10.8.17

Υψιστάριοι


υψιστάριοι και ὑψιστιανοί, οἱ, Α [ὕψιστος]
εκκλ. αιρετικοί οι οποίοι δέχονταν έναν θεό ύψιστο και παντοκράτορα, όχι όμως ως πατέρα, και η διδασκαλία τους ήταν κράμα εθνικών, ιουδαϊκών και χριστιανικών στοιχείων, αλλ. ευχίτες ή μασσαλιανοί («ὑψισταρίοις, ὧν αὕτη ἐστὶν ἡ πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς διαφορά, τὸ Θεὸν μὲν αὐτοὺς ὁμολογεῑν εἶναί τινα, ὃν ὀνομάζουσιν ὕψιστον,... πατέρα δὲ αὐτὸν εἶναι μὴ παραδέχεσθαι», Γρηγ. Νύσσ.).

Οι μονοθεϊστικές αντιλήψεις εξαπλώθηκαν και επηρέασαν τον αρχαίο κόσμο κατά την Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή περίοδο, κυρίως στις περιοχές της ανατολικής Μεσογείου και την Εγγύς Ανατολή. Οι Έλληνες φιλόσοφοι μίλησαν για πρώτη φορά για την ύπαρξη ενός μοναδικού θεϊκού όντος τον 6ο αιώνα π.Χ. Η πίστη στον «Ύψιστο Θεό» έχει καταγραφεί σε όλα τα κοινωνικά στρώματα σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και στις γειτονικές περιοχές των Βαλκανίων, όπως την Ουκρανία, τη Νότια Ρωσία, την Εγγύς Ανατολή και την Αίγυπτο από τις αρχές του 300 π.Χ. Ο αυστηρός μονοθεϊσμός, ο οποίος αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε θεϊκού όντος εκτός του μοναδικού θεού, ήταν σχετικά σπάνιος, αλλά ήταν διαδεδομένες διάφορες μορφές «ήπιου μονοθεϊσμού» ή ενοθεϊσμού, οι οποίες επέτρεπαν την ύπαρξη κατώτερων όντων, όπως αγγέλων και μικρότερων θεοτήτων υπό τον παντοκράτορα Θεό. Επιπλέον, υπήρχε μεγάλη θεολογική βιβλιογραφία, η οποία προσπαθούσε να καθορίσει τη σχέση ανάμεσα στο υπέρτατο ον και στις μικρότερες θεότητες του παραδοσιακού παγανισμού. Κατά την όψιμη Ρωμαϊκή Περίοδο -από το 2ο αιώνα μ.Χ. και έπειτα- αυτές οι αντιλήψεις επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τα όλο και πιο ισχυρά μονοθεϊστικά συστήματα του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού. Αυτά τα συστήματα επισκίασαν τον παγανιστικό μονοθεϊσμό, ο οποίος άρχισε πια να περνάει απαρατήρητος.

Παρόλο που αυτό το φαινόμενο έχει παρατηρηθεί ευρέως υπάρχουν λίγες περιπτώσεις στις οποίες αυτό έχει ερευνηθεί ή εξηγηθεί ιστορικά. Μια πρόσφατη εξαίρεση στον κανόνα είναι η ενδιαφέρουσα μικρή μονογραφία του G. Fowden From Empire to Commonwealth. The Consequences of Monotheism in Late Antiquity (1993) (Από την Αυτοκρατορία στην Κοινοπολιτεία. Οι Συνέπειες του Μονοθεϊσμού στην Όψιμη Αρχαιότητα). Ο Fowden προσπαθεί να συσχετίσει τις αλλαγές στο θρησκευτικό προφίλ με τις αλλαγές στην πολιτική και στις μορφές εξουσίας στο τέλος της Αυτοκρατορίας των Ρωμαίων και των Σασσανιδών. Μια διαφορετική προσέγγιση αυτού είναι η μελέτη των αιτιών και των συνθηκών που οδήγησαν σε αυτή την αξιοσημείωτη αλλαγή των θρησκευτικών δεδομένων με την εξέταση συγκεκριμένων ιστορικών πλαισίων που προκάλεσαν νέες θρησκευτικές εξελίξεις, καθώς και η ερμηνεία των θρησκευτικών και πολιτικών αλλαγών όπως αυτές παρουσιάστηκαν εξ αρχής και όχι η θεώρησή τους ως μια απεικόνιση των υψηλής κλίμακας πολιτικών συστημάτων.

Στην περιοχή της Μικράς Ασίας υπάρχει μεγάλος αριθμός στοιχείων που αφορούν τις μονοθεϊστικές και ενοθεϊστικές θρησκείες. Η πιο σημαντική από αυτές τις θρησκείες ήταν η λατρεία στον Ύψιστο Θεό (πιο σπάνια στον Ύψιστο Δία), όπως τεκμηριώνεται από περίπου 300 επιγραφές από τη Μικρά Ασία και τις γειτονικές περιοχές μεταξύ του 2ου και του 4ου αιώνα μ.Χ. Ο Ύψιστος Θεός ήταν μια αφηρημένη θεότητα που δεν είχε απεικονιστεί ποτέ σε ανθρώπινες εικόνες. Οι περισσότερες επιγραφές είναι συνηθισμένα αναθήματα από απλούς ανθρώπους, παρόλο που υπήρχαν αποδείξεις ότι αυτός ο θεός λατρευόταν και από ανθρώπους υψηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Οι πιστοί αυτής της λατρείας τον 4ο αιώνα ήταν γνωστοί από τους Χριστιανούς συγγραφείς ως Υψιστάριοι ή Υψιστιανοί και όπως εξηγούν οι συγγραφείς η πίστη τους ήταν ένα αμάγαλμα ελληνικού παγανισμού και ιουδαϊκών τελετουργιών1 που έμοιαζε όμως κατά κάποιο τρόπο και στον Χριστιανισμό. Ο Επιφάνιος, ο αρχιεπίσκοπος της Σαλαμίνας στην Κύπρο κατά τον 4ο αιώνα, περιγράφει τις τελετουργίες τους, οι οποίες περιελάμβαναν φανούς, θρησκευτικές ιαχές και ύμνους.2 Οι πιστοί συγκεντρώνονταν σε ανοικτούς χώρους, όπου λάτρευαν τους ναούς ένας εκ των οποίων βρίσκεται στα Οινόανδα της Λυκίας. Η τοποθεσία λατρείας του Ύψιστου Δία ή Ύψιστου ήταν διαφορετική και βρισκόταν στην Πνύκα της Αθήνας. Επιπλέον, πολλοί πιστοί αυτού του θεού ενώνονταν με τους Ιουδαίους για τη λατρεία του Ύψιστου Θεού στις συναγωγές. Άλλος ένας από τους πατέρες της εκκλησίας, ο Κύριλλος της Αλεξάνδρειας, μας λέει ότι ονόμαζαν τους εαυτούς τους «Θεοσεβείς».3 Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται από τον Ιώσηφο και από το συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων, για να περιγράψει τους μη Ιουδαίους, οι οποίοι ωστόσο συμμετείχαν σε λατρείες στις Ιουδαϊκές συναγωγές τον 1ο αιώνα μ.Χ., και υπάρχουν πολλοί λόγοι για να συμπεράνουμε ότι οι πιστοί του Ύψιστου Θεού είναι οι ίδιοι με τους Θεοσεβείς. Αυτό αποδεικνύει ότι υπήρχαν πολλά κοινά στοιχεία στην πίστη των Ιουδαίων της Διασποράς και των Υψιστάριων και επομένως η πίστη και η λατρεία των τελευταίων και των Χριστιανών μπορεί να ήταν πολύ παρόμοια.

Λατρεία του Ύψιστου Θεού συναντάμε και στο Δίον στην Ελλάδα. στα Ελληνιστικά χρόνια περίπου τον 2ο αιώνα π.Χ
Δίας ο Ύψιστος. Διόν

Η πιο χαρακτηριστική έκφραση της πίστης των Υψιστάριων φαίνεται στο χρησμό του Απόλλωνα στην Κλάρο, που είχε δοθεί στην ερώτηση «Ποιος είναι ο θεός;» Αυτός ο χρησμός ήταν πολύ γνωστός στην Όψιμη Αρχαιότητα και έχει αναφερθεί από πολλούς Χριστιανούς συγγραφείς. Κυρίως όμως είναι γνωστός από μια επιγραφή του 3ου αιώνα μ.Χ., η οποία βρέθηκε στο ιερό του Ύψιστου Θεού στα Οινόανδα της Λυκίας:4

«Γεννημένος από τον ίδιο του τον εαυτό, την ίδια του τη φύση, χωρίς μητέρα, ακλόνητος, χωρίς ένα μόνο όνομα, αλλά γνωστός με πολλά και κάτοικος της φωτιάς· αυτός είναι ο θεός. Εμείς, οι άγγελοί του, είμαστε ένα μικρό μέρος του θεού. Σε εσένα που θέτεις αυτό το ερώτημα για το θεό, ποια είναι η πραγματική του φύση, αυτός έχει ονομάσει τον αιθέρα το θεό που τους βλέπει όλους· προς αυτόν πρέπει να ατενίζεις και να προσεύχεσαι την αυγή κοιτώντας την ανατολή.»

Είναι προφανές από αυτό το κείμενο ότι η λατρεία στον Ήλιο ήταν άλλο ένα χαρακτηριστικό αυτής της μορφής της μονοθεϊστικής πίστης καθώς επίσης και ότι και άλλα επουράνια όντα, συμπεριλαμβανομένου και του Απόλλωνα ο οποίος έδωσε αυτό το χρησμό, θεωρούνταν όχι θεοί αλλά άγγελοι. Η λατρεία των παγανιστικών αγγέλων επιβεβαιώνεται στη Λυδία, την Καρία και τη Φρυγία.

Τα σύγχρονα κυρίαρχα μονοθεϊστικά συστήματα, όπως ο Ιουδαϊσμός, ο Χριστιανισμός και ο Ισλαμισμός, έχουν τις ρίζες τους στην περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αυτών των θρησκευτικών συστημάτων είναι η ταχύτητα με την οποία εξαπλώθηκαν και καθιερώθηκαν έξω από την περιοχή προέλευσής τους. Οι μονοθεϊστικές αντιλήψεις της λατρείας του Ύψιστου Θεού καθώς επίσης και η δημοτικότητα αυτή της λατρείας αποτέλεσαν ένα πρόσφορο έδαφος στο οποίο η Ιουδαϊκή και η Χριστιανική θεολογία μπόρεσαν εύκολα και γρήγορα να αναπτυχθούν.
Ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (Johann Wolfgang Goethe, Φρανκφούρτη, 28 Αυγούστου 1749 – Βαϊμάρη, 22 Μαρτίου 1832) ήταν παγκοσμίου αναστήματος Γερμανός ποιητής, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, θεωρητικός της Τέχνης και επιστήμονας. 
Αφού περιγράφει τις δυσκολίες του με τη βασική θρησκεία, ο Γκαίτε αναφέρει αυτό

... Δεν βρήκα καμία ομολογία πίστης στην οποία θα μπορούσα να είμαι σύμμαχος χωρίς επιφύλαξη. Τώρα, όμως, στα γηρατειά μου, έμαθα μια αίρεση, οι Υψισταριστές, οι οποίοι, ανάμεσα στους θεούς, τους Εβραίους και τους Χριστιανούς, δήλωσαν ότι θα θησαυρίζουν, θα θαυμάζουν και θα τιμούν το καλύτερο, το πιο τέλειο που θα μπορούσε να έρθει στο δικό τους Η γνώση και, στο μέτρο που πρέπει να έχει στενή σχέση με την Θεό, να την πληρώνει. Ένα χαρούμενο φως μου έσπευσε ξαφνικά από μια σκοτεινή εποχή, γιατί είχα την αίσθηση ότι όλη μου η ζωή είχα επιδιώξει να χαρακτηρίσω ως Υψίστρια. Αυτό, όμως, δεν είναι ένα μικρό καθήκον, γιατί το ένα, μέσα στους περιορισμούς της ατομικότητάς του, έρχεται να μάθει τι είναι εξαιρετικό.


Αναθηματικες στονΥψιστο Θεό

Προέλευση:Δήλος.
Βιβλιογραφία:CIJ,Νο 725-731.
Χρονολογία:1ος π.Χ. αι.

I. Ζωσᾱς Παρίος Θεῶ Ὑψίστω εὐχήν (1ος π. Χ. αι.)- CIJ , No 727
ID 2331 (A3050), (L1799-14, EfA/Ph. Bruneau)

II. Λαωδίκη Θεῶι Ὑψίστωι σωθεῖσα ταῖς ὑφ’ αὑτοῦ θαραπήαις εὐχήν (1ος π.Χ. αι.)- CIJ, No 728
III. Λυσίμαχος ὑπέρ ἑαυτοῦ Θεῶ Ὑψίστω χαριστήριον (1ος π. Χ. αι.) -CIJ, No 729
V. …………… γενόμενος ἐλεύθερος (1ος π. Χ. αι.) - CIJ, No 731

VI. Ἂγαθοκλῆς καὶ Λυσίμαχος ἐπὶ προσευχῆι (1ος π. Χ. αι.) - CIJ, No 726
VII. Ἐπικαλοῦμαι καί ἀξιϖ τὸν ὕψιστον, τὸν κύριον τϖν πνευμάτωνκαὶ πάσης σαρ-κός, ἐπὶ τοὺς δόλωι φονεύσαντας ἢ φαρμακεύσαντας τὴν ταλαίπωρον ἄωρον
 Ἡράκλεαν ἐγχέαντας αὐτῆς τό ἀναίτιον αἷμα ἀδίκως, ἵνα οὕτως γένηται τοῖς φονεύσασιν αὐτὴν ἢ φαρμακεύσασιν καὶ τοῖς τέκνοις αὐτῶν, κύριε ὁ πάντα
ἐφορῶν καὶ οἱ ἄγγελοι Θεοῦ, ᾧ πάσα ψυχὴ ἐν τῇ σήμερον ἡμέραι ταπεινοῦνται μεθ’ ἱκετείας, ἵνα έγδικήσης τὸ αἷμα τὸ ἀναίτιον ζητήσεις καὶ τὴν ταχίστην.

(1ος π. Χ. αι.) - CIJ, No 725

ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΥΠΕΡ Τ. ΦΛΑΟΥΙΟΥ ΕΥΚΤΙΜΕΝΟΥ
Προέλευση:Μακεδονία.
Βιβλιογραφία:Π Χρυσοστόμου «Η Λατρεία του Διός ως καιρικού θεού στη Θεσ-σαλία και στη Μακεδονία»ΑΔ1996, 64.
Χρονολογία:1ος μ.Χ. αι.

Θεῶι ὑψίστωι ὑπὲρ Τ. Φλαουίου Εὐκτιμένου υἱοῦ Ἀμύ[ν]τατοῦ τρικλεινάρχου [οἱ ὑπογε]γραμμένοι [συνκλ]ίται(ακολουθεί κατάλογος ονομάτων )

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Προέλευση:Μακεδονία.
Βιβλιογραφία:Αικ. Τσαλαμπούνη «Η Μακεδονία στην Εποχή της ΚαινήςΔιαθήκης», σελ. 211-213.
Χρονολογία:74 – 75 μ.Χ.

Ι. Θεῶι ὑψίστωι μεγίστωι σωτῆρι Γ. Ἰούλιος Ὤριος κατ’ὄνειρον χρηματισθεὶς καὶσωθεὶς ἐκ μεγάλου κινδύνου τοῦ κατὰ θάλασσαν εὐχαριστήριον ἐπὶ ἱερέως Μ.Οὐητίου Πρόκλου ἔτους βκσ΄

ΙΙ. [-θε]ῶι ὑψίστωι [Τερ]έντιος Ἑρμ[-]

ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΚΑΤ’ ΕΠΙΤΑΓΗΝ ΙΟΥΕΣ
Προέλευση:Μακεδονία.
Βιβλιογραφία:BCH 37, 1913, 84-154 και CIJ Νο.693b.
Χρονολογία:1οςμ.Χ. αι.

θεῶι ὑψίστῳ κατ’ἐπιταγὴν Ἰουεσ[-]

ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΑΡΙΑΓΝΗΣ
Προέλευση:Μακεδονία.
Βιβλιογραφία:taaki, Α. “ Ancient Beroea. Prosopography and Society”, Ahens 1988, 481.
Χρονολογία:1ος–2ος μ.Χ. αι.

Ἀ[ρ]ιάγνη Μητ[ρὸς θεῶν] ἱερόδουλος κατ’ἐπιταγὴν θεοῦ ὑ[ψί]στου μετὰυἱοῦ Παραμόνου τὴν ἐπιτ[αγ]ὴν ἀπέδωκεν τῶ θεῷ

3. ΤΙΜΗΤΙΚΕΣ
Ι. ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΣΑΡΑΠΙΩΝΟΣ
Προέλευση:Δήλος.
Βιβλιογραφία:Philippe Bruneau,BCH 106(1982) 465-504 και A.t.Kraabel:“New Evidence of the Samaritan Diaspora has been Found onDelos”,
BA,1984, 44-46.
Χρονολογία:150-50 π.Χ.

Οἱ ἐν Δήλῳ Ἰσραελεῖται οἱ ἀπαρχόμενοι εἰς ἱερὸν Ἀργαριζεὶν στεφανοῦσιν χρυσῷστεφάνῳ Σαραπίωνα Ἰάσονος Κνώσιον εὐεργεσίας ἕνεκεν ταῆς εἰς ἑαυτούς

ΙΙ. ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΜΕΝΙΠΠΟΥ
Προέλευση:Δήλος.
Βιβλιογραφία:Philippe Bruneau,BCH
106(1982) 465-504 και A.t.Kraabel: “New Evidence of he Samarian Diaspora has been Found on Delos”,BA,1984, 44-46.
Χρονολογία:250-175 π.Χ.

[ Οἱ ἐν Δήλῳ ] Ἰσραηλῖται οἱ ἀπαρχόμενοι εἰς ἱερὸν ἅγιον Ἀργαριζείν ἐτίμησαν Μέ-νιππον Ἀρτεμιδώρου Ἡρακλειον αὐτόν και τους ἐγγόνους αὐτοῦ κατασκευάσαντα και ἀναθέντα ἐκ των ἰδίων ἐπὶ προσευχῇ τοῦ θε[οῦ]ΤΟΝ [----------------------------] ΟΛΟΝΚΑΙΤΟ [------------ καί ἐστεφάνωσαν]χρυσῷ στε[φά-] νῳ καὶ [-----------------] ΚΑ ---- Τ
Επιγραφή Μένιππου, (L5187-08, EfA/Ph. Bruneau)


Πηγή/Φωτογραφία/Βιβλιογραφία

Γρηγ. Ναζ., Ορ. 18.5; Γρηγ. Νυσ., Refutatio Confessionis Eunomii 38.
Επιφάνιος (εκδ. K. Holl Griechische Christliche Schriftsteller), Panarion 80.
Κύριλλος της Αλεξάνδρειας, De adoratione in Spiritu et Veritate 3. 92, Patrologia Graeca 68, 281C; Mitchell, S. (1998). "Wer waren die Gottesfurchtigen?", Chiron 28, p. 55-64.
SEG 27 (1977), 933.
Davila, James R, The provenance of the Pseudepigrapha: Jewish, Christian, or other?, p. 29.
Athanassiadi, Polymnia; Frede, Michael (2010), Pagan Monotheism in Late Antiquity, p. 19.
Hypsistarianos". www.mercaba.org. Retrieved 2016-10-28.
Limberis, Vasiliki (2011). Architects of Piety: The Cappadocian Fathers and the Cult of the Martyrs. USA: Oxford University Press. p. 122. ISBN 978-0199730889 – via Google Books. Their ideas about God derived from a syncretized monotheism, combining elements of the Cappadocian cult of Zeus Sabazios with the Jewish God Yahweh Sabaoth. Hypsistarians accordingly amalgamated religious practices from paganism and Judaism.
Herbermann, Charles G.; et al. (1910). The Catholic Encyclopedia: An International Work of Reference on the Constitution, Doctrine, Discipline, and History of the Catholic Church, Volume VII. New York: Robert Appleton Company. p. 611 – via Google Books. They rejected idols and pagan sacrifices, and acknowledged the Creator and Most High, to whom however, in opposition to the Christians, they refused the title of 'Father...'
von Goethe, Johann Wolfgang (1981) [22 March 1831], "To Sulpiz Boisserée", in Boerner, Peter, 1832/1982: A Biographical Essay (letter), Bonn: Inter Nations, p. 82.
LEVI in Revue des Etudes Juives (Paris, 1898), a criticism of SCHÜRER, Die Juden im bosporan. Reiche etc. (Berlin, 1897) in Sitzungsber. d. Berlin. Acad., XIII, 200-225. 
CUMONT, Hypsistos (Brussels, 1897); DREXLER in Roscher's Lexicon (Leipzig, 1890), s.v. Hypsistos; BURESH, Klaros (Leipzig, 1889); STOKES in Dict. Christ. Biog., s.v. Hypsistarii
Herbermann, Charles, ed. (1913). "Hypsistarians". Catholic Encyclopedia. New York: Robert Appleton Company.
Boerner, Peter (1981), Johann Wolfgang von Goethe 1832/1982: A Biographical Essay, Bonn: Inter Nationes.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

loading...

Popular Posts Of The Week

Top best cpc cpm ppc ad network for publisher

Αναγνώστες

Translate

loading...
...
loading...
---------------------------------------------------------------------------