν τ’ ἔχων/ βίου
σπανίζει, τῶι γένει μὲν εὐτυχεῖ,/ πενίαι δ’ ἐλάσσων ἐστίν και Μενάνδρου Γνῶμαι
Μονοστ. 636 Πενία δ’ἄτιμον καὶ τὸν εὐγενῆ ποιεῖ. Για την λέξη ‘πρώτους’ η οποία
επίσης αναφέρεται στην κοινωνική ιεραρχία πρβλ. απ. 378, 1-2 Kn. νῦν δ’ ἤν τις
110 Συνεπώς ο Dover (1971) 110 μάλλον εσφαλμένα αποδίδει την σημασία ‘bad man’ στην
λέξη ‘κάκιστος’ στα αποσπάσματα αυτά.
57
οἴκων πλουσίαν ἔχηι φάτνην,/ πρῶτος γέγραπται τῶν κακιόνων κράτει (παρόλο που ο
στίχος που ακολουθεί ίσως διαταράσσει την νοηματική αυτοτέλεια του δίστιχου και
του προσδίδει άλλες σημασιολογικές αποχρώσεις) και Θουκυδίδη 3, 65, 2 ἄνδρες
ὑμῶν οἱ πρῶτοι καὶ χρήμασι καὶ γένει.
Αν υποθέσουμε ότι το απόσπασμα αναφέρεται στην υπεροχή του πλούτου
έναντι της ευγενικής καταγωγής αναφορικά με την κοινωνική θέση, δεν μπορούμε να
συμφωνήσουμε με τον Webster111 και τους Jouan & van Looy112 ότι οι στίχοι αυτοί,
μαζί με το απ. 96 Kn., ανήκουν σε κάποια από τις πρώτες σκηνές του έργου όπου ο
Αμφιτρύωνας εκφράζει την υποψία ότι η Αλκμήνη αποπλανήθηκε από έναν πλούσιο
εραστή. Οι στίχοι αυτοί με το κοινότοπο περιεχόμενό τους δεν αντιστοιχούν
υποχρεωτικά σε ένα τέτοιο επιμέρους στοιχείο της επιφανειακής δομής της πλοκής
του δράματος. Το απόσπασμα θα μπορούσε να ανήκει σε έναν Αγώνα λόγων ή σε μία
διαλογική σκηνή. Ο αντιθετικός σύνδεσμος στην αρχή του πιθανώς δείχνει ότι ο
ομιλητής αντικρούει δήλωση του συνομιλητή του αναφορικά με την βαρύτητα της
ευγενικής καταγωγής. Η συμπλήρωση του νοήματος του πρώτου στίχου με τον
δεύτερο, όπου ο λόγος είναι για την κοινωνική θέση, δεν παρέχει έρεισμα για την
θεμελίωση μιας υπόθεσης σε σχέση με την κατηγορία αποπλάνησης της Αλκμήνης
μέσω του πλούτου, γιατί δεν γίνεται καμία αναφορά στην δύναμη του πλούτου σε
σχέση με τον έρωτα (πρβλ. απ. 324 Kn.). Ευγενική καταγωγή διαθέτουν και ο
Αμφιτρύωνας και η Αλκμήνη. Θα μπορούσε κάποιο από τα δύο πρόσωπα να την
απαρνηθεί με κυνισμό; Ή κάποιο πρόσωπο αναφέρεται στην δύναμη των χρημάτων
επικρίνοντας στην συνέχεια την συμπεριφορά κάποιου η οποία καθορίστηκε από την
ισχύ του πλούτου;
111 Webster (1967) 93.
112 Jouan & van Looy (2002) 126.
58
11 (96 Kn.)
σκαιόν τι χρῆμα πλοῦτος ἥ τ’ ἀπειρία
Stob. 4, 31, 72 (Hense 5, 758, 6) (ψόγος πλούτου) Εὐριπίδου Ἀλκμήνης (MA : fab.
nom. om. S)
ἥ τ’ SMA : ἠδ’ Herwerden sed Kannicht cf. Hel. 757, Hrcl. 476, S. F.188, Eu. F. 345. 545a,
7-8. 547, 2. 619 et al.
Ο στίχος σχολιάζει το σύνηθες στον Ευριπίδη δίπτυχο ‘πλούτος και γνώση-
φρόνηση’: ο πλούτος που δεν συνοδεύεται από φρόνηση, η οποία έχει προκύψει από
την πείρα, είναι ‘σκαιὸν χρῆμα’, πρβλ. απ. 163 Kn. ἀνδρὸς φίλου δὲ χρυσὸς ἀμαθίας
μέτα/ ἄχρηστος, εἰ μὴ κἀρετὴν ἔχων τύχοι και απ. 1069, 2 Kn. σκαιὸν τὸ πλουτεῖν
κἄλλο μηδὲν εἰδέναι. Παρόμοια άποψη εκφράζεται και από τον Δημόκριτο στο απ. 68
Β 77 δόξα και πλοῦτος ἄνευ ξυνέσιος οὐκ ασφαλέα κτήματα και του ιδίου 68 Β 82a
μακάριος, ὃς οὐσίαν καὶ νοῦν ἔχει. Στο απ. 235 Kn. πλουτεῖς, πλοῦτος δ’ ἀμαθία δειλόν
θ’ ἅμα , η αμάθεια δεν αποτελεί διακριτή ιδιότητα που μπορεί να συνυπάρχει με τον
πλούτο, αλλά γίνεται –μαζί με το επίθετο ‘δειλόν’- προσδιοριστικό του πλούτου, ο
οποίος στον Ευριπίδη δεν θεωρείται πάντα αγαθό (πρβλ. απ. 776, 1-2 Kn. τοῖς
πλουτοῦσι τοῦτο δ’ ἔμφυτον/ σκαιοῖσιν εἶναι και Κριτία απ. 25 Sn. & Kn. σοφῆς δὲ
πενίας σκαιότητα πλουσίαν). Στο απ. 732 Kn. ῥώμη δέ γ’ ἀμαθὴς πολλάκις τίκτει
βλάβην η αμάθεια που αποτελεί συνώνυμο της απειρίας σε συνδυασμό με μία θετική
ιδιότητα, την ρώμη, μπορεί να αποβεί βλαπτική.
 Όπως και στην περίπτωση του προηγούμενου αποσπάσματος, ο στίχος δεν
παρέχει έρεισμα ώστε να συσχετισθεί με πιθανή κατηγορία εναντίον της Αλκμήνης
που παρασύρεται από έναν πλούσιο εραστή.
59
12 (97Kn.)
ἀλλ’ οὐ γὰρ ὀρθῶς ταῦτα, γενναίως <δ’> ἴσως
ἔπραξας· αἰνεῖσθαι δὲ δυστυχῶν ἐγώ
μισῶ· λόγος γὰρ τοὔργον οὐ νικᾶι ποτε
Stob. 4, 35, 32 (Hense 5, 863, 13) (περὶ λύπης, ὅτι λίαν μοχθηρὰ καὶ ἐπώδυνος τοῖς
φροντίζουσι) Εὐριπίδου Ἀλκμήνη (SMA)
1 <> Matthiae, unde Kannicht ; cf. Alc. 182 σώφρων μὲν οὐκ ἂν μᾶλλον, εὐτυχὴς δ’ ἴσως || 2
ἔπραξ(α)’ ἐπαινεῖσθαι Bothe et Herwerden (1862) 34 : ἔλεξας· αἰνεῖσθαι F.W. Schmidt :
ἔπραξας αἰνεῖσθαι SMA et Kannicht || 3 λογισμὸς S unde Jouan & van Looy; λογισμὸς
{γὰρ} Musgrave: λογισμοὺς MA unde Mette (fr.139): λόγος Porson teste Gaisford
probantibus Nauck et Kannicht
1 Το πρόσωπο που διατυπώνει τις παραπάνω απόψεις ασκεί κριτική στον
συνομιλητή του για τα πεπραγμένα του τα οποία χαρακτηρίζονται, με τρόπο συνήθη
στον Ευριπίδη, από συγκρουόμενες ιδιότητες: ‘γενναίως’ δηλαδή σύμφωνα με τις
αρετές που προσιδιάζουν στην ευγενική καταγωγή, αλλά ‘οὐκ ὀρθῶς’ που πιθανόν
θα μπορούσε να εννοηθεί ως ‘λανθασμένα’, ‘όχι λογικά’ πρβλ. Αντιφώντας 112.33
ὀρθῶς καὶ δικαίως και Ισοκράτης 145 B ὀρθῶς καὶ νομίμως όπου φαίνεται ότι το
επίρρημα ‘ὀρθῶς’ έχει να κάνει με την σωστή κρίση η οποία συμπληρώνει την δίκαιη
και την σύμφωνη με τον νόμο αντίστοιχα. Το επίρρημα ‘ὀρθῶς’ όχι μόνο
αντιδιαστέλλεται προς έναν άλλο προσδιορισμό (πρβλ. Ορέστη 100 ὀρθῶς ἔλεξας, οὐ
φίλως δ’ ἐμοὶ λέγεις), αλλά συχνά σε αυτό συμπαρατίθεται ένα δεύτερο
προσδιοριστικό (πρβλ. Ιφιγένεια την εν Αυλίδι 507 : ὑπέθηκας ὀρθῶς τοὺς λόγους σοῦ
τ’ ἀξίως και (αυτ.) 923 ὀρθῶς διαζῆν τὸν βίον γνώμης μέτα) όχι πλεοναστικά, αλλά
με τρόπο που να αναδεικνύονται λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις. Η στάση που
εκφράζεται με το επίρρημα ‘γενναίως’ κρίνεται επίσης ως μη ορθή στις Φοίνισσες
1680 γενναιότης σοι, μωρία δ’ ἔνεστί τις και στην Ιφ.την εν Αυλίδι 1411-12 γενναία γὰρ εἶ/
ὅρα δ’ και (αυτ.) 1422-24 και [1430] (del. Stockert) γενναῖα γὰρ/ φρονεῖς· τί γὰρ
τἀληθὲς οὐκ εἴποι τις ἄν;/ ὅμως δ’, και [οὔκουν ἐάσω σ’ ἀφροσύνηι τῆι σῆι θανεῖν]
αντίστοιχα. Στο απόσπασμά μας τα δύο συγκρινόμενα μέρη, οὐ γὰρ ὀρθῶς και 
60
γενναίως δ’, είναι εξίσου ισχυρά.113 2 Η λέξη ‘δυστυχῶν’ ίσως αποτελεί συνέπεια
του ‘οὐκ ὀρθῶς ἔπραξας’ , ενώ το ‘αἰνεῖσθαι’ πιθανόν να είναι η επιβράβευση για το
‘γενναίως’. Για το γενικό νόημα του ‘αἰνεῖσθαι δὲ δυστυχῶν’ πρβλ. Άλκηστη 1093
αἰνῶ μὲν αἰνῶ· μωρίαν δ’ ὀφλισκάνεις , Ικέτιδες 161 εὐψυχίαν ἔσπευσας ἀντ’
εὐβουλίας, Φοίνισσες 1623-24 τὸ γὰρ ἐμὀν ποτ’ εὐγενὲς/ οὐκ ἂν προδοίην, οὐδἐ περ
πράσσων κακῶς και απ. 395,2 Kn. τὴν μὲν γὰρ εὐγένειαν αἰνοῦσιν βροτοί. Ο ομιλών
αντιπαραβάλλει την δική του οπτική σε αυτήν του συνομιλητή του : δεν θα
προτιμούσε να έχει κερδίσει τον έπαινο των άλλων και να είναι δυστυχής, γιατί τα
λόγια (αἰνεῖσθαι) δεν νικούν τα έργα δηλ. την πραγματικότητα (δυστυχῶν), πρβλ.
παρόμοια Φοίνισσες 1625-6 σοι τ’ … ἐγὼ δὲ, όπου ο Κρέων αντιπαραθέτει εμφατικά
την δική του στάση σε αυτήν του συνομιλητή του η οποία προσδιορίζεται από την
ευγενική καταγωγή. Από τα παραπάνω αιτιολογείται η επιλογή της γραφής ‘ἔπραξας’
έναντι της ‘ἔπραξα’. Στην δεύτερη περίπτωση το νόημα συσκοτίζεται, ενώ το
αντιθετικό ‘δὲ’ και η προσωπική αντωνυμία ‘ἐγώ’ που τόσο εμφατικά εμφανίζεται
στο τέλος του στίχου δεν δικαιολογούν τον ρόλο τους (βλ. το προαναφερθέν
παράλληλο χωρίο από τον Ορέστη 100 όπου συναντάμε παρόμοια σύνταξη). 3 Το
‘γὰρ’ ενισχύει την λογική σχέση αιτίας του τρίτου στίχου με τους δύο
προηγούμενους. Πρόκειται για μία συλλογιστική που πλησιάζει σε αυτήν του
παρακάτω χωρίου από τον Ιππόλυτο στ.482-85 Χο. Φαίδρα, λέγει μὲν ἥδε
χρησιμώτερα/ πρὸς τὴν παροῦσαν ξυμφοράν, αἰνῶ δὲ σέ./ ὁ δ’ αἶνος οὗτος
δυσχερέστερος λόγων/ τῶν τῆσδε καί σοι μᾶλλον ἀλγίων κλύειν. Στα πλαίσια μιας
τέτοιας ερμηνείας είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε την πρόταση του Porson
‘λόγος’ και να απορρίψουμε την γραφή ‘λογισμὸς’ γιατί δεν προσφέρει στο νόημα.
Επίσης, δεν φαίνεται αποδεκτή η γραφή ‘λογισμοὺς’ που συντακτικά θα ήταν
αντικείμενο στο ρ. ‘νικᾶι’ (με υποκείμενο ‘τοὔργον’), πράγμα που σημασιολογικά θα
αποτελούσε περίεργη διαπίστωση, εφόσον στα σχετικά χωρία σταθερά προκρίνεται
το έργο έναντι του λόγου, πρβλ. επιπλέον από την σκηνή του Αγώνα στην Εκάβη
1169-1236 (και κυρίως τους 1169-1176 και 1236), όπου τίθεται το ζήτημα αυτό και η
ετυμηγορία που προκύπτει είναι υπέρ της βαρύτητας του έργου. Εδώ η λέξη
‘τοὔργον’ έχει την σημασία του πραγματικού, του επιβεβαιωμένου, του γεγονότος,
πρβλ. Άλκηστη 339 λόγωι γὰρ ἦσαν οὐκ ἔργωι φίλοι, Ιππόλυτο 1076-77 εἰς τοὺς
ἀφώνους μάρτυρας φεύγεις σοφῶς/ τὸ δ’ ἔργον οὐ λέγον σε μηνύει κακόν, Ανδρομάχη
113 Για την χρήση του επιρρήματος ἴσως στο χωρίο μας βλ. Nuchelmans (1976) 242-3.
61
264-5 ἀλλὰ γὰρ λόγους/ κρύψω, τὸ δ’ ἔργον αὐτό σημανεῖ τάχα, Ικέτιδες 907-08
φρόνημα δὲ/ ἐν τοῖσιν ἔργοις, οὐχὶ τοῖς λόγοις, ἴσον, Φοίνισσες 389 ἔργωι δ’ ἐστὶ
μεῖζον ἢ λόγωι, καθώς και τα απ. 360, 13 Kn., λόγωι πολίτης ἐστί, τοῖς δ’ ἔργοισιν οὔ,
απ. 394 Kn. <οὐ> πώποτ’ ἔργου μᾶλλον εἱλόμην λόγους, απ. 583 Kn. ὅστις λέγει μὲν
εὖ, τὰ δ’ ἔργα ἐφ’ οἷς λέγει/ αἴσχρ’ ἐστί, τούτου τὸ σοφὸν οὐκ αἰνῶ ποτε, και Σοφοκλή
απ. 388 Radt ταχὺ δ’αὐτὸ δείξει τοὔργον, ὡς ἐγὼ σαφῶς.
Το πρόσωπο του οποίου η συμπεριφορά σχολιάζεται είναι πιθανώς είτε η
Αλκμήνη είτε ο Αμφιτρύωνας για δύο λόγους: πρώτον, επειδή σε αυτούς τους
χαρακτήρες θα ανέμενε κανείς (όχι με βεβαιότητα αλλά με πολλές πιθανότητες) να
αποδοθεί η ιδιότητα του ‘γενναίως’ και, δεύτερον, γιατί σε αυτούς, ως κεντρικά
πρόσωπα του δράματος, αφορά πιθανότατα η ‘δυστυχία’. Οι Jouan & van Looy114
υποθέτουν ότι τα παραπάνω είναι τα λεγόμενα του Τειρεσία προς τον Αμφιτρύωνα
λίγο πριν την παρέμβαση του Δία. Η φράση όμως ‘αἰνεῖσθαι δὲ δυστυχῶν ἐγώ/ μισῶ’
χαρακτηρίζεται από εξομολογητικό τόνο και απηχεί μία μικρόψυχη στάση ζωής,
στοιχεία που δεν συνάδουν με τον χαρακτήρα του Τειρεσία, έτσι όπως αυτός
διαγράφεται στα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη. Στις Φοίνισσες 834-959 και κυρίως
στον στ. 922 ἀπόλωλεν ἡ ἀλήθει’ , ἐπεὶ σὺ δυστυχεῖς; ο Τειρεσίας ξεκάθαρα θεωρεί ως
δευτερεύουσας σημασίας θέμα την προσωπική δυστυχία. Στις Βάκχες (170-369), όσο
κι αν ο ρόλος του Τειρεσία είναι δυσερμήνευτος και παρόλο που έχει υποστηριχθεί
ότι ο Ευριπίδης στο έργο αυτό παρουσίασε τον Τειρεσία ‘να μιλάει ως άνθρωπος του
5
ου π.Χ. αιώνα’115, δεν παρατηρούμε παρόμοια στάση. Ο Τειρεσίας κατηγορείται από
τον Πενθέα (στ. 255-57) ως φιλοχρήματος και ιδιοτελής, αλλά η στάση του πρώτου
δεν μπορεί να περιγραφεί παρά ως ευσεβής. Στην Ιφιγένεια την εν Αυλίδι, παρόλο που
δεν εμφανίζεται ο Κάλχας, οι σχετικές με αυτόν αναφορές κυμαίνονται από ουδέτερες
(στ.89-{93}) ως επικριτικές (στ. 520-{21}, 955-58). Αυτό που του προσάπτεται είναι
αναξιοπιστία και, όταν του δίνεται από τον ποιητή φωνή –έμμεσα, στο πλαίσιο της
αγγελικής ρήσης (στ. 1590-1601)-, αυτός δεν είναι παρά ένας διεκπεραιωτής της
θυσίας. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, μία παρόμοια στάση του Τειρεσία δεν
αντιβαίνει στην τακτική του Ευριπίδη να εκπλήσσει το κοινό του, χωρίς να
αυτοπεριορίζεται προκειμένου να δείχνει συνεπής με την παράδοση ή και με την
προηγούμενη λογοτεχνική παραγωγή του.
114 Jouan & van Looy (2002) 127.
115 Βλ. σχετικά Dodds σε ελλην. μτφ (2004) 109-111 και 115-116.
62
13 (98 Kn.)
ἀλλ’ εὖ φέρειν χρὴ συμφορὰς τὸν εὐγενῆ
Stob. 4, 44, 48 (Hense 5, 970, 4) (ὅτι δεῖ γενναίως φέρειν τὰ προσπίπτοντα ὄντας
ἀνθρώπους καὶ κατ’ ἀρετήν ζῆν ὀφείλοντας) Ευριπίδου Αλκμήνης (SMA) | ‘στερρῶς
φέρειν χρὴ συμφορὰς τὸν εὐγενῆ’ [Men.] Monost. 721 Jäkel
ἀλλ’ εὖ Stob. (SMA) unde Hense, Nauck, Jouan & van Looy et Kannicht ; στερρῶς [Men.]
unde Cobet (1858) 73 | εὐγενῆ (MA) : εὐμενῆ (S)
Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ο [Μένανδρος] χρησιμοποιεί αυτούσιο
ευριπίδειο στίχο και να δεχτεί το ‘στερρῶς’ στη θέση του ‘ἀλλ’ εὖ’. Μετρικά δεν
υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις δύο λύσεις και η χρήση δισύλλαβων επιρρημάτων με
το απαρέμφατο ‘φέρειν’ είναι συνηθισμένη, πρβλ. Μενάνδρου Γνῶμαι Μονόστ. 15
ἀνδρὸς τὰ προσπίπτοντα γενναίως φέρειν και (αυτ.) 385 κούφως φέρειν δεῖ τὰς
παρεστώσας τύχας, καθώς και Μενάνδρου απ. 856 Κ.-Α. ἄνδρα τὸν ἀληθῶς εὐγενῆ καὶ
τἀγαθά/ καὶ τὰ κακὰ δεῖ πταίοντα γενναίως φέρειν, 116Αντιφάνη απ. 321 Κ.-Α. τὰ τύχης
φέρειν δεῖ γνησίως τὸν εὐγενῆ και Μήδεια 1018 κούφως φέρειν χρὴ θνητὸν ὄντα
συμφορὰς. Για τη χρήση του επιρ. ‘εὖ’ στον Ευριπίδη πρβλ. Ιππόλυτο 398 τὴν ἄνοιαν
εὖ φέρειν και απ. 505 Kn τὰ προσπεσόντα δ’ ὅστις εὖ φέρει βροτῶν,/ ἄριστος εἶναι
σωφρονεῖν τ’ ἐμοὶ δοκεῖ . Σημασιολογικά οι δύο προτάσεις σχεδόν συμπίπτουν. Η
καθοριστικής σημασίας παρατήρηση που φαίνεται να οδηγεί προς την κοινώς
αποδεκτή υιοθέτηση του ‘ἀλλ’ εὖ’ προέρχεται από τον Hense, κατά την μαρτυρία του
Kannicht, ο οποίος επισημαίνει ότι οι ανθολόγοι δεν συνηθίζουν να προσθέτουν στην
αρχή του παραθέματος αντιθετικό μόριο, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό προϋπήρχε.
Επιπλέον, δεν είναι ασφαλές να βασιστούμε στην [μενάνδρεια] Γνώμη, γιατί σε αυτό
το γραμματειακό είδος, προκειμένου ένας στίχος να αποσπασθεί από τα δραματικά
του συμφραζόμενα και να αποκτήσει γνωμικό χαρακτήρα, μπορεί να υποστεί
μετατροπές. Στην περίπτωση του αποσπάσματός μας θα ήταν πιθανό να έχει
116 Τα παρατιθέμενα από τον Μένανδρο (Γνῶμαι Μονόστ.) χωρία, εδώ και στην συνέχεια
όπου εμφανίζονται, έχουν ληφθεί από τον Λιαπῆ Β. (2002) ο οποίος βασίζεται στην έκδοση
του Jäkel, S. (1964). Ακολουθείται η δική του αρίθμηση.
63
απαλειφθεί ο σύνδεσμος ‘ἀλλ’’ (αφού δεν θα υπήρχε σημείο προς το οποίο θα
αντιπαρετίθετο ο στίχος τον οποίο εισάγει) και να έχει προστεθεί το δισύλλαβο
επίρρημα ‘στερρῶς’ για την κάλυψη του μετρικού κενού που θα προέκυπτε. Η γραφή
‘εὐμενῆ’ (S) είναι, κατά πάσα πιθανότητα, αποτέλεσμα σφάλματος κατά την
αντιγραφή αντί του ‘εὐγενῆ’ το οποίο ικανοποιεί νοηματικά, πρβλ. τα
προαναφερόμενα χωρία του Μενάνδρου και του Αντιφάνη, καθώς και Τρωάδες 727
εὐγενῶς δ’ ἄλγει κακοῖς.
Το χωρίο έχει γνωμολογικό και παραινετικό χαρακτήρα. Θα μπορούσε να
λέγεται από ένα πρόσωπο μεγάλης ηλικίας ή υψηλού κύρους ή, ίσως, από τον
κορυφαίο του Χορού, ο οποίος συνήθως είναι εκφραστής κοινότοπων αντιλήψεων,
και να απευθύνεται σε συνομιλητή ευγενικής καταγωγής που έχει πληγεί από μία
συμφορά: αυτός ο τελευταίος πιθανώς είναι ο Αμφιτρύωνας ή η Αλκμήνη. Δεν
μπορούμε, όμως, να αποκλείσουμε την περίπτωση της αυτοαναφοράς πρβλ.
Φοίνισσες 382 Ιοκ. ἀτὰρ τι ταῦτα; δεῖ φέρειν τὰ τῶν θεῶν και αυτόθι 1762-63 Οιδ.
ἀλλὰ γὰρ τί ταῦτα θρηνῶ καὶ μάτην ὀδύρομαι;/ τὰς γὰρ ἐκ θεῶν ἀνάγκας θνητὸν ὄντα
δεῖ φέρειν. 
64
14 (99 Kn.)
τὸν εὐτυχοῦντα χρῆν σοφὸν πεφυκέναι
Stob. 4, 4, 12 (Hense 4, 186, 18) (περὶ τῶν ἐν ταῖς πόλεσι δυνατῶν) Εὐριπίδου
Ἀλκμήνη (SMA)
χρῆν Meineke (1846), rec. Nauck et Kannicht : χρὴ (SMA) unde Jouan & van Looy
O Kannicht υιοθετεί την πρόταση του Meineke ‘χρῆν’ και παραθέτει για την
χρήση του ‘χρὴ’, προκειμένου να αιτιολογήσει την επιλογή του, τον στ. 467 από τον
Ιππόλυτο: οὐδ’ ἐκπονεῖν τοι χρὴ βίον λίαν βροτούς, ρήση με γνωμολογικό
χαρακτήρα.117 Η διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδοχές είναι σημασιολογική: ο
παρατατικός δηλώνει κάτι που θα έπρεπε να γίνεται ή να έχει γίνει αλλά δεν γίνεται ή
δεν έγινε, ενώ ο ενεστώτας δίνει περισσότερο αξιωματικό χαρακτήρα σε αυτήν την
φράση.
118 Στην πρώτη περίπτωση στο απόσπασμα σχολιάζονται πράξεις που, αν δεν
έχουν ήδη συντελεστεί, έχουν ή δεν έχουν δρομολογηθεί (ενώ θα έπρεπε) στο
παρελθόν, πρβλ. Ιφιγ. την εν Αυλίδι, 1196 ὅν χρῆν δίκαιον λόγον ἐν Ἀργείοις λέγειν και
962 χρῆν δ’ αὐτὸν αἰτεῖν τοὐμὸν ὄνομ’ ἐμοῦ πάρα και απ. αδεσπ. 1b (g) 19-21 Kn.&
Snell οὐ χρῆν τάδ’ οὕτω δαίμονας θνητῶν πέρι/ πράσσειν· ἐχρῆν γὰρ τοὺς μὲν εὐσεβεῖς
βροτῶν/ ἔχειν τι κέρδος ἐμφανὲς θεῶν πάρα. Στην δεύτερη περίπτωση, η φράση με το
χαρακτήρα του γνωμικού θα λειτουργούσε ως παραίνεση και, συνεπώς, θα άφηνε
περιθώρια για πιθανή τροπή στο μέλλον μιας δεδομένης κατάστασης, πρβλ. Ιφιγ.την
εν Αυλίδι, 374 νοῦν χρὴ τὸν στρατηλάτην ἔχειν και (αυτ.) 674 ἀλλὰ ξὺν ἱεροῖς χρὴ τό γ’
εὐσεβὲς σκοπεῖν. Προκρίνοντας την γραφή ‘χρῆν’ επιλέγουμε μία πιο ‘δυναμική’
ερμηνεία του αποσπάσματος: κάποιος που ευτυχούσε έπρεπε να συμπεριφερθεί με
σοφία αλλά δεν το έκανε. Νοηματικά παρόμοιο, αν και πιο κοντά στην λειτουργία
117 Ο Barrett (1964) σχολιάζοντας τον στίχο αυτό αναφέρει : “χρή not χρῆν: χρή simply states
the obligation, χρῆν (when used of a present obligation) regrets that it is not fulfilled. An
obligation concerning one individual is enunciated with χρῆν if that individual is not fulfilling
it… an obligation concerning a class of persons is enunciated with χρῆν only if it is generally
(or of course invariably) unfulfilled”.
118 Smyth (1984) βλ. λήμμα 1877 για την σημασία του Ενεστώτα και λήμμα 1905 για τον
Παρατατικό.
65
ενός γνωμικού, είναι το απ. 1017 Kn. τὸν εὐτυχοῦντα καὶ φρονεῖν νομίζομεν και
Ηρακλείδες 746-7 οἰόμεσθα γὰρ/ τὸν εὐτυχοῦντα πάντ’ ἐπίστασθαι καλῶς, όπου
φαίνεται συσχετισμός της ευτυχίας (με την έννοια της καλοτυχίας) με την σοφία
(πρβλ. και Μενάνδρου Γνῶμαι Μονοστ. 230 ἔνιοι κακῶς φρονοῦσι πράττοντες καλῶς,
(αυτ.) 284 ἥδιστόν ἐστιν εὐτυχοῦντα νοῦν ἔχειν και (αυτ.) 620 πολλοὶ μὲν εὐτυχοῦσιν,
οὐ φρονοῦσι δέ. Για το ζήτημα της διαχείρισης της ευτυχίας πρβλ. και Ικέτιδες 124 τί
δ’; εὐτυχοῦντες οὐκ ἐπίστανται φέρειν και Αισχύλου απ. 392 Radt ἦ βαρὺ φόρημ’
ἄνθρωπος εὐτυχῶν ἄφρων.
66
15 (100 Kn.)
θάρσει, τάχ’ ἄν γένοιτο πολλὰ τοι θεός
κἀκ τῶν ἀέλπτων εὔπορ’ ἀνθρώποις τελεῖ
Stob. 4, 47, 9 ( Ηense 5, 1005, 8) (περὶ τῶν παρ’ ἐλπίδα) Εὐριπίδου Ἀλκμήνης (SMA)
πολλὰ τοῖς θεοῖς/... πέλει (SMA) : πολλά τοι θεός/... ἐλᾶι vel νέμει Musgrave : …τελεῖ Lobeck
ad S. Ai. 716 et Pflugk rec. Kannicht : πολλὰ σὺν θεοῖς/ ... πέλει Erfurdt teste Matthiae et
Blaydes, sed Kannicht cf. Alc. 1160-62= Med. 1416-18 etc.
1-2 Σύμφωνα με τον Wecklein (κατά την μαρτυρία των Jouan & van Looy)
αποδέκτης αυτού του λόγου είναι η Αλκμήνη. Οι Jouan & van Looy119 υποστηρίζουν
ότι τα λεγόμενα ανήκουν στον Τειρεσία ο οποίος προσπαθεί να ενθαρρύνει τον
Αμφιτρύωνα. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε κατηγορηματικά αυτήν την εκδοχή.
Ωστόσο, μπορούμε να συμπεριλάβουμε στα υποψήφια πρόσωπα τον κορυφαίο του
Χορού ή έναν πιστό υπηρέτη, μία τροφό ή έναν σύντροφο. Για να στηρίξουμε αυτήν
την άποψη δεν βασιζόμαστε στα εξόδια άσματα του Χορού στην Άλκηστη, την
Μήδεια, την Ελένη, την Ανδρομάχη και τις Βάκχες, όπου συναντάμε παρόμοια
διατύπωση, εφόσον το απόσπασμα ανήκει, το πιθανότερο, σε κάποιο Επεισόδιο.
Εξάλλου, τα στερεότυπα αυτά χωρία θεωρείται ότι προστέθηκαν στα περισσότερα
από τα παραπάνω δράματα ή και σε όλα από υποκριτές ή εκδότες τους.120 Πιο
σημαντική για την απόδοση των λεγομένων σε ένα από τα παραπάνω πρόσωπα -για
παράδειγμα στον κορυφαίο του Χορού- θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την
παρουσία της έκφρασης συμπάθειας ‘θάρσει’ και τον κοινότοπο χαρακτήρα των
λεγομένων, πρβλ. Ικέτιδες στ. 564 Χο. θάρσει· τὸ γὰρ τοι τῆς Δίκης σώιζων φάος/
πολλούς ὑπεκφύγοις ἄν ἀνθρώπων ψόγους, όπου η προστακτική ‘θάρσει’
ακολουθείται από γνωμολογία. Για το συνολικό νόημα της θεϊκής παρέμβασης στα
ανθρώπινα και της ανέλπιστης ευνοϊκής μεταβολής της τύχης πρβλ. Ικέτιδες 731-32
Χο. νῦν τήνδ’ ἄελπτον ἡμέραν ἰδοῦσ’ ἐγὼ/ θεοὺς νομίζω και Ιφιγ. την εν Αυλίδι 1610-
11 Αγγελ. ἀπροσδόκητα δὲ βροτοῖς τὰ τῶν θεῶν,/ σώιζουσί θ’ οὓς φιλοῦσιν.Τα
119 Jouan & van Looy (2002) 126-7.
120 Βλ. Barrett (1964) στον Ιππόλυτο 1462-6 και Mastronarde (2006) στην Μήδεια 1415-9.
67
λεγόμενα στο απόσπασμα αποπνέουν αισιοδοξία, πρβλ. απ. 62 Kn. τὸ θεῖον ὡς
ἄελπτον ἔρχεται/ θνητοῖσιν, απ. 550 Kn ἐκ τῶν ἀέλπτων ἡ χάρις μείζων βροτοῖς και,
κυρίως, απ. 301 Kn. ὁρᾶις δ’ ἀέλπτων μυρίων ἀναστροφάς· / πολλοὶ μὲν οἶδμα
διέφυγον θαλάσσιον,/ πολλοὶ δὲ λόγχαις πολεμίων ἀμείνονες/ ἥσσους γεγῶτες
κρείσσον’ ἦλθον εἰς τύχην, όπου μετά την γενική διαπίστωση του πρώτου στίχου
ακολουθούν παραδείγματα θετικής έκβασης ανθρώπινων περιπετειών. 2 Το ρήμα
‘τελεῖ’ προκρίνεται έναντι του ‘πέλει’, αφενός, επειδή στο επίπεδο του νοήματος δεν
δημιουργείται κάποιο πρόβλημα και, αφετέρου, για τον λόγο ότι στον Ευριπίδη το
ρήμα ‘πέλω’ δεν συνδυάζεται με την δράση των θεών, ενώ το ρήμα ‘τελῶ’ και το
ουσιαστικό ‘τέλος’ συχνά αναφέρονται σε αυτήν περιγράφοντας την εξουσία και την
δικαιοδοσία τους στα ανθρώπινα, πρβλ. απ. 800 Kn. μηδέν ποτ’ εἴην ἄλλο πλὴν θεοῖς
φίλος/ ὡς πᾶν τελοῦσι, κἂν βραδύνωσιν, χρόνωι, απ. 948 Kn. πᾶν γὰρ ἐκ θεῶν τέλος,
καθώς και Ορέστης 1545 τέλος ἔχει δαίμων βροτοῖς, τέλος ὅπα θέλει.
121 Επιπλέον,
πρβλ. και Σοφοκλή απ. 590, 2-4 Radt οὐκ ἔστιν/ πλὴν Διὸς οὐδεὶς τῶν μελλόντων/
ταμίας ὅ,τι χρὴ τετελέσθαι.
121 Ο Willink (1986) στον Ορέστη σχολιάζοντας την φράση ‘τέλος ἔχει’ αναφέρει “both ‘has
(provides) the final outcome’ and ‘possesses authority’”. Για την χρήση και τις σημασίες της
λέξης ‘τέλος’ στον Ευριπίδη βλ. Waanders (1976).
68
16 (101 Kn.)
ἀλλ’ ἡμέρα τοι πολλὰ καὶ μέλαινα νύξ
τίκτει βροτοῖσιν
Stob. 4, 34, 21 (Hense 5, 833, 4) (περὶ τοῦ βίου ὅτι βραχὺς καὶ εὐτελῆς καὶ φροντίδων
ἀνάμεστος) Εὐριπίδου Ἀλκμήνης (S : omm. MA)
Ο Kannicht στο κριτικό του υπόμνημα μεταφέρει την αμηχανία
προηγούμενων μελετητών απέναντι στο απόσπασμα. Αν νομιμοποιείται κανείς να
ερμηνεύσει το απόσπασμα με βάση τον τίτλο του κεφαλαίου στο οποίο το ανθολογεί
ο Στοβαίος και στηριζόμενος στα υπόλοιπα χωρία που παραθέτει υπό τον ίδιο τίτλο,
θα μπορούσε να υποθέσει πως η παραπάνω ρήση με τον χαρακτήρα γνωμικού, που
της προσδίδει το νόημά της και το βεβαιωτικό μόριο ‘τοι’, αναφέρεται στην
πιθανότητα αρνητικής τροπής μιας δεδομένης κατάστασης. Δηλαδή, δεν πρόκειται
για παραμυθητικό λόγο, αλλά μάλλον έχει τον χαρακτήρα προειδοποίησης ή θλιβερής
διαπίστωσης. Με αυτή την σημασία πλησιάζει νοηματικά χωρία όπως απ. 549 Kn.
ἀλλ’ ἦμαρ <ἕν> τοι μεταβολὰς πολλὰς ἔχει, Ηρακλής 509-10 καὶ μ’ ἀφείλεθ’ ἡ τύχη …
ἡμέραι μίαι, Φοίνισσες 1689 ἓν ἦμάρ μ’ ὤλβισ’, ἓν δ’ ἀπώλεσεν και απ.420, 2-3 Kn
καὶ μί’ [ἡμέρα/ τὰ μὲν κάθεῖλεν ὑψόθεν, τὰ δ’ ἦρ’ ἄνω.]. Κάποιος εκφράζει μία
συνήθη διαπίστωση για την ανθρώπινη κατάσταση αναφορικά με πράγματα που ήδη
έγιναν ή την ανησυχία του για όσα θα ακολουθήσουν. Όπως φαίνεται από την χρήση
του ‘τοι’, απευθύνεται άμεσα σε έναν συγκεκριμένο ακροατή.
122 Η μεταβολή τής
τύχης στο χρονικό διάστημα μίας ημέρας είναι κοινός τόπος. Στο απόσπασμα είναι
χαρακτηριστική η αναφορά στην νύχτα η οποία δεν υπάρχει σε κανένα από τα
υπόλοιπα παράλληλα χωρία. Δεν μπορούμε να μην διερωτηθούμε αν η αναφορά αυτή
έχει σχέση με την ‘μακρὰ’ νύχτα, παρόλο που αδυνατούμε να σχηματίσουμε κάποια
υπόθεση.
122 Βλ. Denniston (1934) 537, 539-41 και 549.
69
17 (102 Kn.)
σοφώτεροι γὰρ συμφορὰς τὰς τῶν πέλας
πάντες διαιρεῖν ἢ τύχας τὰς οἴκοθεν
Stob. 4, 49, 4 (Hense 5, 1018, 9) (ὅτι ῥᾶιον ἄλλον παραινεῖν ἢ αὑτόν) Εὐριπίδου
(SMA) Ἀλκμήνης (A : Ἀλκμώνης M : om. S)
2 διαιρεῖν libri et Kannicht cf. Δισσῶν Λόγων 2, 19= trag. Adesp. F 26,1 sq. τὸν ἄλλον ὧδε
θνητοῖσιν νόμον/ ὄψηι διαιρῶν coll. Herakl. Vorsokr. 22 B 1 κατὰ φύσιν διαιρέων ἕκαστον καὶ
φράζων ὅκως ἔχει : διαθρεῖν Valckenaer probantibus Νauck, Jouan & van Looy et Collard &
Cropp
Τόσο ο ρηματικός τύπος ‘διαιρεῖν’ όσο και ο ‘διαθρεῖν’ θέτουν προβλήματα
ως προς την σημασία τους στο συγκεκριμένο χωρίο. Το δεύτερο απαρέμφατο ως
σύνθετο απαντά με την σημασία του ‘συλλογίζομαι’ στον Αριστοφάνη Ιππείς 542
κἆιτ’ ἐντεῦθεν πρωρατεῦσαι καὶ τοὺς ἀνέμους διαθρῆσαι, ενώ στις Θεσμοφοριάζουσες
658, τὴν πύκνα πᾶσαν καὶ τὰς σκηνὰς καὶ τὰς διόδους διαθρῆσαι, με την σημασία
‘εξετάζω προσεκτικά με το βλέμμα’. Στις Νεφέλες 700 φρόντιζε δὴ καὶ διάθρει
απαντάται με τη σημασία που έχει το ρήμα ‘ἀθρέω’=‘θεωρώ δια του νου, εξετάζω,
σκέπτομαι’ πρβλ. Ιφιγ. την εν Αυλίδι 1415 ἄθρησον· ὁ θάνατος δεινὸν κακὸν (1412-
15 del. Dindorf teste Stockert) και Σοφοκλή Αντιγόνη 1077 καὶ ταῦτ’ ἄθρησον εἰ
κατηργυρωμένος/ λέγω.123 Το ‘διαιρεῖν’ στα χωρία που παραθέτει ο Kn. σημαίνει
‘αναλύω, εξετάζω’ κατά τον φιλοσοφικό τρόπο, πρβλ. το αδέσποτο 26, 1-2 Kn. &
Snell καὶ γὰρ τὸν ἄλλον ὧδε θνητοῖσιν νόμον/ ὄψει διαιρῶν.
124 Στο απόσπασμά μας
φαίνεται ότι το απαρέμφατο ‘διαιρεῖν’ σημασιολογικά πλησιάζει περισσότερο στην
σημασία ‘κρίνω, αποφασίζω’, πρβλ. Αριστ. Βάτραχοι 1100 χαλεπὸν οὖν ἔργον
διαιρεῖν και Αισχ. Ευμενίδες 471-72 οὐδὲ μὴν ἐμοὶ θέμις/ φόνου διαιρεῖν ὀξυμηνίτου
δίκας και (αυτ.) 488 ἥξω διαιρεῖν τοῦτο πρᾶγμ’ ἐτητύμως, ή στην σημασία ‘εξηγώ,
123 Όμως βλ. Ευριπ. Ηλέκτρα 838-39 σπλάγχνα δ’ Αἴγισθος λαβὼν/ ἤθρει διαιρῶν, όπου τα δύο
ρήματα συνάπτονται διατηρώντας το καθένα την αρχική σημασία του.
124 Οι Kn. & Snell στο κριτικό τους υπόμνημα σημειώνουν σχετικά : διαθρῶν Valcken., unde
διαρθρῶν ? Nck., sed ‘διαιρῶν more philosophorum partiens’ Diels. Το ίδιο επιχείρημα
χρησιμοποιεί ο Kannicht και σε σχέση με το παρόν απόσπασμα.
70
ερμηνεύω’ πρβλ. Πλατ. Χαρμίδης 163d καὶ γὰρ Προδίκου μυρία τινὰ ἀκήκοα περὶ
ὀνομάτων διαιροῦντος. Αυτό που φαίνεται βέβαιο είναι ότι το ρήμα ‘διαιρῶ’ δεν
σημαίνει ‘παραινώ’. Αν το ρ. ‘διαθρέω’ αντιστοιχεί στο στάδιο της προσεκτικής
εξέτασης και σκέψης, και το ρ. ‘διαιρῶ’ στο στάδιο της ερμηνείας και της κρίσης,
τότε με το ρ. ‘παραινῶ’ προχωράμε σε ένα επόμενο στάδιο, αυτό της κοινοποίησης
και της χρήσης της ερμηνείας μας προς παραμυθία του πάσχοντος. Θα μπορούσε να
υποθέσει κανείς, λοιπόν, ότι ο ανθολόγος στην δική του ερμηνεία του χωρίου
προχωράει πιο πέρα από τα λεγόμενα, ίσως στα εννοούμενα. Τα υπόλοιπα χωρία που
παραθέτει ο Στοβαίος στο ίδιο κεφάλαιο αφορούν στο τρίτο στάδιο που αναφέρθηκε
προηγουμένως, δηλαδή σε αυτό της νουθεσίας και της παραίνεσης : Άλκηστη 1078
ῥᾶιον παραινεῖν ἢ παθόντα καρτερεῖν , απ. 45 Kn. (Χο.) οἶδ’· ἀλλὰ κάμπτειν τῶι
χρόνωι λύπας χρεών./ (Εκάβη) χρή· τοῦτο δ’ εἰπεῖν ῥᾶιον ἢ φέρειν κακά, Μοσχίων
απ.8 Snell & Kn. ἦν ἆρα τρανὸς αἶνος ἀνθρώπων ὅδε,/ ὡς τὸν πέλας μὲν νουθετεῖν
βραχὺς πόνος,/ αὐτὸν δ’ ἐνεγκεῖν ὕβριν ἠδικημένον πάντων μέγιστον τῶν ἐν ἀνθρώποις
βάρος. Πρβλ. για παρόμοια διατύπωση απ. 1042 Kn. ἅπαντές ἐσμεν εἰς τὸ νουθετεῖν
σοφοί,/ αὐτοὶ δ’ ὅταν σφαλῶμεν οὐ γιγνώσκομεν και, τα παρόμοια νοηματικά,
Ηρακλής 1249 σὺ δ’ ἐκτὸς ὤν γε συμφορᾶς με νουθετεῖς, Ιππόλυτος 1293 πήματος ἔξω
πόδα τοῦδ’ ἀνέχεις, Αισχ. Προμηθέας Δεσμώτης 279-81 ἐλαφρὸν ὅστις πημάτων ἔξω
πόδα/ ἔχει παραινεῖν νουθετεῖν τε τὸν κακῶς/ πράσσοντ’. Το πρόσωπο που εκφέρει τα
λεγόμενα στο απόσπασμα θα μπορούσε να είναι, σύμφωνα με τους Jouan & van
Looy125, ο κορυφαίος του Χορού ή, πιθανώς, ένας δούλος, πράγμα που το στηρίζουν
στον γνωμολογικό χαρακτήρα του αποσπάσματος. Ωστόσο, τίποτε δεν εμποδίζει να
πρόκειται για μέρος της απάντησης ενός από τα κεντρικά πρόσωπα του δράματος –
πιθανώς του Αμφιτρύωνα- στην προσπάθεια του Χορού ή κάποιου άλλου προσώπου
για κατευνασμό και νουθεσία του (βλ. παραπάνω απ. 45 Kn., Άλκηστις 1078,
Ηρακλής 1249, και, επιπλέον, Μήδεια 814-15 σοὶ δὲ συγγνώμη λέγειν/ τάδ’ἐστί, μὴ
πάσχουσαν, ὡς ἐγώ, κακῶς).
125 Jouan & van Looy (2002) 128.
71
18 (103 Kn.)
δεινόν τι τέκνων φίλτρον ἔθηκεν
θεὸς ἀνθρώποις
Stob. 4, 26, 6 (Hense 4, 651, 1) (ὁποίους τινὰς χρὴ εἶναι τοὺς πατέρας περὶ τὰ τέκνα
καὶ ὅτι φυσικὴ ἀνάγκη ἀμφοτέρους εἰς διάθεσιν ἄγει) Εὐριπίδου (SMA) Ἀλκμήνηι (A,
-η M : om. S)
1 τέκνων (MA) : τέκνον (S) | ἔθηκεν (SM) : ἔθηκε (A) : ἐνῆκεν Cobet (1862) rec. Nauck sed
Kannicht cf. LSJ s.v. τίθημι C 2 et E. Med. 383 θήσω...ἐχθροῖς γέλων| ad rem Kannicht cf. F
652 ὦ παῖδες οἷον φίλτρον ἀνθρώποις φρενός
Το απόσπασμα, έτσι όπως παραδίδεται από τον S, είναι γραμμένο σε
αναπαιστικό μέτρο. Συνεπώς, και εξαιτίας του γνωμολογικού χαρακτήρα του, είναι
πιθανό να ανήκει στον Χορό και σε λυρικό μέρος. Το ζητούμενο είναι τί ακριβώς
σχολιάζει ο Χορός με αυτήν την διαπίστωση. Αν βέβαια λάβουμε υπόψη το γεγονός
ότι τα χορικά δεν έχουν πάντα άμεση σχέση με τα αμέσως προηγούμενα ή επόμενα
διαδραματιζόμενα επί σκηνής, αλλά τα σχολιάζουν με τρόπο υπαινικτικό, με
συγκρίσεις και παραδείγματα, και προχωρούν στην ‘προϊστορία’ τους και σε
βαθύτερα στρώματα ερμηνείας τους, μπορούμε να δεχτούμε έμμεση αναφορά στην
γέννηση του Ηρακλή, χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να την εντάξουμε στην πλοκή
του έργου. H διόρθωση ‘ἐνῆκεν’ δεν δημιουργεί προβλήματα –όπως εξάλλου και η
γραφή ‘ἔθηκεν’ την οποία προκρίνουμε με βάση την παράδοση- ούτε μετρικής ούτε
συντακτικής, αλλά ούτε και νοηματικής φύσεως, πρβλ. άλλωστε Βάκχες 851 ἐνεὶς
ἐλαφρὰν λύσσαν, Ιλιάδα Ρ 570 θάρσος ἐνὶ στήθεσσιν ἐνῆκεν (στο κριτικό υπόμνημα
αναφέρεται και η γραφή ‘ἔθηκεν’) και (αυτ.) Υ 80 ἐνῆκε δέ οἱ μένος ἠΰ.
Το περιεχόμενο του αποσπάσματος είναι κοινός τόπος και, μάλιστα, με
παρόμοια μορφή πρβλ. Ανδρομάχη 985 τὸ συγγενὲς γὰρ δεινόν, (αυτ.) 540 σοὶ δ’ οὐδὲν
ἔχω φίλτρον, (αυτ.) 418-19 πᾶσι δ’ ἀνθρώποις ἄρ’ ἦν/ ψυχὴ τέκν’, Ηρακλής 636 πᾶν
δὲ φιλότεκνον γένος, Τρωάδες 51 κ.εξ. αἱ γὰρ συγγενεῖς ὁμιλίαι/ … φίλτρον οὐ σμικρὸν
φρενῶν, Φοίνισσες 965 πᾶσιν γὰρ ἀνθρώποισι φιλότεκνος βίος, Ιφιγένεια την εν Αυλίδι
917-8 Χο.δεινὸν τὸ τίκτειν καὶ φέρει φίλτρον μέγα/ πᾶσίν τε κοινὸν ὥσθ’ ὑπερκάμνειν
τέκνων, καθώς και απ. 316, 6-7 Kn. πόθωι δεδηγμένοις παίδων νεογνῶν, απ. 323, 3-4
72
Kn. ταῦτα γὰρ βροτοῖς/ φίλτρον μέγιστον, αἱ ξυνουσίαι, πάτερ, απ. 345,1 Kn. ἐγὼ
νομίζω πατρὶ φίλτατον τέκνα, απ. 346, 1-3 Kn. εἷς γάρ τίς ἐστι κοινὸς ἀνθρώποις
νόμος...θηρσίν τε πᾶσι τέκνα τίκτουσιν φιλεῖν και Σοφοκλή Ηλέκτρα 770 δεινὸν τὸ
τίκτειν ἐστίν. Οι Collard & Cropp126 αποδίδουν το απόσπασμα στον Χορό προφανώς
για μετρικούς λόγους.
126 Collard & Cropp (2008).
73
19 (104 Kn.)
ἀμολγὸν νύκτα
Hsch. α 3743 (Latte) ἀμολγὸν νύκτα· Εὐριπίδης Ἀλκμήνηι (Salmasius, Meursius,
Soping, al.: ἀλημήνην cod. (id. κ 1495 = 19 F6 ζοφερὰν καὶ σκοτεινήν) ; rec.Phot. α
1222 (Theodoridis) ἀμολγόν· σκοτεινήν
ἀμολγὸν adject. sed coll. Hom. Od. δ, 841 ὥς οἱ ἐναργὲς ὄνειρον ἐπέσσυτο νυκτὸς ἀμολγῶι, Il.
Λ 173 μολὼν ἐν νυκτὸς ἀμολγῶι, Ο 324 μελαίνης νυκτὸς ἀμολγῶι, Ὕμνος Ὁμηρ. Εἰς Ἑρμῆ 7
μισγέσκετο νυκτὸς ἀμολγῶι.
Η λέξη ‘ἀμολγός’ ως ουσιαστικό δεν είναι σπάνια στον Όμηρο (βλ. κριτικό
υπόμνημα και πρβλ. και Αισχύλου απ. 69, 7 Radt ἱερᾶς νυκτὸς ἀμολγόν). Στο
απόσπασμα φαίνεται να χρησιμοποιείται ως επίθετο με την ίδια όμως σημασία.
Περιγράφει την νύχτα στην πιο σκοτεινή της ώρα. Εικάζεται από τους Jouan & van
Looy127 και τον Kannicht στο κριτικό του υπόμνημα ότι η φράση αναφέρεται στην
νύχτα της ένωσης του Δία με την Αλκμήνη. Είναι ενδιαφέρουσα η ομοιότητα αυτής
της εικόνας με αυτή των στ. 4-9 του Ομηρικού Ύμνου Εἰς Ἑρμῆ, όπου περιγράφεται
η μυστική ένωση του Δία με την Μαία. Στον Ευριπίδη η νύχτα συνδυάζεται με τον
Έρωτα στο απ. 524 Kn. ἡ γὰρ Κύπρις πέφυκε τῶι σκότωι φίλη. Πρβλ. και Ιππόλυτο
106 οὐδείς μ’ ἀρέσκει νυκτὶ θαυμαστὸς θεῶν και (αυτ.) 417 οὐδὲ σκότον … τὸν
ξυνεργάτην.
127 Jouan & van Looy (2002) 126.
74
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
Collard, C. & Cropp, M. 2008. Euripides Fragments. Cambridge.
Jouan, F. & van Looy, H. 2002. Euripide : Tragédies VIII : Fragments. Paris.
Kannicht, R. 2004. Tragicorum Graecorum Fragmenta. Vol. 5.1. Göttingen.
75
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Aélion, R. 1981. “Le bucher d’ Alcmène” Revue de Philologie 55: 225-236.
Allen, J.T. & Italie, G. 1953. A Concordance to Euripides. Berkeley.
Austin, C.1968. Nova Fragmenta Euripidea in Papyris Reperta. Berlin.
Bierl, A., Calder, W.M. & Fowler, R.1991. The Prussian and the Poet. The Letters of
Ulrich von Wilamowitz-Moellendorff to Gilbert Murray (1894-1930).
Hildesheim.
Billing, C.M. 2008. “Representations of Greek Tragedy in Ancient Pottery: a
Theatrical Perspective” NTQ 24/3: 229-245.
Breen, A.B. 1991. The Fabulae Hygini reappraised: a reconsideration of the content
and compilation of the work (Diss.). Illinois.
Ceadel, E.B. 1941. “Resolved Feet in the Trimeters of Euripides and the Chronology
of the Plays” The Classical Quarterly 35: 66-89.
Collard, C. 1971. Supplement to Concordance to Euripides. Groningen.
Collard, C. 1975. “Formal Debates in Euripides’ Drama” Greece & Rome, Second
Series, 22, 1: 58-71.
Collard, C. 1981. “Euripides” Greece & Rome, New Surveys in the Classics 14.
Oxford.
Cropp, M. & Fick, G. 1985. “Resolutions and Chronology in Euripides. The
Fragmentary Tragedies” Institute of Classical Studies Bulletin Supplement 43.
Cropp, M., Lee, K. & Sansone, D. 2000. Euripides and Tragic Theatre in the Late
Fifth Century. Illinois.
Cropp, M. 2006. “Richard Kannicht (ed.), Tragicorum Graecorum Fragmenta.
Volume 5. Euripides (in two parts)” Bryn Mawr Classical Review.
Denniston, J.D. 1934. The Greek Particles. Oxford.
Dover, K.J. 1974. Greek Popular Morality in the time of Plato and Aristotle.
Cambridge.
Duchemin, J. 1945. L’ ΑΓΩΝ dans la Tragédie Grecque. Paris.
Eisner, R. 1979. “Euripides’ use of myth” Arethusa 12, 2: 153-174.
Etymologicum Magnum. Gaisford, T (ed.). 1967. Oxford.
Friedrich, W.H. 1953. Euripides und Diphilos. München.
Green, J.R. 1991. “On Seeing and Depicting the Theatre in Classical Athens” GRBS:
15-50.
76
Grimal, P. επιμ. Άτσαλου Β. 1991. Λεξικό της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας.
Θεσσαλονίκη.
Hamilton, R. 1978. “Prologue Prophecy and Plot in Four Plays of Euripides” The
American Journal of Philology 99, 3: 277-302.
Hölscher, U. 1994. Das Nächste Fremde. München.
Hunter, R.L. 1985. μτφρ. Φυντίκογλου Β.Α. 1994. Η Νέα Κωμωδία στην Αρχαία
Ελλάδα και τη Ρώμη. Αθήνα.
Jocelyn, H.D. 1966. ‘Plautus, Rudens 83-88’ ClR, NS, 16, 2: 148.
Kambitsis, J. 1972. L’Antiope d’Euripide. Athènes
Kenney, E.J. & Clausen, W. v. μτφρ. Πίκουλα Θ. Σιδέρη-Τόλια Α. & επιμέλεια
Στεφανή Α.2005. Ιστορία της Λατινικής Λογοτεχνίας. Αθήνα.
Lefèvre, E. 1982. Maccus Vortit Barbare. Wiesbaden.
Lexicon Iconographicum mythologiae Classicae (LIMC). 1994. Zürich.
Λιαπῆς Β. 2002. Μενάνδρου. Γνῶμαι μονόστιχοι. Αθήνα.
Lloyd, M. 1992. The Agon in Euripides. Oxford.
McDermott, A. 1991. “Double Meaning and Mythic Novelty in Euripides’ Plays”
TAPhA, 121 : 123-132.
Mc Hardy, F., Robson, J. & Harvey, D. 2005. Lost Dramas of Classical Athens.
Greek Tragic Fragments. Exeter.
Murray, A.S. 1890. “The Alkmene Vase Formerly in Castle Howard” JHS, 11 : 225-
230.
Nuchelmans, J. 1976. “Quelques observations sur l’emploi de l’adverbe de modalité
‘isos’ dans la tragédie grecque” in Bremer, J.M.; Radt, S.L; Ruijgh, C.D.
(eds), Miscellanea Tragica in Honorem J.C. Kamerbeek. Amsterdam : 225-
247
Roemer, A. 1908. “Philologie und Afterphilologie im griechischen Altertum”,
Philologus 67: 238-278.
Schmidt, E.-M. 2003. “Alkmene in Noten” Antike Kunst 46: 56-71.
Schwartz, J. 1951. “Essai sur l’ Alcmène d’ Euripide” Bulletin de Faculté des Lettres
Strasburg 30: 277-282.
Séchan, L. 1926. Etudes sur la tragédie grecque dans ses rapports avec la céramique.
Paris.
Segal, C.P. 1992. “Tragic beginnings” Yale Classical Studies 29: 85-112
Shero, L.R. 1956. ‘Alcmena and Amphitryon in Ancient and Modern Drama’ ThAPA,
77
87: 192-238.
Skutsch, O. 1967. ‘Plautus, Rudens 86’ ClR, NS, 17,1: 11-12.
Skutsch, O. 1967. ‘Notes on Ennian Tragedy’ HSCP 71: 125-142.
Smyth, H.W. 1984. Greek Grammar. Massachusetts.
Stärk, E. 1982. “Die Geschichte des Amphitryonstoffes vor Plautus” Rheinisches
Museum 125: 275-303
Stephanopoulos, Th.K. 1980: Umgestaltung des Mythos durch Euripides. Athen.
Stephanopoulos, Th.K. 1988. “Tragica I” Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik
73: 207-247
Stephanopoulos, Th.K. 1988. “Tragica II” Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik
75: 3-38
Stewart, Z. 2000. “Plautus’ ‘Amphitryo’: Three Problems” HSCP 100: 293-299.
Taplin, O. 1993. Comic Angels and other Approaches to Greek Drama through vasePaintings.
Oxford.
Taplin, O. 2007. Pots & Plays. Interactions between Tragedy and Greek Vasepainting
of the Fourth Century. Los Angeles.
Threatte, L. 1980. The Grammar of Attic Inscriptions I-II. Berlin.
Trendall, A.D. & Webster, T.B.L. 1971 Illustrations of Greek Drama. London.
Vickers, B. 1973. Towards Greek Tragedy. London.
Waanders, F.M.J. 1976. “’Telos’ in Tragedy. Some remarks” in Miscellanea Tragica
in Honorem J.C. Kamerbeek: 475-482
Webster, T.B.L. 1967. The Tragedies of Euripides. London.
Webster, T.B.L. 1970. Studies in Later Greek Comedy. Manchester.
West, M. 1989. Κριτική των κειμένων και τεχνική των εκδόσεων. Μτφρ. Γ.
Παράσογλου. Αθήνα.
Whitman, C.H. μτφρ. Θωμαδάκη Ευ.& επιμ. Γιόση Μ. 1996. Ο Ευριπίδης και ο
κύκλος του μύθου. Αθήνα.
van Looy, H. 1964. Zes Verloren Tragedies van Euripides. Brussel.
Von Willamowitz-Moellendorff U. 1889, 1959². Euripides Herakles. Berlin.
Vysoký, Z. 1975. “Nový zlolek prologu Euripidovy Alkmény”, Classica atque
Mediaevalia Jaroslao Ludvikovský I: 37-44

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

loading...

Popular Posts Of The Week

Top best cpc cpm ppc ad network for publisher

Αναγνώστες

Translate

loading...
...
loading...
---------------------------------------------------------------------------