3.12.16

Πέλλα

Sites in Greece(Μνημεία Ελλάδας) | Greek Sites Worldwide(Μνημεία Εξωτερικού)
The campaign of Alexander the Great(Η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου)
Δείτε επίσης Αιγές



Η αρχαία πόλη της Πέλλας απλώνεται σε έκταση 4.000 στρεμάτων. Το νέο μουσείο αποτελεί μια μικρογραφία του αρχαιολογικού χώρου, καθώς σ’αυτό ο επισκέπτης μπορεί να ανασυνθέσει τα αρχαιολογικά στοιχεία που του παρείχαν τα μνημεία και να κατανοήσει τις ποικίλες πτυχές της καθημερινής, αλλά και της δημόσιας ζωής της μακεδονικής πρωτεύουσας.

Η Πέλλα, μία μικρή πόλη στις ακτές του Θερμαϊκού κόλπου, έγινε πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους στο τέλος του 5ου - αρχές του 4ου αι. π.Χ., αντικαθιστώντας τις Αιγές, και σύντομα εξελίχθηκε στο σημαντικότερο πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο όλης της Ελλάδας. Η επιλογή της θέσης της νέας πρωτεύουσας έγινε πιθανότατα από το βασιλιά Αρχέλαο ή από τον Αμύντα Γ΄ κυρίως για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, αφού διέθετε εύφορα εδάφη στην ενδοχώρα της και την περίοδο εκείνη ήταν παραθαλάσσια, παρέχοντας εύκολη πρόσβαση προς όλες τις κατευθύνσεις, γεγονός που εξυπηρετούσε τόσο την ανάπτυξη του εμπορίου όσο και την επεκτατική πολιτική των Μακεδόνων βασιλέων.


Ιστορία
Η πόλη ιδρύθηκε από τον Αρχέλαο Α' (413-399 π.Χ.) ή από τον Αμύντα Γ' για να γίνει η νέα πρωτεύουσα του Μακεδονικού κράτους αντί των Αιγών (Βεργίνα) . Η Πέλλα παρέμεινε πρωτεύουσα μέχρι την κατάλυση του Μακεδονικού κράτους από τους Ρωμαίους , οι οποίοι την λεηλάτησαν και μετέφεραν τους θησαυρούς της στη Ρώμη . Αργότερα η πόλη καταστράφηκε από σεισμό και στη συνέχεια ανοικοδομήθηκε . Περί το 180 μΧ ο Λουκιανός μας πληροφορεί ότι "είναι πια ασήμαντη και με λιγοστούς κατοίκους" .

Η παλαιότερη αναφορά που έχουμε για την Πέλλα είναι από τον Ηρόδοτο κατά την περιγραφή της εκστρατείας των Περσών και από το Θουκυδίδη κατά την περιγραφή της Μακεδονικής επέκτασης και του πολέμου κατά του Σιτάλκη , βασιλιά των Θρακών . Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα , στην αρχή του 4ου αιώνα π.Χ. ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Μακεδονίας . Η πόλη προσέλκυσε φημισμένους καλλιτέχνες της εποχής , όπως ο ζωγράφος Ζεύξις , ο ποιητής Τιμόθεος ο Μιλήσιος και ο Ευριπίδης , ο οποίος και πέθανε εκεί γράφοντας την τραγωδία Αρχέλαος . Μετά το βίαιο θάνατο του Αρχελάου η ανάπτυξη του κράτους ανακόπτεται. Το μεγάλο του έργο συνεχίστηκε μετά από μερικές δεκαετίες, από τον Φίλιππο Β' (360-336 π.Χ.). Η προσπάθεια του Φιλίππου δεν περιορίστηκε μόνο στην εσωτερική ανάπτυξη, αλλά στράφηκε κυρίως στην επέκταση της πολιτικής δύναμης της Μακεδονίας. Στα χρόνια αυτά η Πέλλα φτάνει σε πλήρη ακμή, γίνεται "η μεγίστη τών εν Μακεδονία πόλεων" (Ξενοφών Ελληνικά V,2,13) και η ακτινοβολία της εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο με τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου Γ΄ (336-323 π.Χ.)Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου ατέλειωτες διαμάχες ξεσπούν μεταξύ των διαδόχων του, μέχρι την άνοδο στον θρόνο του Αντίγονου Γονατά (276-239 π.Χ.). Πελλαίοι απόμαχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου ίδρυσαν ομώνυμη αποικία στην Δεκάπολη της Παλαιστίνης, στην ενδοχώρα της Συρίας μια άλλη Πέλλα και στον Περσικό κόλπο τον Πελλαίο δήμο. Κατά την περίοδο του Αντίγονου Γονατά η πόλη έφτασε στη ακμή της (σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα).

Η Πέλλα αναφέρεται αργότερα από τον Πολύβιο και τον Λίβιο ως η έδρα του βασιλείου του Φίλιππου Ε' και του Περσέα του Μακεδόνα κατά τους Μακεδονικούς πολέμους . Ο Λίβιος μας δίνει τη μόνη περιγραφή της πόλης , όπως την είδε ο Ρωμαίος Λούκιος Αιμίλιος Παύλος ο Μακεδονικός , νικητής της Μάχης της Πύδνας:

"...και αυτός είδε ότι δεν επελέγη άδικα σαν θέση βασιλικής κατοικίας. Είναι τοποθετημένη στη νοτιοδυτική πλαγιά ενός λόφου και περιβάλλεται από βάλτο πολύ βαθύ για να διασχιστεί με τα πόδια χειμώνα-καλοκαίρι. Η ακρόπολη, η οποία είναι κοντά στη πόλη, βρίσκεται μέσα στο βάλτο και εξέχει σαν νησί, είναι δε χτισμένη πάνω σε γιγαντιαία θεμέλια που αντέχουν τείχη πάνω τους και προστατεύουν από την εισχώρηση των υδάτων της λίμνης. Από μακριά φαίνεται σα να είναι συνέχεια του τείχους της πόλης, αλλά στην πραγματικότητα είναι ξεχωριστή και ανάμεσα στα δύο τείχη υπάρχει ένα κανάλι. Η ακρόπολη ενώνεται με την πόλη με μια γέφυρα, έτσι αποκόπτονται όλες οι πλευρές πρόσβασης για έναν εξωτερικό εχθρό και αν ο βασιλιάς φυλακίσει κάποιον εκεί δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής εκτός από τη γέφυρα, η οποία φυλάσσεται εύκολα."

Στη ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας η Πέλλα ήταν πρωτεύουσα του τρίτου διαμερίσματος και πιθανώς η έδρα του Ρωμαίου κυβερνήτη. Από την Πέλλα διερχόταν η Αρχαία Εγνατία Οδός και ήταν σημαντικός σταθμός μεταξύ Δυρράχειου και Θεσσαλονίκης . Ο Κικέρων έμεινε εκεί το 58 π.Χ., αλλά η θέση του επάρχου την εποχή εκείνη είχε μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη.

Η πόλη έπεσε σε παρακμή για άγνωστους λόγους (μάλλον λόγω σεισμού) προς το τέλος του 1ου π.Χ. αιώνα.

Περιγραφή
Στα κλασικά χρόνια η πόλη ήταν παραθαλάσσια, καθώς μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος, ο πρώτος αρχαίος συγγραφέας που την αναφέρει, στην εξιστόρηση της περσικής εισβολής στην Ελλάδα το 480 π.Χ. Μερικές δεκαετίες μετά τους περσικούς πολέμους, στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., ο βασιλιάς της Μακεδονίας, Αρχέλαος, μεταφέρει την έδρα του από τις Αιγές (τη σημερινή Βεργίνα) στην Πέλλα. Η στρατηγική της θέση ήταν περισσότερο ταιριαστή στις νέες επιδιώξεις των Μακεδόνων, αφού εκτός από λιμάνι ήταν και ένας συγκοινωνιακός κόμβος προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προς τα οποία έμελλε να επεκταθεί το βασίλειο.

Η Πέλλα ήταν το σημείο εκκίνησης της προς Βορρά διαδρομής για τα Βαλκάνια, μέσω της κοιλάδας του Αξιού, επάνω στη διαδρομή που από το Βόσπορο καταλήγει στην Αδριατική, ενώ προς το Νότο η παραθαλάσσια οδός οδηγούσε προς τη Θεσσαλία και τη νότια Ελλάδα. Ήδη το 380 π.Χ. ο Ξενοφών την αποκαλούσε «μεγίστη των εν Μακεδονία πόλεων», ενώ έφτασε στη μεγαλύτερη έκταση και ακμή της κατά τα χρόνια του Αλέξανδρου Γ΄ και εξής. Παρέμεινε πρωτεύουσα των Μακεδόνων μέχρι την υποταγή τους στους Ρωμαίους το 168 π.Χ. και συνέχισε να ακμάζει πληθυσμιακά και εμπορικά μέχρι τη βίαιη καταστροφή της, πιθανώς από σεισμό, κοντά στα 90 π.Χ. Στο εξής μέρος του πληθυσμού συνέχισε να κατοικεί στο νότιο τμήμα της παλιάς πόλης, αλλά το 30 π.Χ. ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Αύγουστο η ρωμαϊκή αποικία της Πέλλας (στην οποία λειτουργούσε και σταθμός της Εγνατίας οδού), 1,5 χλμ. δυτικά της ελληνιστικής πόλης.
Η ελληνιστική πόλη της Πέλλας δε συνήλθε ποτέ από την καταστροφή του 90 π.Χ. Λίγοι κάτοικοί της παρέμεναν στο νότιο τμήμα της παλιάς πόλης το 30 π.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Αύγουστος ίδρυσε τη ρωμαϊκή επαρχία της Πέλλας (Colonia Pella) σε νέα θέση προς τα δυτικά, εκεί που σήμερα βρίσκεται ο οικισμός Νέα Πέλλα.

Η επιλογή αυτή αποτελεί αναγνώριση της κατάλληλης θέσης τόσο πάνω στην αρχαία Εγνατία οδό, όσο και της αξίας των άφθονων και καθαρών νερών που πήγαζαν εκεί και κινούσαν ένα ρωμαϊκό νερόμυλο, το κτίσμα που σήμερα είναι γνωστό ως «Λουτρά του Μεγαλέξανδρου». Όπως σε όλες τις αποικίες, εγκαταστάθηκαν κι εδώ βετεράνοι του ρωμαϊκού στρατού, αλλά και Έλληνες από πόλεις της Ιταλίας, καθώς και κάτοικοι της παλιάς πρωτεύουσας της Μακεδονίας. Η πόλη απέκτησε περιμετρικό τείχος και στο εσωτερικό της έχουν εντοπιστεί από τις περιορισμένες ανασκαφές σημαντικά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια. Χωρίς να αποκτήσει την αίγλη της προκατόχου της, η αποικία ενισχύθηκε από τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. και επιβίωσε στα παλαιοχριστιανικά χρόνια, οπότε κτίστηκε στην περιοχή της Αγοράς ένας σημαντικός παλαιοχριστιανικός ναός με τρία κλίτη, ο οποίος σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση.

Περί το 1,5 χλμ. δυτικά της ελληνιστικής Πέλλας, χωροθετείται η παλαιοχριστιανική πόλη.

Οικοδομικά κατάλοιπα, νομίσματα και κεραμική, σηματοδοτούν την αναβίωση της Πέλλας κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο, σε νέα επίκαιρη θέση επί της Εγνατίας Οδού, στην περιοχή βόρεια των λεγόμενων «Λουτρών του Μεγάλου Αλεξάνδρου».
Ο ναός που αποκαλύφθηκε το 1997, ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα, εξωνάρθηκα και πιθανότατα αίθριο στα δυτικά, το οποίο όμως δεν έχει αποκαλυφθεί ακόμα. Στο εσωτερικό της ημικυκλικής κόγχης του ιερού διαμορφώνεται κτιστό τριβαθμιδωτό σύνθρονο με μαρμάρινη επένδυση. Ψηφιδωτά με χοντρές ψηφίδες, περίτεχνα μαρμαροθετήματα και μαρμάρινα πλακίδια καλύπτουν τα δάπεδα των επιμέρους χώρων του ναού. Η διακοσμητική αυτή πολυμορφία χαρακτηρίζει σειρά ψηφιδωτών δαπέδων του β' μισού του 5ου αι., και ενισχύει τη χρονολόγηση της α΄ φάσης του μνημείου σε αυτή την εποχή. Ανεικονικές τοιχογραφίες διακοσμούσαν κατά σημεία τους τοίχους του νάρθηκα, στη συνέχεια όμως καλύφθηκαν με πολυτελείς ορθομαρμαρώσεις. Από τα ανασκαφικά ευρήματα διαπιστώθηκε μια ευρεία φάση ανακαίνισης του κτηρίου τον 6ο αι. μετά από καταστροφή που προηγήθηκε. Στη φάση αυτή πάνω από τα πλάγια κλίτη και το νάρθηκα του ναού κατασκευάστηκαν υπερώα με αποτέλεσμα να αυξηθεί το ύψος του κτηρίου και ταυτόχρονα η βασιλική να αποκτήσει μνημειακότητα. Η έρευνα νότια της βασιλικής έφερε στο φως μνημειακή κλίμακα, η οποία συνέδεε πιθανότατα μια οδική αρτηρία της πόλης με τον ναό.
Ο ναός θα πρέπει να καταστράφηκε από αιφνίδιο γεγονός, πιθανότατα σεισμό, ίσως στις αρχές του 7ου αι.


Μνημεία - Πολεοδομία
Η αρχαία πόλη, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, με το πολεοδομικό σύστημα του τελευταίου τετάρτου του 4ου αι. π.Χ. και τις ελληνιστικές τροποποιήσεις και ανοικοδομήσεις, απλώνεται σε έκταση περίπου 4.000 στρεμμάτων.

Τα παλιότερα οικιστικά λείψανα της πρώτης οικοδομικής φάσης της μακεδονικής πρωτεύουσας ήρθαν στο φως στην περιοχή των συγκροτημάτων του ιερού του θεραπευτή θεού Δάρρωνος (στο νοτιοδυτικό τμήμα του σημερινού επισκέψιμου χώρου). Η σύμπτωση της θέσης εξωτερικού τοίχου κτιρίου της παλιότερης οικοδομικής φάσης με τον εξωτερικό τοίχο οικοδομικού τετραγώνου των ελληνιστικών χρόνων υποδεικνύει με μεγάλη πιθανότητα την ύπαρξη πολεοδομικού συστήματος με ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα στο τέλος του 5ου – αρχές του 4ου αι. π.Χ.
Η μεγάλη επέκταση και ανοικοδόμησή της, ευνοημένες από το ομαλό εδαφικό ανάγλυφο, πραγματοποιήθηκαν την εποχή της βασιλείας του Κασσάνδρου (316-298 π.Χ.) με την κατάργηση του βόρειου τείχους της κλασικής πόλης και του νεκροταφείου της στην περιοχής της Αγοράς. Το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης καταρτίζουν ορθογώνια ισοπλατή (47 μ.) οικοδομικά τετράγωνα, με μήκος που ποικίλλει (110, 125, 133, 152 μ.), χωρισμένα ομοιόμορφα από δρόμους κάθετους (Β-Ν) και οριζόντιους (Α-Δ), πλάτους 6 και 9 μ. αντίστοιχα.

Η οχύρωση
Η κατασκευή της πρώτης οχύρωσης της Πέλλας χρονολογείται στα τέλη του 5ου ή τις αρχές του 4ου αιώνα π.χ. και πρέπει να ξεκίνησε όταν αποφασίστηκε η μεταφορά της πρωτεύουσας από τις Αιγές σε αυτή τη θέση.

Μέχρι σήμερα έχουν εντοπιστεί τμήματα μόνο του βόρειου τείχους της πόλης σε ανασκαφικές τομές κάτω από τα οδοστρώματα της φάσης ανοικοδόμησης της πόλης από τον Κάσσανδρο ( 316 – 298 π.Χ.). Η θέση του στο νότιο τμήμα της ελληνιστικής πόλης και η διεύθυνση του από ΒΔ προς ΝΑ ορίζει προς Βορρά την έκταση της Πέλλας των κλασικών χρονών. Τα κατασκευαστικά στοιχεία του τείχους είναι εντυπωσιακά, καθώς στην βάση του έχει πάχος 3 μέτρα, κτισμένο από γωνιασμένες πέτρες στα δύο μέτωπα του. Οι ανασκαφείς υποθέτουν ότι το ανώτερο τμήμα του ήταν κτισμένο από ωμές πλίνθους. Ένας ημικύκλιος πύργος προεξέχει από το μέτωπο του τείχους προς τα βόρεια, προφανώς ένας από τους πολλούς που θα ενίσχυαν την αμυντική περίμετρο. Μια εντυπωσιακή πύλη με εσωτερική αυλή και πλάτος ανοίγματος 9 μέτρα, βρίσκεται πάνω στον άξονα ισοπαχούς κάθετου δρόμου της πόλης των ελληνιστικών χρόνων.

Με την ανοικοδόμηση της Πέλλας από τον Κάσσανδρο το κλασικό τείχος καταργείται και η πόλη επεκτείνεται. Το βόρειο σκέλος του τείχους κτίζεται τώρα στα βόρεια του ανακτορικού συγκροτήματος με πάχος 3,30 μ. στη βάση του και ορθογώνιους πύργους, δύο από τους οποίους έχουν ανασκαφεί. Μια εντυπωσιακή πύλη διαστάσεων 18 x 14 εκ. με τρία διαδοχικά θυρώματα και δυο εσωτερικές αυλές, οδηγούσε κατευθείαν στο ανάκτορο. Ανατολικότερα το βόρειο τείχος είναι κατασκευασμένο μόνο από ωμές πλίνθους, διαθέτει όμως ορθογώνιους πύργους σε πυκνή διάταξη. Τα ασφαλή τμήματα που έχουν εντοπιστεί πρόσφατα από το ανατολικό και το δυτικό σκέλος της ελληνιστικής οχύρωσης, ορίζουν τη διάσταση Α-Δ της αρχαίας πόλης σε 1280 ως 1320 μ., ενώ η θέση του νότιου σκέλους παραμένει άγνωστη, με τη νησίδα του Φάκου να αποτελεί τη μόνη βέβαιη ένδειξη, καθώς γνωρίζουμε ότι ο Φάκος είχε δική του οχύρωση και επικοινωνούσε με την πόλη μέσω ξύλινης γέφυρας. Σε αυτό το νησιωτικό οχυρό βρισκόταν το θησαυροφυλάκιο των Μακεδόνων το 168 π.Χ. όταν οι Ρωμαίοι κατάκτησαν τη Μακεδονία.

Η Αγορά - Ιερά
Στο κέντρο της πόλης βρίσκεται η ελληνιστική Αγορά της πόλης, η οποία έχει συνολικές διαστάσεις 260 x 238 μέτρα και είναι πλήρως ενταγμένη στο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης, καταλαμβάνοντας έκταση 10 οικοδομικών τετραγώνων.

Γύρω από την τεράστια κεντρική πλατεία αναπτύσσονται τέσσερις στοές με κιονοστοιχίες προς την πλατεία, οι οποίες σχηματίζουν ένα κανονικό ορθογώνιο σχήμα με περιορισμένες προσβάσεις προς αυτό. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ορθογώνια αγορά της ελληνικής αρχαιότητας Η κύρια πρόσβαση προς την Αγορά γίνεται μέσω μίας λεωφόρου που τη διασχίζει στον άξονα Ανατολής-Δύσης και έχει το εντυπωσιακό πλάτος των 15 μ.
Η Αγορά πρέπει να κτίστηκε κατά τα χρόνια της βασιλείας του Κασσάνδρου (τέλη 4ου αιώνα π. Χ.) πάνω στη θέση του κλασικού νεκροταφείου της πόλης και αποτέλεσε το εμπορικό, διοικητικό και κοινωνικό κέντρο της ελληνιστικής Πέλλας μέχρι την καταστροφή της, 200 χρόνια αργότερα, πιθανότατα από σεισμό. Η βίαιη καταστροφή της άφησε σχεδόν άθικτο το περιεχόμενο των χώρων που αναπτύσσονταν πίσω από τις στοές της, με αποτέλεσμα να διασωθούν πολύτιμα στοιχεία για την ταύτιση της χρήσης αυτών των χώρων.

Καθώς η συστηματική πανεπιστημιακή ανασκαφή την Αγοράς από το Α.Π.Θ., υπό τη διεύθυνση του καθηγητή αρχαιολογίας Ι. Μ. Ακαμάτη έχει ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό, σήμερα γνωρίζουμε ότι καταστήματα κατασκευής και πώλησης κεραμικών σκευών και ειδωλίων υπήρχαν στην ανατολική πτέρυγα της Αγοράς, τρόφιμα πωλούνταν στη νότια πτέρυγα και σε τμήμα της δυτικής, αρώματα και μεταλλικά αντικείμενα πωλούνταν στη δυτική πτέρυγα και αλλού, ενώ χάλκινα αντικείμενα κατασκευάζονταν και πωλούνταν στο νοτιοανατολικό τμήμα της Αγοράς. Στη δυτική πτέρυγα πωλούνταν και εισαγμένα κεραμικά σκεύη, κεραμίδες στέγης κ.ά.
Στη νοτιοδυτική γωνία της Αγοράς ανασκάφηκε ένα ξεχωριστό κτίριο με περιστύλιο, το οποίο ταυτίστηκε με αρχείο εγγράφων της πόλης, χάρη στις δεκάδες μικρών πήλινων σφραγισμάτων που βρέθηκαν εκεί και κάποτε σφράγιζαν έγγραφα (γραμμένα σε πάπυρο) πολυάριθμων δημόσιων αρχών και αξιωματούχων. Διοικητικές χρήσεις είχε και η βόρεια πτέρυγα, η οποία φιλοξενούσε ένα εντυπωσιακό Νυμφαίο, μία ορθογώνια αίθουσα όπου πρέπει να συνεδρίαζαν οι πολιτάρχες και αψιδωτή αίθουσα συγκεντρώσεων.

Από τα πολυάριθμα ιερά της ελληνιστικής Πέλλας που είναι γνωστά από τις πηγές και τα τυχαία ευρήματα, τρία έχουν ανασκαφεί.

Το οικοδομικό συγκρότημα της περιοχής του ιερού του Δάρρωνος, τοπικού θεραπευτή θεού, που η λατρεία του βεβαιώθηκε με την ανεύρεση μιας αναθηματικής επιγραφής, βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης και είναι προσιτά από μνημειακό πλακοστρωμένο δρόμο, που ξεκινούσε από το λιμάνι και έφθανε ως την Αγορά. Στο Μουσείο εκτίθενται δυο ψηφιδωτά που διακοσμούσαν το δάπεδο ενός κυκλικού χώρου μεγάλου κυκλικού κτιρίου και την είσοδο μιας αίθουσας συμποσίων σε κτίριο που έχει ταυτισθεί με εστιατόριο.

Το ιερό της Μητέρας των Θεών και της Αφροδίτης, όπου οι δυο θεότητες λατρεύονταν ως προστάτριες της πόλης, βρίσκεται αμέσως βόρεια της Αγοράς. Η λατρεία των δυο θεοτήτων ταυτίσθηκε από τα αναθήματα του ιερού, που βρέθηκαν μέσα και γύρω από το ναό του νότιου υπαίθριου χώρου, αλλά και σε αποθηκευτικούς και εργαστηριακούς χώρους, όπου αυτά κατασκευάζονταν και αποθηκεύονταν: πήλινα ειδώλια της Αφροδίτης και Ερώτων διαφόρων τύπων, της Μητέρας των Θεών, αναθηματικές επιγραφές σε βωμίσκους, αγαλμάτια, ανάγλυφες στήλες με τη μορφή της Μητέρας των Θεών κ.ά.
Ένα τρίτο ιερό, το Θεσμοφόριο της πόλης, αποκαλύφθηκε στα βορειοανατολικά όριά της, μέσα στο σύγχρονο οικισμό της Πέλλας. Στο αγροτικό αυτό ιερό, έναν απλό κυκλικό περίβολο με βωμό στο κέντρο και λαξεύματα στο φυσικό βράχο (τα λεγόμενα «μέγαρα» της Δήμητρας, όπου ρίχνονταν τα χοιρίδια που θυσιάζονταν προς τιμήν της θεάς), γιόρταζαν οι κάτοικοι της Πέλλας –όπως και του υπόλοιπου ελληνικού χώρου- κατά το φθινόπωρο τη γιορτή των Θεσμοφορίων, που απέβλεπε στην καλή συγκομιδή.

α. ΙΕΡΟ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΚΑΙ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ 
Βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο βόρεια της αγοράς της αρχαίας πόλης και καταλαμβάνει όλο το πλάτος του, 47 μ. Αποτελείται από μεγάλο υπαίθριο χώρο με μικρό ναΐσκο στο νότιο τμήμα και οργανωμένες εγκαταστάσεις στο βόρειο με ένα ακόμα μικρό ναΐσκο, υπαίθριους χώρους, αποθηκευτικούς, εργαστηριακούς, ένα χώρο παράθεσης γευμάτων και μια υπόγεια δεξαμενή. Η λατρεία των θεοτήτων ταυτίζεται από αναθηματικές επιγραφές, ανάγλυφες στήλες, αγαλμάτια και πήλινα ειδώλια. Η παλιότερη οικοδομική φάση του ιερού τοποθετείται στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Αναδιοργανώνεται στον 3ο αι. π.Χ. και εγκαταλείπεται στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. μετά το σεισμό που κατέστρεψε την πόλη.

β. ΘΕΣΜΟΦΟΡΙΟ 
Αποκαλύφθηκε σε οικόπεδο του σύγχρονου οικισμού, σε εργασίες εκσκαφής για ανέγερση οικοδομής. Αποτελείται από ένα μικρό περίβολο μέσα στη γη, διαμέτρου 10 μ., που όριζε τον ιερό χώρο, προσιτό με δυο κεκλιμένα επίπεδα καθόδου, έναν βωμό στο κέντρο με επάλληλες στρώσεις λίθων και πηλού και λαξεύματα στο δάπεδο, τα "μέγαρα" της Δήμητρας, όπου βρέθηκαν κόκκαλα μικρών χοίρων και αιγοπροβάτων, που σχετίζονται με την τελετουργία της γιορτής των Θεσμοφορίων ( γιορτή του φθινοπώρου για την ευόδωση της συγκομιδής προς τιμήν της θεάς Δήμητρας. προστάτιδας της γεωργίας). Εντυπωσιακά μεγάλη ήταν η ποσότητα των πήλινων ειδωλίων, που κατασκευάσθηκαν σε τοπικό εργαστήριο παραγωγής μαζικών αναθημάτων.

γ. ΙΕΡΟ ΔΑΡΡΩΝΑ 
Αποκαλύφθηκε στο ΝΔ τμήμα της αρχαίας πόλης, στην περιοχή του σύγχρονου αρδευτικού καναλιού, σε άμεση γειτνίαση με μνημειακό δρόμο της αρχαίας πόλης, που οδηγούσε από το λιμάνι στο κέντρο της. Στο ιερό υπάρχουν μεγάλοι υπαίθριοι χώροι, δεξαμενές, φρεάτια, ένα κρηναίο, μικρός ναΐσκος, εργαστηριακοί και αποθηκευτικοί χώροι. Η ανεύρεση αναθηματικής επιγραφής του α' μισού του 2ου αι. π.Χ., με το όνομα του τοπικού θεραπευτή θεού, Δάρρων, ταυτίζει το συγκρότημα με χώρο λατρείας του. Είναι η πρώτη επιγραφική μαρτυρία με το όνομα του θεού, ο οποίος αναφέρεται από τον Ησύχιο ως θεραπευτής θεός. Με τη λατρεία του θεού σχετίζονται και τα γειτονικά συγκροτήματα, ένα κυκλικό κτίριο, που πιθανότατα συνδέεται με την άσκηση ηρωικής λατρείας κατά το πρότυπο του ιερού του Ασκληπιού στην Επίδαυρο και ένα εστιατόριο, που εξυπηρετούσε τους προσκυνητές του ιερού.

Τα ιερά της Μητέρας των Θεών και του Δάρρωνα εντάσσονται στην συνολική ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου της Πέλλας και της περιοχής της, που υλοποιείται ενταγμένη στο Γ ΚΠΣ. Το θεσμοφόριο διατηρείται σε απαλλοτριωμένο περιφραγμένο οικόπεδο του οικισμού, είναι στεγαμένο και υπάρχει ενημερωτική πινακίδα.


Οικία του Διονύσου
Η αναπαράσταση εικονικής πραγματικότητας της «Οικίας του Διονύσου» στην Πέλλα από το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
Η αναπαράσταση εικονικής πραγματικότητας της «Οικίας του Διονύσου» στην Πέλλα παρουσιάζει την αρχαιότερη φάση του κτιρίου, στην αρχή της Ελληνιστικής περιόδου. Η οικία περιβάλλεται από μια απλουστευμένη μορφή του αστικού ιστού, ώστε να δίνεται μια γενική εικόνα του περιβάλλοντος χώρου.
Η παλαιότερη φάση της οικίας ανάγεται στα τέλη του 4ου αιώνα π. Χ. και περιλάμβανε δυο μεγάλες περίστυλες αυλές, μια με δωρική και μια με ιωνική κιονοστοιχία, χωρισμένες από μια κεντρική πτέρυγα με μνημειακό πρόπυλο. Η νότια πτέρυγα είχε και δεύτερο όροφο. Το εσωτερικό ενός από τους ανδρώνες αναπαρίσταται όπως θα ήταν σε μια ημέρα συμποσίου, με τις κλίνες, τα συμπωτικά αγγεία και τα λοιπά σκεύη και αντικείμενα, με βάση τα ευρήματα της ίδιας εποχής από άλλες θέσεις της Μακεδονίας.
Το σπίτι παρουσιάζεται σύμφωνα με την επιστημονική του δημοσίευση και σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται τα καλύτερα διατηρημένα αντίστοιχα αρχιτεκτονικά στοιχεία από γειτονικές κατοικίες, σύμφωνα με τις προτάσεις των ανασκαφέων. Το περιστύλιο δωρικού ρυθμού, για παράδειγμα, έχει ανακατασκευαστεί με βάση το καλύτερα διατηρημένο περιστύλιο από την «Οικία της αρπαγής της Ελένης». Οι όψεις προς την αυλή των προθαλάμων των δυο ανδρώνων με τα ψηφιδωτά δάπεδα απεικονίστηκαν με μια σειρά από πεσσούς, ακολουθώντας το παράδειγμα ενός άλλου προθαλάμου της ίδιας οικίας που δίνει στην αυλή με το ιωνικό περιστύλιο.Τέσσερις από αυτούς τους πεσσούς εμφανίζονται να δημιουργούν μια τριπλή είσοδο, και εκατέρωθεν αυτής της εισόδου έχουν τοποθετηθεί από δύο μικρότεροι πεσσοί, δημιουργώντας ένα είδος πλευρικών παραθύρων. Αυτή η διάταξη είναι τυπική στη Μακεδονία και εμπνευσμένη από παρόμοιες διατάξεις στα ανάκτορα της Πέλλας και της Βεργίνας.
Η ανακατασκευή της στέγης λαμβάνει υπόψη μόνο τα στοιχεία (κεραμίδια και ακροκέραμα) που ταιριάζουν με την πρώτη φάση της κατασκευής, πριν από κάθε τροποποίηση ή κατοπινή επισκευή. Η διακόσμηση των τοίχων έχει γίνει με σκούρα χρώματα στο κάτω μέρος τους και πιο φωτεινά στο πάνω. Τα ευρήματα της «Οικίας των κονιαμάτων» έχουν χρησιμεύσει ως οδηγός. Τα ψηφιδωτά των ανδρώνων, των εισόδων τους και των προθαλάμων τους, βασίζονται σε ψηφιακές εικόνες υψηλής ανάλυσης.
Στον ανδρώνα «του κυνηγιού του λιονταριού» έχει αναπαρασταθεί μια σκηνή συμποσίου, με κρεβάτια και τραπέζια, τα οποία δεν είναι ακριβή αντίγραφα, αλλά βασίζονται σε παρόμοια ευρήματα από Μακεδονικούς τάφους (Ποτίδαιας, Βεργίνας, Αγίου Αθανασίου και Γάνου). 
Τα υφάσματα και τα στρώματα στα κρεβάτια έχουν αναπαρασταθεί σύμφωνα με σχετικές παραστάσεις στην αττική κεραμική και ειδικές μελέτες για τις κλίνες στην αρχαία Ελλάδα.
Η αίθουσα του συμποσίου είναι επιπλωμένη με αγγεία από άργυρο, χαλκό και πηλό, καθώς και άλλα αντικείμενα που σχετίζονται με το συμποσιακό περιβάλλον (λυχνίες, λυχνοστάτες). Η επιλογή τους έγινε κυρίως μεταξύ εκείνων που περιλαμβάνονται στην έκθεση του Λούβρου (Δερβένι και Βεργίνα).
Στον ανδρώνα «του Διονύσου» παραστάθηκε κλίνη ύστερου Ελληνιστικού τύπου, με τορνευτά πόδια και χάλκινο φούλκρουμ (διάκοσμος ερεισίχειρου κλίνης), βασισμένη σε εύρημα από την Πέλλα που περιλαμβάνεται στην έκθεση του Λούβρου.

Το ανάκτορο
Το τεράστιο ανακτορικό σύμπλεγμα, έκτασης 60 στρεμμάτων, κατασκευάστηκε για να αποτελέσει την έδρα της βασιλικής εξουσίας και του πολιτικού, του διπλωματικού, του στρατιωτικού, του διοικητικού και του οικονομικού μηχανισμού της.

Το ανάκτορο της Πέλλας είναι κτισμένο στον μεσαίο από τους τρεις λόφους, οι οποίοι δέσποζαν της πόλης από βόρεια, σε εξαίρετη θέση με ιδανικό νότιο προσανατολισμό και θέα στη μακεδονική πεδιάδα. Αρθρώνεται ανατολικά και δυτικά ενός κεντρικού άξονα Ν-Β (που είναι ο δυτικός τοίχος του πρόπυλου) σε πέντε κτιριακές ενότητες, καθεμία από τις οποίες αποτελείται από δύο ή περισσότερα κτίρια, κτισμένα σε κλιμακούμενα άνδηρα. Η πρώτη μορφή του Ανακτόρου της Πέλλας είχε κτιστεί στα χρόνια του βασιλιά Αρχέλαου στα τέλη του 5ου αιώνα. Ο Αρχέλαος ανέθεσε τη διακόσμησή του στο φημισμένο ζωγράφο Ζεύξη τον Ηρακλειώτη, ενώ την ίδια εποχή στην αυλή του Αρχέλαου ο Ευριπίδης έγραψε τις τραγωδίες Αρχέλαος και Βάκχαι.

Στα χρόνια βασιλείας του Φιλίππου κτίζεται ο πυρήνας του ανακτόρου που σώζεται σήμερα και αποτελείται από τέσσερα μεγάλα κτίρια (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV).
Τα κτίρια Ι και ΙΙ, όπου επικεντρωνόταν η πολιτική και κοινωνική ζωή του μακεδονικού βασιλείου, έχουν ενιαία πρόσοψη με μήκος 160 μ. και κοινό πρόπυλο. Το κτίριο IV προοριζόταν για τη διαμονή του βασιλιά και της οικογένειας του. Το κτίριο V αποτελεί την ενσωματωμένη στο ανάκτορο Παλαίστρα με διαστάσεις όμοιες με αυτές της Παλαίστρας της Ολυμπίας. Στα δυτικά του κτιρίου V εντοπίστηκε στεγασμένος διάδρομος-ξυστός μήκους 115 μ. Το κτίριο ΙΙΙ διέθετε εργαστήρια και βοηθητικούς χώρους. Αντίστοιχα σύνθετα κτίρια εντοπίστηκαν τόσο στο ανατολικό τμήμα του λόφου όσο και στο δυτικό, τα οποία θα λειτουργούσαν ως εργαστήρια, αποθήκες, στάβλοι κτλ. Τα κτίρια VIα-β μαζί με τα άλλα γειτονικά κτίρια ερμηνεύτηκαν ως εγκαταστάσεις διαμονής «των βασιλικών παίδων και των περί την αυλήν νεανίσκων», καθώς και των υπεύθυνων αξιωματούχων τους.


Οικίες 
Οι ιδιωτικές κατοικίες της ελληνιστικής Πέλλας αποτελούν ένα κεφάλαιο της ιστορίας της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής, τόσο για την κατασκευή, όσο και για τη διακόσμησή τους.

Σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο της πόλης υπήρχαν 2 έως 8 κατοικίες, με εμβαδόν από 100 ως 1000 τ.μ. σπανιότερα. Οι χώροι τους ήταν προσανατολισμένοι προς το Νότο, ώστε το χειμώνα να δέχονται τις ευεργετικές ακτίνες του ήλιου και να προστατεύονται από το βοριά, ενώ κατά το καλοκαίρι η θέση του ήλιου ψηλά στον ορίζοντα να δημιουργεί ευρύτερους σκιασμένους χώρους γύρω από τις κεντρικές περίστυλες αυλές. Πολλές οικίες διέθεταν και δεύτερο όροφο στο βορινό τμήμα τους, οικιακά ιερά και βωμίσκους για τη λατρεία των θεών, αλλά και μικρές ή μεγαλύτερες αίθουσες συμποσίων. Ανάμεσα στα πλούσια αρχιτεκτονικά στοιχεία των κατοικιών ξεχωρίζει ο χρωματικός διάκοσμος των εσωτερικών τους χώρων, ενώ στο Μουσείο έχει αποκατασταθεί σε όλο το ύψος του (5 μέτρα) τμήμα τοίχου μεγάλης αίθουσας κατοικίας, το οποίο μιμείται χρωματικά και με ανάγλυφα αρχιτεκτονικά στοιχεία την πρόσοψη μίας διώροφης κατοικίας. Τα πολύτιμα έπιπλα και σκεύη συμποσίων που βρέθηκαν στους χώρους των οικιών, αλλά και το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης που διέθεταν, μαρτυρούν για το υψηλό επίπεδο καλλιτεχνικής ευαισθησίας και διαβίωσης που απολάμβαναν οι ένοικοί τους.

Δύο οικίες του τέλους του 4ου αιώνα π.Χ. αμέσως νότια της Αγοράς, ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλεται το νομισματοκοπείο της πόλης, ξεχωρίζουν ιδιαίτερα για την έκταση και τον πλούτο της κατασκευής τους, στοιχεία που δηλώνουν ότι οι αίθουσες συμποσίων και οι αυλές τους χρησίμευαν για πολυμελείς συγκεντρώσεις. Η μεγαλύτερη από αυτές έχει δύο περίστυλες αυλές, συνολικό εμβαδόν 3160 τ.μ. και έχει πάρει την ονομασία «οικία του Διονύσου» από το ψηφιδωτό που κοσμούσε το δάπεδο ενός από τους χώρους συμποσίων της. Σε αυτό εικονίζεται ο θεός του κρασιού, κισσοστεφανωμένος και γυμνός πάνω σε πάνθηρα (το ιερό του ζώο). Σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο, όπως και το επόμενο, που βρέθηκε σε άλλο χώρο της ίδιας κατοικίας και εικονίζει δύο άνδρες που κυνηγούν λιοντάρι. Ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι η παράσταση αναφέρεται σε αληθινό περιστατικό, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κινδύνεψε σε κυνήγι και διασώθηκε από τον Κρατερό.
Η «οικία της Ελένης» έχει εμβαδόν 2.350 τ.μ. και μεγάλη περίστυλη αυλή. Διασώζει στη θέση του ψηφιδωτό δάπεδο αίθουσας συμποσίων με θέμα την αρπαγή της Ωραίας Ελένης από το Θησέα, ο οποίος ετοιμάζεται να την ανεβάσει σε τέθριππο άρμα. Σε άλλο χώρο της ίδιας οικίας διασώζεται ψηφιδωτό που εικονίζει κυνήγι ελαφιού, σε μια ακόμη αριστοτεχνική σύνθεση.
Η ομάδα των ψηφιδωτών της Πέλλας περιλαμβάνει αρκετά ακόμη έργα σε οικίες και ιερά, υποστηρίζοντας την υπόθεση της λειτουργίας τοπικού εργαστηρίου. Αποτελεί τη σημαντικότερη ομάδα ελληνιστικών ψηφιδωτών κατασκευασμένων από φυσικά βότσαλα και χαρακτηρίζεται από υψηλή καλλιτεχνική αξία.

Μακεδονικός Τάφος Γ στην Πέλλα
Διθάλαμος καμαροσκεπής μακεδονικός τάφος με ιωνική πρόσοψη από τέσσερις ψηλούς κίονες. Εχει πλάτος 4,70 μ. και μήκος 7,50 μ. Υπολείμματα εγχρώμων κονιαμάτων που σώζονται στους τοίχους, έφεραν παραστάσεις κιβωτίου και καθρέπτη. Σώζεται η λίθινη βάση της νεκρικής κλίνης. 

Χρονολογείται γύρω στο 300 π.Χ. με βάση τα λιγοστά ευρήματα που διασώθηκαν από την αρχαία σύληση του τάφου.

Museum of Pella
Ancient Greek treasures found in tombs, exhibited at archaelogical museum of Pella-Greece



Source/Photo/Bibliography

Ch. J. Makaronas, Pella: Capital of Ancient Macedonia, pp59–65, in Scientific American, Special Issue, "Ancient Cities", c 1994.
Ph. Petsas, Pella. Alexander the Great's Capital, Thessaloniki, 1977.
D. Papakonstandinou-Diamandourou, Πέλλα, ιστορική επισκόπησις και μαρτυρίαι (Pella, istoriki episkopisis kai martyriai), Thessaloniki, 1971. (Greek)
https://www.pella-museum.gr
(French) R. Ginouvès, et al., La Macédoine, CNRS Éditions, Paris, 1993, pp90–98.
(French) F. Papazoglou, Les villes de Macédoine romaine, BCH Suppl. 16, 1988, pp135–139.
G. Dagli Orti/DeA Picture Library
"Pella". Photo. Encyclopædia Britannica Online. Web. 03 Dec. 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

loading...

Popular Posts Of The Week

Top best cpc cpm ppc ad network for publisher

Αναγνώστες

Translate

loading...
...
loading...
---------------------------------------------------------------------------